Μπορεί την εποχή της ακμής του ελληνικού κινηματογράφου να είχε αντιμετωπιστεί από μεγάλη μερίδα του πνευματικού κόσμου με απαξίωση –«Ο κινηματογράφος είναι το θέατρο για τους αγράμματους» είχε πει μια σπουδαία ηθοποιός εκείνων των χρόνων– αλλά ένα είναι σίγουρο: Ότι έχει αφήσει οπτικό υλικό, ακόμα και για ξεχωριστούς ανθρώπους, που οι νεότερες γενιές δεν θα μπορούσαν αλλιώς να το έχουν. Όπως ο Μήτσος Λυγίζος.
Υπήρξε ένας άνθρωπος γενικότερα του πνεύματος. Ήταν πολυγραφότατος με σημαντικό συγγραφικό έργο. Ασχολήθηκε επιτυχώς με τη λογοτεχνία, την ποίηση και το θέατρο. Στο τελευταίο έβαλε την προσωπική του σφραγίδα και σαν σκηνοθέτης, αλλά και σαν διευθυντής των Δραματικών Σχολών του Ωδείου Αθηνών και του Εθνικού Θεάτρου.
Αν και οι αρχικές του σπουδές ήταν στην υποκριτική, πολύ γρήγορα στράφηκε στην σκηνοθεσία. Είχε παίξει και σε παραστάσεις ως ηθοποιός, αλλά τελικά η μορφή του, πέρασε στο κοινό λόγω των ταινιών όπου έπαιξε. Και εδώ έχουμε μια κάπως ετερόκλητη φιλμογραφία, που όμως ούτε απαξίωσε το υπόλοιπο σπουδαίο έργο του, ούτε ο ίδιος αμφισβητήθηκε από τον κόσμο του θεάτρου και του πνεύματος γενικότερα.
To ταλέντο δεν κρύβεται
Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια οικογένεια με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Η μητέρα είχε καταγωγή από Κεφαλονιά και από καλή οικογένεια (την οικογένεια Κονταρίνη) που ήταν γραμμένη στο Λίμπρο ντ’ Όρο –το χρυσό βιβλίο που γράφονταν οι ευγενείς των επτανήσων. Ο πατέρας του καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Άνδρου. Ο Λυγίζος γεννήθηκε το 1912 και τελείωσε το 9ο Γυμνάσιο Αθηνών που τότε βρισκόταν στην περιοχή του Ψυρρή. Από το σχολείο έγραφε αλλά και έπαιρνε μέρος σε παραστάσεις. Και μπορεί εκείνα τα χρόνια, η φήμη των ηθοποιών να μην ήταν η καλύτερη, αλλά όπως φαίνεται ο νεαρός Λυγίζος δεν είχε πρόβλημα να σπουδάσει στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί είχε δάσκαλο τον μέγα Δημήτρη Ροντήρη, που αμέσως εντόπισε το ανήσυχο πνεύμα του νεαρού και τον αναβάθμισε σε βοηθό του. Δηλαδή είδε ότι μπροστά του είχε έναν εν δυνάμει σκηνοθέτη.

Ως ηθοποιός πάντως πρωτοεμφανίστηκε το 1940 συμμετέχοντας στη μυθική παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο με πρωταγωνίστρια την Ελένη Παπαδάκη. Εκεί υποδύθηκε τον «Άγγελο». Την ίδια χρονιά εκδίδεται και η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τοπία του ημίφωτος.

Το 1948 όταν ηρεμούν τα πράγματα, αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές του, όχι όμως μόνο σαν ηθοποιός, αλλά κυρίως προς την σκηνοθεσία. Ξεκινάει λοιπόν μια αρκετά μεγάλη περίοδος σπουδών σε Παρίσι, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.
Οι μεγάλες αλλαγές
Το 1954 που επέστρεψε στην Ελλάδα, δημιούργησε το «Κυκλικό Θέατρο» στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» και λίγο αργότερα έφερε μια φοβερή αλλαγή για τα μέτρα της εποχής: Ανέβασε στο Βασιλικό Κήπο το Ρωμαίος και Ιουλιέτα όπου αντί των σκηνικών κυριαρχούσε το φυσικό τοπίο. Και εδώ έχουμε, ξέχωρα από την καινοτομία για την εποχή (που μάλιστα την ονόμασε «Θέατρο στο πράσινο») μια ιστορική παράσταση.

Αρχικά τους δυο ερωτευμένους σεξπιρικούς ήρωες υποδυόντουσαν ο Νίκος Χατζίσκος με την Άννα Συνοδινού. Μόνο που όταν η τελευταία, αποχώρησε από ένα σημείο και μετά, η αντικαταστάτρια της ήταν μια νεαρή που σπούδαζε τότε στο Εθνικό, η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Και οι καινοτομίες δεν σταματάνε εδώ. Στην Θεσσαλονίκη ανέβασε τη Θεοφανώ του Άγγελου Τερζάκη στον παλιό χριστιανικό ναό της Ροτόντας. Η ενέργεια του, να αφαιρέσει δηλαδή τα σκηνικά είχε σαν σκοπό να κάνει τους θεατές να κάνουν focus στο έργο, αλλά και στους ηθοποιούς. Οι νεωτεριστικές του ενέργειες κρίθηκαν επιτυχημένες, κυρίως από το κοινό και έτσι εργάστηκε για δυο δεκαετίες σαν θεατρικός σκηνοθέτης τόσο στο Εθνικό, όσο και στο ελεύθερο θέατρο.

Από τη Μελίνα στον Λουστράκο
Η πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο έγινε σε ηλικία 42 ετών, αλλά σαν σεναριογράφος. Πρόκειται για την ταινία Το σταυροδρόμι του πεπρωμένου που σκηνοθέτησε ο Τζιάνι Βερνούτσιο. Πρόκειται για την –δυστυχώς– χαμένη ταινία όπου έκανε το ντεμπούτο της η Μαίρη Αρώνη αλλά και η ξαδέλφη της Βάσω Μανωλίδου (στη μία και μοναδική κινηματογραφική της εμφάνιση).
Η επόμενη κινηματογραφική του δουλειά ήταν ως ηθοποιός. Και δη στο οσκαρικό Ποτέ την Κυριακή, όπου λόγω και της άριστης γνώσης των αγγλικών, υποδυόταν τον αγγλομαθή της παρέας που εξηγούσε στον σκηνοθέτη (και πρωταγωνιστή) Ζιλ Ντασέν τι έλεγε η Μελίνα Μερκούρη και οι υπόλοιποι Έλληνες.

Ο Μήτσος Λυγίζος ήταν τότε 48 ετών. Και οι κινηματογραφιστές είδαν στο πρόσωπο του έναν πολύ καλό καρατερίστα που φυσικά γνώριζε και υποκριτική και μάλιστα εκ των έσω. Και έτσι για μια δεκαετία είχε και β’ ρόλους σε ταινίες της εποχής. Κυρίως στα μελό με πιο αναγνωρίσιμο σήμερα Λουστράκο όπου υποδυόταν τον δικηγόρο, που βοηθούσε τον μικρό ήρωα να αθωωθεί η μητέρα του.

Θέατρο σε ραδιόφωνο και τηλεόραση
Όπως γράψαμε και πιο πάνω, ο Λυγίζος ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα που γεννούσε ιδέες. Ήταν ο πρώτος που σκηνοθέτησε θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο, παρουσιάζοντας όλα τα νέα ρεύματα και συγγραφείς που ήταν άγνωστοι τότε στο ελληνικό κοινό. Και έργα, που αρκετές φορές δεν είχαν ανέβει στο ελληνικό θέατρο. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος θυμόταν από εκείνη την περίοδο: «Ο Λυγίζος, πριν μπουν οι ηθοποιοί στο στούντιο, έκανε, όπως στο άλλο θέατρο, αναγνώσεις γύρω από το τραπέζι, διδάσκοντας σωστή τονική και μελωδική προφορά του κειμένου, δεδομένου πως το ράδιο δεν έχει κίνηση σωμάτων, παρά μόνον φωνή και συναίσθημα.»

Η τελευταία ραδιοφωνική σκηνοθεσία ήταν το 1970. Τότε πέρασε στην τηλεόραση όπου έκανε και εκεί αρχικά θέατρο με κάποια μονόπρακτα. Μόνο που εδώ μιλάμε για τα πρώτα βήματα της ελληνικής τηλεόρασης. Αυτό συνεπάγεται ότι τα γυρίσματα πηγαίνανε με τρελό καρδιοχτύπι καθώς αν γινόταν κάποιο λάθος στο γύρισμα, έπρεπε να το πάνε από την αρχή. «Υπήρξε ο άνθρωπος που μου άνοιξε την πόρτα στην τηλεόραση» είχε πει σε τηλεοπτική της συνέντευξη η Άννα Παιτατζή, που λίγο αργότερα πρωταγωνίστησε στην πρώτη τηλεοπτική μεταφορά της Μαντάμ Σουσού –φυσικά έχει σβηστεί από το αρχείο της ΕΡΤ. Στην ίδια συνέντευξη η αξέχαστη ηθοποιός είχε τονίσει πόσο καταρτισμένος και βοηθητικός ήταν με τους ηθοποιούς, αν και χαριτωμένα είχε πει ότι και ως χαρακτήρας ήταν και αψίθυμος.

Κόντρα στα αυστηρά στερεότυπα της εποχής, ο Λυγίζος και στο σινεμά έπαιξε και σειρές στην τηλεόραση σκηνοθέτησε. Και την ίδια στιγμή μπορεί να σκηνοθετούσε μια κλασική παράσταση στο θέατρο ή και να δίδασκε σε δραματική σχολή.
Βραβεύσεις και επιβραβεύσεις
Το 1978 κέρδισε το κρατικό βραβείο για το δοκίμιό του Θέματα και Ποιητές. Και λίγα χρόνια αργότερα, το 1981 βραβεύτηκε για την ποιητική του συλλογή Κατάδυση – Από την Αντίσταση στο σήμερα. Επίσης η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε το 1982 για το δίτομο έργο του Το Νεοελληνικό πλάι στο Παγκόσμιο Θέατρο. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, πολωνικά και βουλγαρικά. Παράλληλα διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών από το 1982 έως το 1984 και αντιπρόεδρος το 1980.

Όσο για την καριέρα του ως διευθυντής και καθηγητής δραματικών σχολών, οι μαθητές του μόνο καλά είχαν να θυμηθούν. Η Ελένη Ράντου τον είχε δάσκαλο στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και σε τηλεοπτική της συνέντευξη, είχε πει ότι στην αρχή τον φοβόταν. Μάλιστα μια φορά σε εξετάσεις της είχε δώσει να ερμηνεύσει ένα κομμάτι που δεν της άρεσε. Αφού εκείνος είδε ότι η νεαρή μαθήτρια δεν μπορούσε να το φέρει εις πέρας, νευριασμένος της είπε να επιλέξει εκείνη κείμενο. « Έδινε πολλές πρωτοβουλίες στους μαθητές», είχε πει η ηθοποιός. Και συνέχισε: «Ένα από τα πράγματα που μας έλεγε και θα θυμάμαι είναι πως πρέπει ο ηθοποιός να καταλαβαίνει καλά τον ρόλο του, γιατί εάν καταλαβαίνει ο ηθοποιός, θα καταλάβει και ο θεατής». Για να καταλήξει η ηθοποιός στη διήγησή της « Εξαιτίας του αρίστευσα».
«Ήταν δύσκολος άνθρωπος, συχνά εκρηκτικός, ιδιαίτερα, όταν η δουλειά του προσέκρουε σε απροετοίμαστους ηθοποιούς ή αδιάφορους μεροκαματιάρηδες», είχε πει για τον Λυγίζο, ο Γεωργουσόπουλος.

Εκτός δουλειάς είχε φτιάξει μια ευτυχισμένη οικογένεια με τη συγγραφέα Έλενα Πανταζώνη και μαζί απέκτησαν έναν γιο. Ο ίδιος, ήθελε κάποια στιγμή να αφιερωθεί μόνο στο συγγραφικό του έργο, αφού εξαιτίας των πολλαπλών απασχολήσεων του, συνεχώς το ανέβαλε.
Πέθανε, σαν σήμερα το 1993, από πνευμονικό οίδημα. Δεκαεφτά μέρες μετά την επέτειο των γενεθλίων του (είχε γεννηθεί 1η Σεπτεμβρίου) αφήνοντας ένα τεράστιο αριθμό δημιουργιών αλλά και γλυκές αναμνήσεις, παρόλο τον εκρηκτικό του χαρακτήρα, στους ανθρώπους που συνεργάστηκε. Και όπως είχε πει σε συνέντευξή του, ο ανιψιός του, ο αξέχαστος κωμικός Ντάνος Λυγίζος: «Ο Μήτσος ήταν ένας απίστευτα τρυφερός άνθρωπος που πολλές φορές καμουφλάριζε την τρυφερότητα του, με μια υπέρμετρη σοβαρότητα».
Σπύρος Δευτεραίος

















