Ο Θοδωρής Κοτίδης και η Αγγελική Παμπουκίδου είναι από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια στη ζωή και στην τέχνη, που έχουμε στον ποντιακό χώρο. «Σκυροί» Πόντιοι και οι δυο τους, ξεχωρίζουν για το ταλέντο τους αλλά και για τον τρόπο που προσεγγίζουν το κοινό, με απλότητα και αυθεντικότητα.
Ο Θοδωρής είναι λυράρης, συνθέτης και ερμηνευτής ποντιακών τραγουδιών καθώς επίσης και δάσκαλος μουσικής. Διδάσκει ποντιακή λύρα στους μαθητές του, αλλά και ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια σε χορωδίες. Η Αγγελική με την πολυσχιδή προσωπικότητα της είναι συγγραφέας, ηθοποιός, ερμηνεύτρια και καθηγήτρια φιλολογίας στη μέση εκπαίδευση. Ως ποιήτρια διδάσκει στο ΠΜΣ Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας το μάθημα «Εργαστήριο Ποντιακής Ποίησης και Στιχουργικής».

Όπως όμως συμφωνούν και οι δύο το σπουδαιότερο κεφάλαιο στη ζωή τους είναι τα τέσσερα παιδιά τους, η Ανθή, η Αναστασία, η Αλεξία κι ο Λεωνίδας.

Στο κορυφαίο έργο του Ασκητική ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε για τα «3 χρέη του ανθρώπου». Το πρώτο χρέος είναι να νιώσει μέσα του όλους τους προγόνους. Το δεύτερο χρέος είναι να φωτίσει την ορμή τους και να συνεχίσει το έργο τους. Το τρίτο χρέος είναι να παραδώσει στους απογόνους του την μεγάλη εντολή να τον ξεπεράσουν. Φαίνεται πως ο Θοδωρής και η Αγγελική έχουν «ξεπληρώσει» τα χρέη τους με το παραπάνω και ομορφαίνουν με την παρουσία τους το ποντιακό καλλιτεχνικό στερέωμα.

Από πού έλκετε την καταγωγή σας;
Θοδωρής Κοτίδης: Η ιστορία των προγόνων μου από την πλευρά του πατέρα μου στον Πόντο ακολουθεί την εξής πορεία: Σάντα–Αργυρούπολη, Καρς, Τσάλκα. Η μητέρα μου έλκει την καταγωγή της από το Καβακλί Ανατολικής Ρωμυλίας. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν και οι δύο οικογένειες στον ν. Κιλκίς, στα χωριά Λεβεντοχώρι και Κάτω Απόστολοι αντίστοιχα.

Αγγελική Παμπουκίδου: Οι γονείς του πατέρα μου κατάγονταν και οι δύο από τον Πόντο, από το χωριό Σσον της Χερίανας, αλλά η μητέρα του παππού μου καταγόταν από τη μαρτυρική Τρίπολη του Πόντου. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν το 1923 στο Κιλκίς, στο χωριό Κορυφή. Η μητέρα μου ήταν από το χωριό Ξινονέρι της Καρδίτσας.

Στο έργο Νεράιδες του Πόντου αποτυπώνεται η ιστορία των προγόνων μας, ο πολιτισμός τους και τα γεγονότα της Γενοκτονίας. Εκεί κ. Παμπουκίδου συναντιούνται τρία πρόσωπα: αυτό της συγγραφέως που γράφει για την ιστορία, της εκπαιδευτικού που τη διηγείται και της performer, που μέσω της υποκριτικής τέχνης, του χορού και του τραγουδίσματος την περνάει στο ευρύ κοινό. Αυτή η ενσωμάτωση τόσων σύνθετων ρόλων που αφορούν την τραγική ιστορία της Γενοκτονίας πόσα ψυχικά αποθέματα απαιτεί και από πού τα αντλείτε;
Ομολογώ ότι οι στιγμές της έντονης συναισθηματικής φόρτισης κατά τη διάρκεια της συγγραφής και των τριών βιβλίων μου, ήταν πολλές. Έκλαψα πολύ, παρέα με τους ήρωές μου… Δεν το συζητώ δε για την παράσταση! Εκεί βουτάς ψυχή τε και σώματι βαθιά στην ιστορία, στην τραγωδία, στην απώλεια, τα βασανιστήρια, τον θάνατο. Δεν τα αφηγείσαι απλώς, δεν τα θυμάσαι. Τα ζεις!
Κι έχεις και το ιερό χρέος να πάρεις απ’ το χέρι τον θεατή, να γίνει συνταξιδιώτης σου, να νιώσει, να θυμώσει, να πονέσει, να κλάψει, να λυτρωθεί μέσα από την «Κάθαρση» με την αριστοτελική έννοια.
Είναι δύσκολο αυτό το ταξίδι, μα τόσο υπέροχο!

Δεν είναι τυχαίο που όλο αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το κατέγραφαν και το επεδίωκαν στις τραγωδίες τους. Και βέβαια ο παραλληλισμός στο σημείο αυτό γίνεται ακριβώς επειδή το έργο έχει τη δομή Αρχαίας τραγωδίας: τον Χορό των γυναικών, τους διαλόγους και μονολόγους του λογοτεχνικού έργου, τις ζωντανές μουσικές και τα πολυφωνικά τραγούδια, τα αφαιρετικά σκηνικά και τα εντυπωσιακά κοστούμια, τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς!

Η αλήθεια είναι ότι μ’ εκείνον τον περίεργο και μαγικό τρόπο της κληρονομικότητας το συλλογικό τραύμα της Γενοκτονίας προϋπήρχε μέσα μου χρόνια πριν δημιουργηθούν το βιβλίο και η παράσταση. Αυτό που οι επιστήμονες εξηγούν και στοιχειοθετούν ως «διαγενεακό τραύμα», που ταξιδεύει στις γενιές μέσω γονιδιακής πληροφορίας, με στιγμάτισε από πολύ νωρίς. Αυτός ήταν κι ο λόγος που από νωρίς το ιστορικό και πολιτιστικό μου ενδιαφέρον στράφηκε στον Πόντο· και βεβαίως που πήρε σάρκα και οστά και μορφοποιήθηκε σε λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό γέννημα. Κι αυτό πραγματικά χρειάζεται πολλά ψυχικά αποθέματα!

Είστε ζευγάρι στην τέχνη και στη ζωή. Ποιο είναι το αποτύπωμα που θέλετε να αφήσετε στο κοινό και τη νεολαία ιδιαίτερα ως γονείς τεσσάρων νέων ανθρώπων;
Θοδωρής Κοτίδης: Είναι γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή είχαμε καλλιτεχνικές ανησυχίες και δημιουργούσαμε μαζί, με φόντο πάντα την καταγωγή μας, τον Πόντο. Το σπίτι μας έχει από χρόνια μετατραπεί σε εργαστήριο καλλιτεχνικής παραγωγής: στούντιο μουσικής, εργαστήριο ποίησης και συγγραφής, θεατρική σκηνή…

Εγώ μελετάω αρκετές ώρες τα κομμάτια μου στη λύρα και το τραγούδι, συνθέτω και φυσικά ετοιμάζω τα τραγούδια που θα μελετήσουν οι μαθητές μου, γιατί αυτή είναι μια πολύ σπουδαία παρακαταθήκη για τη νεολαία μας· να τους δώσουμε δηλαδή την ευκαιρία μέσα από τη μουσική να γνωρίσουν το στοιχείο μας. Είναι το πρώτο βήμα.

Η Αγγελική πάλι γράφει, διορθώνει, σκηνοθετεί, ετοιμάζει κοστούμια, σκηνικά…
Η μεγαλύτερη ικανοποίησή μας όμως είναι ότι σε όλες αυτές τις δράσεις συμμετέχουν τα παιδιά μας και μάλιστα απολαμβάνουν την κάθε στιγμή!
Ίσως ακούγεται κάπως στρεσογόνο και κουραστικό όλο αυτό και βέβαια είναι, γιατί δεν είμαστε απλοί συντελεστές, αλλά οι διοργανωτές, οι μαέστροι.

Παρόλα αυτά όταν έρχεται η ώρα για το τελευταίο χειροκρότημα, όλη η κόπωση και το άγχος δίνουν τη θέση τους στην αγάπη και την αποδοχή που εισπράττουμε από τον κόσμο και ειδικά από τους νέους ανθρώπους. Κι αυτό είναι η πιο σπουδαία ανταμοιβή!
Αγγελική Παμπουκίδου: Μαζί με πολλά άλλα, σ’ αυτό που συγκλίνουμε ως ζευγάρι είναι πως η συνείδησή μας δε σήκωσε ποτέ την αδικία, τη λήθη και την άγνοια. Έχουμε θάψει (και όχι…) χιλιάδες νεκρούς στην πατρίδα. Δε θα θάψουμε όμως την αλήθεια μας! Όχι όσο περνάει από το χέρι μας. Από χρόνια λοιπόν αυτοσκοπός μας ήταν η μεταλαμπάδευση της γνώσης, η διάχυση της πληροφορίας με στοχευμένο κοινό εκτός από τα παιδιά μας και τους μαθητές μας, εν γένει τη νεολαία μας μέσα από εκδηλώσεις αφιερωμένες στην ιστορία, τη διάλεκτο, τη μουσική και τον χορό, το θέατρο, τη λαογραφία. Γιατί αυτός είναι ένας μαγικός τρόπος να «αναστήσουμε» τους νεκρούς μας!

Όταν βρίσκεστε στον φυσικό σας χώρο, σε μουσική σκηνή κ. Κοτίδη έχετε την ιδιότητα και την ικανότητα να «ξεσηκώνετε» τον κόσμο. Νεαρά άτομα, χορεύουν και τραγουδούν συμπληρώνοντας τα παραδοσιακά δίστιχα που τραγουδάτε από σκηνής. Τελικά η νεολαία μας γνωρίζει την αυθεντική παράδοση ή απομακρύνεται από αυτήν ακολουθώντας τις «Σειρήνες» της εποχής; Εσείς ως μουσικοί και καλλιτέχνες τι κάνετε για αυτό;
Παρά τον περίεργο «διάλογο» που έχουν ανοίξει νεολαία και νεοποντιακό, εγώ είμαι αισιόδοξος. Η μόδα είναι συχνά πρόσκαιρη, εντυπωσιάζει, αλλά αφήνει τη θέση της πάντα στο κλασικό. Στην προκειμένη περίπτωση το κλασικό είναι το παραδοσιακό, το αυθεντικό και είναι μεγάλο το κομμάτι της νεολαίας που έχει την παιδεία και το βίωμα, απολαμβάνει και εκστασιάζεται με την παραδοσιακή μουσική μας!

Προσωπικά βέβαια, ως συνθέτης ποντιακών τραγουδιών, στηρίζω την εξέλιξη, καθώς είναι μέρος της φύσης.
Είναι όμως σημαντικό να βάλουμε κόκκινες γραμμές: μελωδίες σε παραδοσιακούς μουσικούς δρόμους, σωστή χρήση της διαλέκτου στους στίχους, «κατενό» ποντιακό παίξιμο στη λύρα.
Ως εκπαιδευτικός και δη φιλόλογος κ. Παμπουκίδου, τι προτείνετε για την συμπερίληψη της ιστορίας και του πολιτισμού του Πόντου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και πώς σχολιάζετε τις δράσεις του Υπουργείου Παιδείας με πιο πρόσφατη αυτή του θέματος που «έπεσε» στις φετινές πανελλήνιες;
Να που φέτος μάς εξέπληξε ευχάριστα το υπουργείο κι έδωσε επιτέλους τη δυνατότητα στον Ποντιακό Ελληνισμό να προβληθεί ευρύτερα στους Νεοέλληνες. Δυστυχώς μετά από χρόνια αποσιώπησης, φτάσαμε στο σημείο να χαιρόμαστε με τα αυτονόητα…
Από την άλλη υπάρχουν τρόποι να προσεγγίσουν οι εκπαιδευτικοί τα παιδιά. Είμαστε τυχεροί που μας δίνεται το βήμα και πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία. Προσωπικά τους μιλώ πάντα μέσα από το μάθημα της Ιστορίας, αλλά και της Λογοτεχνίας, της Νεοελληνικής Γλώσσας. Οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουμε αντικείμενα των Ανθρωπιστικών σπουδών, είναι η αλήθεια ότι έχουμε την ευχέρεια να εκμεταλλευτούμε τα πεδία για κοινωνικο-ιστορικές προσεγγίσεις. Αν υπάρχει διάθεση εύκολα μπαίνει η «μαγιά».
Παράλληλα, βέβαια, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να διοργανώνει κανείς προγράμματα και δράσεις με επίκεντρο τον Ποντιακό Ελληνισμό και σίγουρα μια φορά τον χρόνο την εκδήλωση μνήμης για την επέτειο της Γενοκτονίας στις 19 Μάη. Αδιαπραγμάτευτο! Με ή χωρίς ΦΕΚ του υπουργείου…
















