Η φωνή της είναι ακριβώς όπως την φαντάζεσαι βλέποντας τα βίντεό της στο TikTok: δυνατή, καθαρή και γεμάτη ενέργεια. Από τα πρώτα λεπτά της τηλεφωνικής μας συνομιλίας δημιουργείται μια αίσθηση οικειότητας, σαν να μιλάς με έναν άνθρωπο που γνωρίζεις χρόνια. Η Στέλλα Παπουλίδου γελάει συχνά, αυτοσαρκάζεται, αφηγείται ιστορίες και περνά από το ένα θέμα στο άλλο με την ίδια ευκολία που αλλάζει ρυθμό σε ένα ποντιακό τραγούδι.
Προσπαθείς να την κατατάξεις κάπου και γρήγορα συνειδητοποιείς ότι δεν γίνεται. Είναι φιλόλογος, συγγραφέας, δημιουργός κοινωνικών δράσεων, άνθρωπος που γυρίζει την Ελλάδα για ομιλίες και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, ενώ παράλληλα παράγει εκπαιδευτικό περιεχόμενο για μαθητές και νέους. Μιλά για τα βιβλία που γράφει, για σχολεία, για κοινωνικές δράσεις, για ανθρώπους που γνώρισε σε κάθε γωνιά της χώρας. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει η ποντιακή παράδοση, ως κάτι ζωντανό που διαπερνά την καθημερινότητά της.
Η νοηματική είναι το όχημα. Η Στέλλα είναι η ιστορία.
Σήμερα είναι γνωστή κυρίως για τα βίντεο στα οποία αποδίδει ποντιακά τραγούδια στη νοηματική γλώσσα. Για όσους την συναντούν πρώτη φορά μέσα από τα social media, αυτό είναι πιθανότατα το πρώτο πράγμα που παρατηρούν. Ωστόσο, όσο περισσότερο μιλά μαζί της κανείς, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας διαδρομής που ξεκίνησε χρόνια πριν, με αφετηρία τη διδασκαλία και μια βαθιά πεποίθηση ότι η γνώση πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους.
«Νομίζω ότι παίρνω μαθήματα από τα παιδιά, παρόλο που τα διδάσκω. Εκείνα με διδάσκουν πώς να συνεχίζω το έργο μου, να μην εγκαταλείπω», λέει κάποια στιγμή και ίσως αυτή η φράση να εξηγεί πολλά.
Η νοηματική γλώσσα μπήκε στη ζωή της όταν βρέθηκε απέναντι σε κωφούς μαθητές. Δεν της αρκούσε να επικοινωνούν μέσω χειλεανάγνωσης. Ήθελε να μπορεί να συνομιλεί μαζί τους ισότιμα, στη δική τους γλώσσα. Αργότερα, όταν χρειάστηκε να διδάξει έναν μαθητή με προβλήματα όρασης, έμαθε Braille ώστε να μπορεί να του προετοιμάζει το εκπαιδευτικό υλικό. Δεν περιγράφει τίποτα από αυτά ως κάποια ιδιαίτερη πράξη. Αντιθέτως, τα αντιμετωπίζει σαν αυτονόητη συνέχεια του ρόλου της ως εκπαιδευτικός.
Η ίδια λογική θα την οδηγούσε αργότερα και σε μια διαφορετική σκέψη: αν η γνώση πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους, γιατί να μην συμβαίνει το ίδιο και με την παράδοση;
Η Στέλλα Παπουλίδου, η Πτολεμαϊδιώτισσα όπως λέει, μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου ο Πόντος και η Μικρά Ασία ήταν πάντα παρόντες. Από την πλευρά του πατέρα της κουβαλά ποντιακές ρίζες (ο παππούς βρέθηκε στη Ρωσία και μετά με την Ανταλλαγή στην Αναρράχη Εορδαίας), ενώ από την πλευρά της μητέρας της υπάρχει η Σμύρνη.
Όπως συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους της τρίτης και της τέταρτης γενιάς, οι ιστορίες «κυκλοφορούσαν» πάντοτε γύρω της, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται εξαρχής το βάρος τους. «Πάντα μου άρεσαν τα ποντιακά. Ήξερα να τα μιλάω, ήξερα να τα τραγουδάω», λέει.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που την διασκεδάζει ιδιαίτερα. Παρά την καταγωγή της, δεν ήξερε να χορεύει. Το παραδέχεται γελώντας, περιγράφοντας τον εαυτό της ως άνθρωπο που δεν μπορούσε καν να σταθεί σωστά στον κύκλο. Η γνωριμία της με τη χοροδιδάσκαλο Βούλα Παπαδοπούλου αποδείχθηκε καθοριστική – και εκεί είναι που το ποντιακό πείσμα λειτούργησε και μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χορεύει «αξιοπρεπέστατα», όπως λέει.

Μέσα από τους χορούς, τα τραγούδια και τη συστηματική ενασχόληση με την παράδοση, άρχισε να ανακαλύπτει εκ νέου έναν κόσμο που υπήρχε πάντα μέσα στην οικογένειά της, αλλά τώρα αποκτούσε διαφορετικό νόημα.
Κάπου εκεί άρχισαν να ενώνονται δύο παράλληλες διαδρομές της ζωής της.
Από τη μία πλευρά υπήρχε η νοηματική γλώσσα. Από την άλλη η ποντιακή παράδοση. Και ανάμεσά τους ένα ερώτημα που για τη Στέλλα φάνηκε σχεδόν αυτονόητο: γιατί τα ποντιακά τραγούδια, οι ιστορίες και η μνήμη να απευθύνονται μόνο στους ακούοντες; «Πρέπει η γλώσσα μας, η παράδοσή μας και η ιστορία μας να μην ακούγονται μόνο στους ακούοντες. Πρέπει όλοι να την ακούσουν», λέει με έμφαση.
Η φράση ακούγεται απλή. Στην πράξη όμως πρόκειται για μια απαιτητική διαδικασία. Η μεταφορά ενός ποντιακού τραγουδιού στη νοηματική δεν είναι μια απλή μετάφραση λέξεων. Πρέπει πρώτα να περάσει από την ποντιακή διάλεκτο στη νέα ελληνική και στη συνέχεια στη νοηματική γλώσσα. Και ακόμη και όταν ολοκληρωθεί αυτό το κομμάτι, παραμένει το πιο δύσκολο: η απόδοση του συναισθήματος.
Πώς μεταφράζεται μια λέξη που κουβαλά οικογενειακές μνήμες; Πώς αποδίδονται η νοσταλγία, ο καημός, η τρυφερότητα ή η απώλεια που κρύβεται πίσω από έναν στίχο; Πώς εξηγείται σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ποτέ ποντιακά τι σημαίνει μια λέξη που για τους Πόντιους δεν είναι απλώς λέξη αλλά εμπειρία;
Η ίδια επιμένει ότι το σημαντικότερο δεν είναι να καταλάβει κάποιος μόνο το ρυθμό της μουσικής. Είναι να καταλάβει το νόημα. Να γνωρίσει την ιστορία. Να ανακαλύψει τον κόσμο που κρύβεται πίσω από τους στίχους. «Να μάθει πόσο ωραία ερωτικά τραγούδια έχουμε» προσθέτει.
Ίσως γι’ αυτό η ανταπόκριση που έχει λάβει από την κοινότητα των κωφών να την έχει συγκινήσει τόσο. Άνθρωποι που μέχρι πρότινος δεν είχαν καμία επαφή με την ποντιακή παράδοση άρχισαν να της στέλνουν μηνύματα. Κάποιοι της έλεγαν ότι έμαθαν για πρώτη φορά στοιχεία της ιστορίας του Πόντου. Άλλοι ότι αναζήτησαν τους στίχους των τραγουδιών που παρουσίαζε. Άλλοι ότι ανακάλυψαν έναν πολιτισμό που δεν γνώριζαν.
Ανάμεσα σε όλα αυτά ξεχωρίζει μια φράση που επαναλαμβάνει σχεδόν σαν προσωπικό πιστεύω: «Οι πατρίδες δεν είναι αλησμόνητες. Οι πατρίδες είναι μέσα μας».
Δεν το λέει με διάθεση συνθήματος, αλλά σαν διαπίστωση, σαν κάτι που θεωρεί δεδομένο. Για εκείνη, οι πατρίδες υπάρχουν στις οικογένειες, στις αφηγήσεις των παππούδων, στις λέξεις που επιβιώνουν, στους χορούς που συνεχίζουν να χορεύονται και στα τραγούδια που εξακολουθούν να συγκινούν ανθρώπους έναν και πλέον αιώνα μετά τον ξεριζωμό.
Καθώς η συζήτηση φτάνει προς το τέλος της, γίνεται σαφές ότι τα ποντιακά τραγούδια στη νοηματική δεν αποτελούν έναν αυτόνομο στόχο. Είναι ακόμη μία έκφραση μιας ευρύτερης φιλοσοφίας ζωής. Είτε μιλά για μαθητές, είτε για κοινωνικές δράσεις, είτε για βιβλία, είτε για την παράδοση, η αφετηρία παραμένει η ίδια: η ανάγκη να προσφέρει.
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία της δεν αφορά τελικά μόνο τη νοηματική ή τον Πόντο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος επιλέγει να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις, το χρόνο και την ενέργειά του για να δημιουργήσει γέφυρες εκεί όπου συνήθως υπάρχουν αποστάσεις.
Και ενδεχομένως εκεί να βρίσκεται η ουσία όλων όσων κάνει η Στέλλα Παπουλίδου: Στο ότι αντιμετωπίζει την παράδοση ως κάτι που πρέπει να φτάνει σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που όσο έκανε μαθήματα χορών έβαζε τη Βούλα Παπαδοπούλου να τις βρίσκει τραγούδια – για να συνδυάζει βήματα και στίχο. Μέσα λοιπόν από αυτή τη διαδρομή, συνεχίζει να θεωρεί αγαπημένο τραγούδι το «Ρασόπουλον» και αγαπημένους χορούς τη λετσίνα και το τίκ’ Πάλτσανας – και για όποιον την έχει συναντήσει, αυτό βγάζει… πολύ νόημα!
















