Ένα προξενείο του οποίου η ιστορία αρχίζει το 1839, όταν η Ιερουσαλήμ βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση, γίνεται το ισχυρότερο σύμβολο της πρωτοφανούς ρήξης ανάμεσα στη Βρετανία και το Ισραήλ.
Η απόφαση του Ισραήλ να κλείσει το βρετανικό προξενείο στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, να απομακρύνει διπλωμάτες και να απαγορεύσει την είσοδο σε 12 Βρετανούς δεν αποτελεί απλώς μια οργισμένη απάντηση στις κυρώσεις του Λονδίνου. Καταγράφει το βαθύτερο σημείο μιας κρίσης που οικοδομήθηκε σταδιακά πάνω στον πόλεμο στη Γάζα, στην επέκταση των εποικισμών και στην αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους.
Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ χαρακτήρισε «λυπηρά» και «επιβλαβή» τα αντίποινα που ανακοίνωσε το Ισραήλ, παραδέχθηκε όμως ότι το Λονδίνο είχε υπολογίσει πως θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια αντίδραση.
«Σταθμίσαμε το κόστος και τα οφέλη της απόφασής μας», δήλωσε στο BBC, εξηγώντας ότι η βρετανική κυβέρνηση έκρινε πως δεν μπορούσε να παραμείνει αδρανής απέναντι στη βία των εποίκων και στην επέκταση των οικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Παρά την οξύτητα της αντιπαράθεσης, ο Μίλιμπαντ εξέφρασε την πεποίθηση ότι η συνεργασία ασφαλείας ανάμεσα στις δύο χώρες θα συνεχιστεί.
Απέρριψε επίσης τις επικρίσεις του αρχιραβίνου της Βρετανίας Εφραίμ Μίρβις, ο οποίος χαρακτήρισε την επιβολή κυρώσεων «μαύρη ημέρα για τους Βρετανούς Εβραίους» και προειδοποίησε ότι ενδέχεται να ενισχύσει τον εξτρεμισμό.
Ο Μίλιμπαντ, ο οποίος έχει επανειλημμένα αναφερθεί στη δική του εβραϊκή καταγωγή, υποστήριξε ότι η αντίθεση στην πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης δεν μπορεί να ταυτίζεται με τον αντισημιτισμό. Τόνισε ότι η προάσπιση της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας πρέπει να συνοδεύεται από την απερίφραστη καταδίκη των αντισημιτικών επιθέσεων, οι οποίες έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα στη Βρετανία.
Κλείσιμο του προξενείου και απομάκρυνση διπλωματών
Η ισραηλινή απάντηση δεν περιορίζεται στο κλείσιμο του προξενείου. Σύμφωνα με το Reuters, οι Βρετανοί διπλωμάτες που εργάζονται σε αυτό θα χάσουν το διπλωματικό καθεστώς τους μέσα σε 30 ημέρες.
Παράλληλα:
• Βρετανοί διπλωμάτες που υπηρετούν στη Ραμάλα και στελέχη τα οποία συμμετέχουν στην αμερικανικής πρωτοβουλίας αποστολή συντονισμού για τη Γάζα καλούνται να αποχωρήσουν.
• Διακόπτεται η βρετανική συμμετοχή στην εκπαίδευση των δυνάμεων ασφαλείας της Παλαιστινιακής Αρχής.
• Απαγορεύεται η είσοδος στο Ισραήλ σε 12 Βρετανούς πολιτικούς και άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο πρώην ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν.
Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ χαρακτήρισε τη βρετανική απόφαση «ηθικά στρεβλή» και κατηγόρησε το Λονδίνο ότι παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις και στην προεκλογική διαδικασία του Ισραήλ.
Israeli Foreign Minister @gidonsaar addresses the UK Labour Government’s latest sanctions against Israel: “Measures against Israel will not go unanswered.” pic.twitter.com/XAc1n5D1wU
— Israel Foreign Ministry (@IsraelMFA) September 8, 2026
Προς το παρόν, το Ισραήλ έχει ανακοινώσει αντίποινα μόνο κατά της Βρετανίας, αν και η ισραηλινή κυβέρνηση αναμένεται να εξετάσει τη στάση της απέναντι και στις υπόλοιπες χώρες που στηρίζουν τους περιορισμούς.
Από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ στην αναγνώριση της Παλαιστίνης
Η σημερινή σύγκρουση αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω του ιστορικού ρόλου της Βρετανίας στην περιοχή. Το 1917, η Διακήρυξη Μπάλφουρ εξέφρασε την υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης στη δημιουργία «εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό» στην Παλαιστίνη, ενώ ακολούθησε η περίοδος της Βρετανικής Εντολής έως το 1948.
Οι δύο χώρες διατήρησαν στενές πολιτικές, οικονομικές και αμυντικές σχέσεις, παρά τις κατά καιρούς διαφωνίες τους. Η απόσταση όμως άρχισε να μεγαλώνει μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο στη Γάζα.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, η Βρετανία ανέστειλε 30 άδειες εξαγωγής στρατιωτικού υλικού προς το Ισραήλ, επικαλούμενη τον κίνδυνο χρήσης του κατά παράβαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τον Ιούνιο του 2025 επέβαλε κυρώσεις στους Ισραηλινούς υπουργούς Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, κατηγορώντας τους ότι υποκινούσαν τη βία κατά Παλαιστινίων.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, το Λονδίνο προχώρησε στην αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους. Η νέα απόφαση για τους εποικισμούς αποτελεί το επόμενο και σαφώς σκληρότερο βήμα: η Βρετανία δεν περιορίζεται πλέον στην επιβολή κυρώσεων σε μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά στοχεύει την οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται συνολικά με τους οικισμούς.
Γιατί οι εποικισμοί έγιναν «κόκκινη γραμμή»
Η Βρετανία ανακοίνωσε ότι θα απαγορεύσει τις εισαγωγές προϊόντων από τους ισραηλινούς οικισμούς και θα επιβάλει περιορισμούς σε εταιρείες και πρόσωπα που χρηματοδοτούν ή διευκολύνουν την κατασκευή τους. Αντίστοιχα μέτρα ανακοίνωσαν η Γαλλία και ο Καναδάς.
Άλλες εννέα χώρες –Δανία, Ισπανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία και Σουηδία– δήλωσαν ότι προτίθενται να επιβάλουν εθνικούς περιορισμούς ή να υποστηρίξουν ανάλογα μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η αύξηση της βίας των εποίκων και το σχέδιο Ε1, το οποίο προβλέπει επέκταση των οικισμών ανατολικά της Ιερουσαλήμ.
Οι επικριτές του προειδοποιούν ότι θα αποκόψει την Ανατολική Ιερουσαλήμ από την υπόλοιπη Δυτική Όχθη και θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη δημιουργία ενιαίου παλαιστινιακού κράτους.
Οι οικονομικές συνέπειες των περιορισμών ενδέχεται να είναι μικρής έκτασης, καθώς τα προϊόντα των οικισμών αποτελούν μικρό μέρος των συνολικών ισραηλινών εξαγωγών. Όμως, το πολιτικό μήνυμα είναι πολύ ισχυρότερο: χώρες που επί δεκαετίες περιορίζονταν σε καταδικαστικές δηλώσεις περνούν πλέον σε συγκεκριμένα μέτρα.

















