Ήταν μια μέρα σαν την σημερινή, το 1977, που έφυγε από τη ζωή ο Στέλιος Περπινιάδης. Ή Στελλάκης, όπως τον αποκαλούσαν. Αυτό το υποκοριστικό φανερώνει, αν μη τι άλλο, πόσο αγαπητός ήταν και στον κόσμο αλλά και στους ανθρώπους του χώρου του. Και αυτό το υποκοριστικό τον ακολουθεί μέχρι σήμερα, που το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι δεν είναι στην πρώτη γραμμή. Το γιατί δεν είναι της παρούσης να το αναλύσουμε. Όμως σε όσους το ακούν και το ψάχνουν, ο Στέλιος Περπινιάδης κατέχει εξέχουσα θέση.
Και δικαίως. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαγιαντέρας τον αποκαλούσε «κορυφαίο των κορυφαίων, θεό της φωνής».
Ο Περπινιάδης ξεχώρισε κυρίως στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και έφτασε μέχρι τη δεκαετία του ’50. Αλλά και μετά, στη Μεταπολίτευση, όπου είχαμε την αναβίωση του ρεμπέτικου, ο Στελλάκης έκανε μια θριαμβευτική και αντάξια της αξίας και της πορείας του. Η οικογένεια Περπινιάδη, δε, συνέχισε να βγάζει μουσικούς και ερμηνευτές, όπως ο γιος του Βαγγέλης και ο εγγονός του Στέλιος, που έφυγε από την ζωή πέρυσι στις 20 Αυγούστου σε ηλικία μόλις 68 ετών. Είναι από τις ελάχιστες φορές που υπήρξε τρίτη γενιά μουσικών. Και όμως ο «πατριάρχης» Στελλάκης προέκυψε τυχαία στο τραγούδι. Και έγραψε ιστορία.
Κληρωτός του 2019
Γεννήθηκε την τελευταία χρονιά του 19ου αιώνα, δηλαδή το 1899 στις 14 Μαΐου. Ήταν το τελευταίο από τα 11 παιδιά της οικογένειας και ένα από τα τρία που επέζησαν. Γεννήθηκε στην Τήνο, τόπο καταγωγής του πατέρα του (η μητέρα του ήταν από τη Χίο), αλλά το 1900 η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια και το 1906 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του δούλευε φούρναρης και ο μικρός Στέλιος βγήκε από μικρός στο μεροκάματο. Μοναδική του διέξοδος, η εκκλησία όπου έψελνε.
Το 1919 καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία – κι αυτό αποδεικνύεται οδυνηρή εμπειρία, καθώς πηγαίνει να πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Εκεί, σε μια μάχη τραυματίζεται στα μάτια και μεταφέρεται στη Σμύρνη, όπου παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1922. Προσπαθώντας να βρει τα πατήματά του –και δη σε μια τραγική ιστορική συγκυρία–, καταφέρνει αρχικά να περάσει στη Χίο, στο χωριό της μητέρας του. Και ύστερα από έναν χρόνο περίπου, βρίσκεται στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Αγία Ζώνη, στην Κυψέλη. Αρχίζει να δουλεύει σε χρωματοπωλείο και φυσικά συνεχίζει να ψάλλει στις εκκλησίες. Σε αυτή την ρουτίνα κινείται η ζωή του, μέχρι το 1925.
Oι σωστές γνωριμίες
Όλα άλλαξαν όταν τον άκουσε να τραγουδάει ένας μουσικός, ο Μανώλης Μαργαρώνης. Πριν από αυτόν όμως είχαν προηγηθεί οι …συγγενείς του. Στα γλέντια που έστηναν πάντοτε τον καλούσαν για να τραγουδήσει γιατί είχε πολύ ωραία φωνή. Μάλιστα τον πήγαν σε ένα μαγαζί που βρισκόταν τότε κοντά στη στοά Φέξη, στην Κάνιγγος.
Όπως είχε πει ο Περπινιάδης σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του, οι μουσικοί του συγκεκριμένου μαγαζιού είπαν στους συγγενείς του «Με τέτοια φωνή, γιατί κάθεται και δουλεύει στα χρώματα;». Όμως εκείνος ούτε που να το ακούσει να γίνει τραγουδιστής.

Όλα άλλαξαν στο γάμο μιας ξαδέλφης του. Εκεί, αν και στην αρχή ο Στελλάκης δεν ήθελε να τραγουδήσει, σιγά-σιγά τον παρέσυραν. Ξεκίνησε με έναν μπάλο και τελείωσε την άλλη μέρα το πρωί. Εκεί τον άκουσε ο Μαργαρώνης.

Ύστερα από δύο μέρες ο νεαρός αρρώστησε. Ο γιατρός του απαγόρευσε να δουλέψει στις μπογιές και εκείνος κλείστηκε στο σπίτι του. Ήρθε τότε ο Μαργαρώνης και τον πήρε και κατέβηκαν στον Πειραιά. Μάλιστα, του αγόρασε μια φτηνή κιθάρα και άρχισε να τον μαθαίνει τα βασικά ως προς τη μουσική. Και αμέσως μετά ξεκινάει ως επαγγελματίας τραγουδιστής. Ο Στελλάκης –εν αγνοία του φυσικά– γίνεται από τους στυλοβάτες του πειραϊκού ρεμπέτικου.
Βέβαια, όλα αυτά προέκυψαν στην πορεία, γιατί τότε η κατάσταση ήταν …φάμπρικα. Όπως είχε πει ο ίδιος υπήρξε περίοδος που δουλεύαν συνέχεια επί 15 μέρες, σε σημείο που δεν πρόλαβαν να μετρήσουν τα λεφτά που είχαν μαζέψει.
Το 1927 έρχεται στη ζωή ο γιος του, ο Βαγγέλης, που στην πορεία ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του (έφυγε από την ζωή το 2003).
Και φτάνουμε στο 1929, όταν γνωρίζεται με τον σπουδαίο Σμυρνιό συνθέτη, τον Παναγιώτη Τούντα. Ο τελευταίος αντιλαμβάνεται με τι ακατέργαστο διαμάντι έχει να κάνει και του δίνει κάποια τραγούδια του. Αρχικά αμανέδες που όμως τον έφερε στην δισκογραφική εταιρεία Odeon. Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε ήταν το «κουκλί της Κοκκινιάς»
Με τον Τούντα κάποια στιγμή, και συγκεκριμένα το 1936, βρέθηκαν και κατηγορούμενοι στο δικαστήριο για το τραγούδι τους «Βαρβάρα».

Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια.
Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι
περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει.
Ο Περπινιάδης το έγραψε σαν χιουμοριστικό τραγούδι. Όμως λόγω σεξουαλικών υπονοούμενων των στίχων, η λογοκρισία της εποχής κατέστρεψε τους δίσκους και στα δικαστήρια του επιβλήθηκε μεγάλη χρηματική ποινή.
Πίσω όμως και συγκεκριμένα στις αρχές της δεκαετίας του 30, τον πλησιάζει η Columbia όπου και υπογράφει το ΠΡΩΤΟ συμβόλαιο τραγουδιστή διαρκείας με ετήσια αποζημίωση για συγκεκριμένο αριθμό ηχογραφήσεων.
Η χαρά του σεγόντου
Όπως καταλαβαίνετε ο Περπινιάδης έγινε η μεγάλη φωνή της εποχής. Βέβαια να ξεκαθαρίσουμε, πως τότε τα «μεγάλα ονόματα» δεν συνεπαγόταν ότι έπαιρναν και τρελά χρήματα. Απλά επιβίωναν. Από την άλλη ο Περπινιάδης ήταν τόσο αγαπητός στους συναδέλφους του, που κατά μία έννοια ήταν η «γέφυρα» μεταξύ Μικρασιατών και Πειραιωτών. Οι δυο «σχολές» δηλαδή του τραγουδιού εκείνα τα χρόνια. Και αν και ξεκίνησε από τον Πειραιά, έγινε και ο αγαπημένος των μικρασιατών ρεμπετών.

Το ήθος και η έλλειψη ανταγωνισμού φαίνεται και στο γεγονός ότι ο ίδιος έκανε δεύτερες φωνές σε κομμάτια που του άρεσαν. Όλα ξεκίνησαν από ένα τραγούδι της Ρίτας Αμπατζή. Ο Περπινιάδης ήταν στο στούντιο της εποχής και όταν άκουσε το τραγούδι, είπε στον παραγωγό ότι χρειαζόταν και μια δεύτερη φωνή για να ακούγεται καλύτερο. Και προσφέρθηκε να το κάνει ο ίδιος.
Δεν ήταν η μοναδική φορά. Αν του το ζητούσαν φίλοι ή του άρεσε, έκανε σεγόντο – και μάλιστα χωρίς ούτε να αναγράφεται το όνομά του αλλά και φυσικά χωρίς να παίρνει ούτε μισή δραχμή.
Ένας ήρεμος άνθρωπος
Κατάφερε να φτιάξει ένα μαγαζί στο Χαϊδάρι, δίπλα στο σπίτι του. Από εκεί πέρασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής – αν και βίωσε μια τραυματική εμπειρία: Στο μαγαζί του δούλευε και ο καλός του φίλος Γιώργος Κάβουρας, ο οποίος άφησε εκεί την τελευταία του πνοή από εγκεφαλικό, σε ηλικία 34 ετών.
Εκτός από τα σεγόντα, ο Περπινιάδης είχε παρουσιάσει ως δικές του πολλές δημιουργίες άλλων που του τις είχαν εμπιστευτεί, καθώς ήταν «σημαδεμένοι» από το καθεστώς του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.
Φυσικά στην περίοδο της Κατοχής πέρασε κι εκείνος μεγάλο ζόρι και αφραγκίες, αφού έκλεισε το μαγαζί του και σταμάτησε να τραγουδάει. Η αιτία; Αρνήθηκε να παίζει «για τους “φχαριστημένους” και τους μαυραγορίτες», όπως έλεγε. Κι έτσι έγινε παλιατζής.

Και όταν το 1946 επαναλειτούργησε η Columbia, ήταν από τους πρώτους που ηχογράφησαν. Δραστήριος συνδικαλιστικά και πολιτικοποιημένος, ο Περπινιάδης ήταν για σειρά ετών μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου των μουσικών και συνέβαλε αποφασιστικά στις μαχητικές διεκδικήσεις του κλάδου. Και βέβαια το ένστικτό του αποδείχθηκε αλάνθαστο για πολλά ονόματα της εποχής, όπως για παράδειγμα με την Μαρίκα Νίνου που εκείνος την έβαλε πρώτα δίπλα του και μετά έγινε δίδυμο με τον Βασίλη Τσιτσάνη.
Και όσο και αν φαίνεται περίεργο, δεν είχε πει κακή κουβέντα για κανένα συνάδελφό του.
Κλασικό παράδειγμα ότι είχε πει για τον Μανώλη Χιώτη όταν πολλοί μουσικοί, τον κατηγορούσαν ότι χάλασε το λαϊκό τραγούδι. «Ο Χιώτης ανέβασε το μπουζούκι. Γιατί είχε χρυσά δάχτυλα. Και τότε το μπουζούκι είχε πέσει και το έβαλε ο Χιώτης στα σαλόνια» είχε πει.

Και όταν το είδος ξεπεράστηκε, εκείνος ήταν εκεί στο μαγαζί του να τραγουδάει κυρίως με τον γιο του, τον Βαγγέλη. Ο τελευταίος είχε πει, σε συνέντευξή του, για το μαγαζί και τον πατέρα του: «Είχε φτιάξει ένα μικρό αλλά πολύ περιποιημένο μαγαζί. Άλλωστε δεν είχε ανάγκη από ένα πιο μεγάλο αφού η πελατεία του ήταν εμπορομανάβηδες, μεγαλοψαράδες και γενικά αυτοί που είχαν χρήμα. Από τους καλύτερους πελάτες του ήταν ο Μποδοσάκης, ο Μουσχουντής και άλλοι γνωστοί γλεντζέδες. Έτσι όσα του άφηνε μία παρέα τα παίρναν άλλοι από δέκα συντροφιές στα μεγαλύτερα κέντρα.
»Ο πατέρας μου ήταν ο Πάριος της εποχής εκείνης. Ο ραφιναρισμένος τραγουδιστής. Ακόμα κι όταν τραγούδαγε τα ρεμπέτικα, τα έλεγε με έναν δικό του τρόπο με τη βελούδινη φωνή του. Ήταν μεγάλος τραγουδιστής, αμίμητος».

Αλλά και στην επιστροφή του ρεμπέτικου, στη Μεταπολίτευση, κινήθηκε με αξιοπρέπεια. Ακούραστος λάτρης της μουσικής, μάθαινε συνέχεια: «Ο τραγουδιστής πρέπει να έχει ιδέα και να εναρμονίζεται η φωνή με το όργανο», είχε πει. Και στη δύση του, μπορούσε να μιλήσει για το τραγούδι, τα είδη και την εξέλιξή τους. Αλλά και παρέμενε αγνός, λαϊκός και απλός με όλους. Ειδικά στο Χαϊδάρι όχι απλά τον εκτιμούσαν, αλλά τον είχαν ψηφίσει για δημοτικό σύμβουλο την περίοδο 1954-1964, επί δημαρχίας Γεωργίου Χελιώτη.

Πλακατζής με τους φίλους του, σωστός οικογενειάρχης, αντιπαθούσε τις κραιπάλες και το μόνο που του άρεσε από ποτά ήταν το ούζο. Και για όλους όσοι τον γνώρισαν, αλλά και τον έμαθαν ακόμα και εκ των υστέρων, παρέμεινε ο Στελλάκης τους.
Σπύρος Δευτεραίος

















