Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «τούτο το έπος εστίν Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. »Κι αφού, λοιπόν, δικά σου είναι πια τώρα τα κλειδιά, σ’ αφήνω κλειδοκράτορα κι αποχωρώ όλο χαρά!
»Άλλωστε, ο Παράδεισος δεν δόθηκε σε μένα, για να ’μαι εγώ ο κύρης του.
»Του Παραδείσου ο κλήρος δόθηκε στον Πρωτόπλαστο· σ’ αυτόν τον χάρισε ο Θεός, και μάλιστα εξαρχής.
»Μα ύστερα βγήκε πρόσταγμα, δημεύτηκε ο κλήρος κι ο άρχοντάς του εξόριστος διώχτηκε απ’ την αφθαρσία· κατέληξε μες στη φθορά.
»Έτσι κι εγώ ορίστηκα ως φύλακας του τόπου που κάποτε ο Πρωτόπλαστος είχε στην κατοχή του.
»Γιατί οι δικοί μου τόποι κανονικά είναι αλλού και είναι νοητοί.
»Αυτοί είναι τόποι ιεροί και καθαγιασμένοι ‒άβατα μέρη, φοβερά. Είμαστε με τα Σεραφίμ μαζί σ’ αυτούς τους τόπους.
»Εσύ, όμως, τώρα μου έδειξες το διάταγμα που ανακαλεί και πάλι τον Αδάμ να έρθει από την εξορία του.
»Οπότε, δέξου τώρα εσύ αυτά που ο Αδάμ κατείχε, κάποτε ‒πριν από σε‒ νομίμως ολωσδιόλου, σαν ήταν
»στον Παράδεισο».
ιδ’. Τα λόγια τούτα ακούγοντας, τη συμβουλή ακολουθεί και τον Παράδεισο ο ληστής ευθύς παραλαμβάνει.
Κι όπως στα χέρια κράταγε το σύμβολο το επίσημο του δικαιώματός του πάνω στον κλήρο που έλαβε, φαινότανε πιο φοβερός στην όψη και στην κόψη
κι απ’ τη ρομφαία την πύρινη
στα μάτια του διαβόλου. Τον έβλεπε που ήτανε στου Παραδείσου τη χαρά
κι αρχίνησε το θρήνο και φώναζε οδυρόμενος: «Αχ, τι κακό με βρήκε!
»Άφεση πήρε ο ληστής κι άνοιξε τον Παράδεισο,
»όσο εγώ την προσοχή στον Πέτρο είχα στρέψει και ήμουν στην προσπάθεια να τον εξαπατήσω για να ’ρθει με το μέρος μου.
»Εμέ τον κλέφτη μ’ έκλεψε, με γέλασε ο ληστής!
»Ενώ περιγελούσα τον μαθητή που αρνήθηκε ‒και πρόδωσε έτσι‒ τον Χριστό και κόντευε να τρελαθεί,
»ήρθε ετούτος ο ληστής εμέ να ξεγελάσει! Για τούτον, λέω, τον ληστή που η πίστη τού έδωσε φτερά στα πόδια για να τρέξει καρφί μες
»στον Παράδεισο.
ιε’. »Στεκόμουνα απέναντι σ’ όλους τους Αποστόλους και με την πανουργία μου ήθελα να τους ρίξω με ύπουλα τεχνάσματα.
»Βλέπεις, ήταν εχθροί μου, κι εγώ τα βέλη ετοίμαζα που είχα για να τους ρίξω.
»Κι έτσι έχασα τον φίλο μου ‒για τον ληστή μιλάω‒,
»την ώρα που εγώ κοίταζα να του εύρω κι άλλους να έχει συνάδελφους στο άδικο και στην κακοπραξία.
»Τον Ιούδα εάν έβλεπα να μπαίνει στον Παράδεισο,
»τον πόνο που θα μ’ έδινε να δω ένα τέτοιο πράγμα, κουτσά-στραβά γινότανε κάπως να τον αντέξω.
»Στο κάτω-κάτω, του Χριστού ήτανε τούτος μαθητής· δεν ήτανε δικός μου.
»Μα απ’ την άλλη ο ληστής, ήταν δικός μου μαθητής, ακόλουθος πιστός μου
»μέχρι που με παράτησε και έτρεξε προς τον Χριστό, μισώντας πια εμένα.
»Και το χειρότερο είναι, πως με το ξύλο που κρατεί γίνηκε κλειδοκράτορας ετούτος
»στον Παράδεισο.
ις’. »Μα τώρα ας ετοιμαστώ για να σηκώσω πόλεμο, πιο δυνατό, πιο άγριο!
»Του Παραδείσου την οδό θα πρέπει ν’ αποκλείσω·
»στον νέο κλειδοκράτορα θα πρέπει να του δείξω
»πως μάταια του εμπιστεύτηκαν ετούτο το καθήκον: να έχει, λέει, τα κλειδιά και να φυλάει εκείνος τα μέρη ετούτα της Εδέμ».
Και λέγοντάς τα όλα αυτά, σαν μανιακός αρχίνησε να τρέχει· και πού πάει; Πάει στους Εβραίους στην αρχή,
για να τους ξεσηκώσει,
ώστε να αποστρέφονται με οργή και αηδία της πίστεως το κήρυγμα.
Τους βασιλιάδες ύστερα, όλους τους λαοπλάνους τυράννους κι εξουσιαστές της γης,
άγρια τους ερέθισε, ώστε όλοι τους προς τον Σταυρό, το Ξύλο της Ζωής, ενάντια να πάνε.
Και εναντίον του Χριστού μα κι όλων Του των δούλων, παντού διωγμούς ξεσήκωσε,
νομίζοντας πως έτσι θα εμποδίσει τους θνητούς στη διαδρομή που κάνουνε να πάνε
στον Παράδεισο.
ιζ’. Των πράων ο παμπόνηρος κι αν έχυνε το αίμα, πάντοτε νικημένος στη μάχη αυτή κατέληγε.
Των Αποστόλων ο διωγμός, αλλά και των μαρτύρων, που έκανε, τον άφησε
στο τέλος ντροπιασμένο να κάθεται και να θρηνεί,
βλέποντας την υπομονή που είχανε τούτοι του Χριστού οι τροπαιούχοι αθλητές.
Ήταν τα χρόνια αρκετά που έφερε ταραχή πολλή αυτός κι οι συνεργάτες του, οι ασεβείς
οι τύραννοι και άρχοντες του κόσμου, οι βασιλείς στους θρόνους τους με τα διατάγματά τους.
Άλλοτε κάνανε διωγμούς κρυφούς και καλυμμένους, και άλλοτε απροκάλυπτους, στα φανερά τελείως.
Αλλά απ’ τη μάχη νικητής δεν έφυγε ποτέ του· δεν έγινε ούτε μια φορά την ήττα να γλιτώσει.
Την αρετή που είχανε οι άγιοι που διώκονταν την έβλεπε στην πράξη. Θρηνούσε για το δρόμο αυτόν που είχανε διαλέξει·
τρέχαν να φτάσουν νικητές στης διαδρομής το τέρμα. Ήτανε ο πιστός ληστής εκεί και τους περίμενε να μπούνε
στον Παράδεισο.
ιη’. Καθώς αιώνες και καιρούς πάντοτε Αυτός τους κυβερνά μ’ άπειρη καλοσύνη,
έτσι μέσα στην πάνσοφη βουλή, στο θέλημά Του, ο Εύσπλαχνος ανέδειξε κάποτε
έναν βασιλιά, στ’ όνομα Κωνσταντίνο.
Αυτός ήταν πολύ πιστός λες κι είχε ξεφυτρώσει από τη ρίζα την παλιά του Αβραάμ και του Δαυίδ.
Έμοιασε του προπάτορα κι έδειξε μια συγγένεια
αληθινή μαζί του, και έβαλε σταματημό στης Εκκλησίας το διωγμό.
Κάποτε πήρε ο Αβραάμ άνδρες πιστούς μαζί του και κίνησε για πόλεμο·
ήταν διακόσιοι δέκα οκτώ και νίκησε στη μάχη.
Μ’ αυτόν τον ίδιο αριθμό ανδρών κι ο βασιλιάς μας, που ήταν ανδρείος και πιστός, επέβαλε σταματημό
στις άθεες αιρέσεις, και έτσι δεν τις άφησε να μπούνε μες στη διαδρομή, το δρόμο να χαλάσουν που πάει
στον Παράδεισο.

















