Στις αρχές Ιουλίου του 1921, μια ομάδα Ελλήνων εξορίστων έφτασε στο Αραπκίρ, στο εσωτερικό της Ανατολίας. Προέρχονταν από την περιοχή του Ικονίου και, σύμφωνα με την έκθεση δύο ανθρώπων της αμερικανικής οργάνωσης Near East Relief, ήταν άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας. Δεν ήταν η μοναδική ομάδα που πέρασε από την περιοχή. Ακολούθησαν εκατοντάδες ακόμη εκτοπισμένοι, κυρίως Έλληνες από την περιφέρεια της Ορντού.
Άλλοι παρέμειναν προσωρινά στο Αραπκίρ και άλλοι οδηγήθηκαν προς το Χαρπούτ, το Ντιγιαρμπακίρ και άλλες περιοχές της Ανατολίας.
Η δισέλιδη έκθεση των Μπέσι Μέρντοχ και Χέρμπερτ Ναπ, η οποία διασώζεται στο ψηφιακό αρχείο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καταγράφει μία από τις πιο σκληρές πτυχές των διωγμών: τις πορείες μέσα στο ψύχος, την πείνα, τις ασθένειες, και την εγκατάλειψη όσων δεν είχαν πλέον τη δύναμη να συνεχίσουν.

Η πρώτη ομάδα που αναφέρει η έκθεση έφτασε στις αρχές Ιουλίου 1921 από την περιοχή του Ικονίου. Περίπου 150 άνθρωποι παρέμειναν στο Αραπκίρ, ενώ οι υπόλοιποι στάλθηκαν προς το Χαρπούτ και το Ντιγιαρμπακίρ.
Στο ίδιο κείμενο καταγράφεται η παρουσία 150 Αρμενίων εξορίστων, οι οποίοι οδηγήθηκαν προς το Εγκίν. Λίγο αργότερα έφτασε νέα ομάδα, αποτελούμενη από περίπου 250 έως 300 ανθρώπους. Οι περισσότεροι, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, ήταν Έλληνες από την περιφέρεια της Ορντού.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν τη συστηματική κίνηση ολόκληρων ομάδων πληθυσμού από τη μια περιοχή στην άλλη.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν μεταφέρονταν προς έναν συγκεκριμένο τόπο εγκατάστασης. Υποχρεώνονταν να βαδίζουν για μεγάλες αποστάσεις, συχνά χωρίς επαρκή τροφή, ρουχισμό ή προστασία από τις καιρικές συνθήκες.
Μικρά παιδιά δίπλα σε νεκρούς και ετοιμοθάνατους γονείς
Μερικές ημέρες μετά την άφιξή της, η ομάδα από την Ορντού διατάχθηκε να αναχωρήσει για το Χαρπούτ. Η πορεία ξεκίνησε νωρίς το πρωί, μέσα σε δριμύ ψύχος. Στα βουνά ξέσπασε χιονοθύελλα. Την επόμενη μέρα, άνθρωποι που είχαν επιχειρήσει να συνεχίσουν την πορεία τους βρέθηκαν νεκροί κατά μήκος της διαδρομής. Η έκθεση σημειώνει:
«τα πτώματα αυτών κατέκειντο εσκορπισμένα εις τας οδούς».
Οι Μέρντοχ και Ναπ επισκέφθηκαν ένα κτήριο στο οποίο είχαν μεταφερθεί όσοι δεν μπορούσαν πλέον να περπατήσουν. Εκεί βρήκαν νεκρούς και ετοιμοθάνατους, ενώ μικρά παιδιά βρίσκονταν δίπλα τους, χωρίς να έχουν κάποιον να τα φροντίσει.
Η εικόνα που περιγράφουν είναι αποκαλυπτική: εξαντλημένες μητέρες, ανίκανες να μεταφέρουν για άλλη μια ημέρα τα παιδιά τους, αναγκάζονταν να τα αφήσουν στην άκρη του δρόμου. Οι άνθρωποι της Near East Relief περισυνέλεξαν περίπου είκοσι από αυτά και τα μετέφεραν στο ορφανοτροφείο του Αραπκίρ.
Πολλά άλλα παιδιά, όμως, πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες προτού φτάσουν στην πόλη.
Η κατάσταση δεν βελτιωνόταν για όσους κατάφερναν να φτάσουν στο Χαρπούτ. Σύμφωνα με την έκθεση, τα νοσοκομεία της περιοχής είχαν γεμίσει με εκατοντάδες Έλληνες εξορίστους που έπασχαν από τύφο. Σε ένα μόνο νοσοκομείο, οι πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι συντάκτες έκαναν λόγο για περίπου 20 θανάτους την ημέρα.

Η πείνα, το κρύο, η εξάντληση και ο συνωστισμός δημιουργούσαν τις συνθήκες για την εξάπλωση των ασθενειών. Παράλληλα, οι αφηγήσεις για ληστείες ήταν, όπως σημειώνεται, σχεδόν καθολικές. Οι εκτοπισμένοι έχαναν καθ’ οδόν όσα χρήματα, τρόφιμα ή αντικείμενα είχαν καταφέρει να διασώσουν.
Το σχέδιο εξόντωσης «διά βραδέως λιμού»
Οι δύο Αμερικανοί μάρτυρες δεν περιορίστηκαν στην καταγραφή των θανάτων. Διατύπωσαν με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι οι συνθήκες των εκτοπισμών δεν αποτελούσαν απλώς συνέπεια του πολέμου ή της διοικητικής αδυναμίας.
Κατά την εκτίμησή τους, οι οθωμανικές Αρχές μετέφεραν σκόπιμα τους εξορίστους κατά τη διάρκεια των πιο ψυχρών ημερών, γνωρίζοντας ότι πολλοί από αυτούς δεν θα επιβίωναν.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ημερήσια μερίδα ψωμιού. Όταν οι εξόριστοι άρχιζαν να εξασθενούν, η ποσότητα μειωνόταν από δύο ψωμιά σε ένα. Για τους συντάκτες της έκθεσης, αυτό αποτελούσε απόδειξη της επιδίωξης για «την διά βραδέως λιμού εξόντωσίν των». Η πείνα, επομένως, δεν παρουσιάζεται ως παράπλευρη συνέπεια των μετακινήσεων. Καταγράφεται ως εργαλείο εξόντωσης, μαζί με τις εξαντλητικές πορείες, την έκθεση στο ψύχος και την έλλειψη περίθαλψης.
Στο υστερόγραφο της έκθεσης, οι Μέρντοχ και Ναπ περιγράφουν όσα συνάντησαν όταν έφυγαν από το Αραπκίρ, ακολουθώντας τη διαδρομή μέσω Χαρπούτ, Ντιγιαρμπακίρ και Ούρφα. Σε κάθε χωριό και πόλη είδαν Έλληνες εξορίστους. Χιλιάδες χρησιμοποιούνταν σε εργασίες κατασκευής και επισκευής δρόμων, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Οι κατάλογοι των ανθρώπων που λάμβαναν αμερικανικό ψωμί στο Χαρπούτ περιλάμβαναν κατά μέσο όρο 3.500 εξορίστους. Ο αριθμός αυτός αφορούσε μόνο εκείνους που είχαν καταγραφεί και κατάφερναν να φτάσουν στα σημεία διανομής της βοήθειας.
Επί τρία χρόνια, Μέρντοχ και Ναπ κατέγραφαν τη φρίκη
Ο Χέρμπερτ Ναπ ήταν επικεφαλής του σταθμού της Near East Relief στο Αραπκίρ, ενώ η Μπέσι Μέρντοχ είχε την ευθύνη του αναρρωτηρίου. Το Αραπκίρ χαρακτηριζόταν ως ο πιο απομακρυσμένος σταθμός της οργάνωσης στο εσωτερικό της Ανατολίας. Εκτός από τη φροντίδα περίπου 550 ορφανών, οι δύο Αμερικανοί συμμετείχαν στη διανομή τροφίμων και στην περίθαλψη χιλιάδων προσφύγων και εκτοπισμένων.
Εργάστηκαν στην περιοχή επί τρία χρόνια και συνέταξαν την έκθεσή τους μετά την αποχώρησή τους.
Το κείμενο φέρει ημερομηνία 14 Ιουνίου 1922. Σήμερα αποτελεί μια πολύτιμη πρωτογενή μαρτυρία, όχι μόνο επειδή δίνει αριθμούς και διαδρομές, αλλά επειδή αποτυπώνει όσα είδαν αυτόπτες μάρτυρες: νεκρούς στους δρόμους, παιδιά δίπλα σε ετοιμοθάνατους γονείς, νοσοκομεία γεμάτα εξορίστους και ανθρώπους που οδηγούνταν στην εξόντωση μέσω της πείνας.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η έκθεση φωτίζει τον μηχανισμό των εκτοπίσεων στο εσωτερικό της Ανατολίας και τη μοίρα των ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών που βρέθηκαν στις ίδιες διαδρομές θανάτου.

















