Κείμενο-έρευνα: Γεωργία Βορύλλα
—
Τι σημαίνει να επισκέπτεται κανείς έναν τόπο που γνώρισε πρώτα μέσα από αφηγήσεις, βιβλία, μαρτυρίες ή οικογενειακές ιστορίες; Τι αναζητά όταν φτάνει σε πόλεις, χωριά και τοπία που εξακολουθούν να κατέχουν ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων του Πόντου;
Η σειρά «Στα ίχνη του Πόντου» του pontosnews.gr φιλοξενεί προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που ταξίδεψαν στον ιστορικό Πόντο για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές αφορμές.
Άλλοι και άλλες ακολούθησαν τα ίχνη της οικογενειακής τους ιστορίας. Άλλοι και άλλες αναζήτησαν πρόσωπα, τόπους και μνήμες που γνώριζαν μόνο μέσα από την έρευνα ή τις αφηγήσεις των προηγούμενων γενεών.
Μέσα από τις εμπειρίες τους καταγράφονται διαφορετικές όψεις ενός ταξιδιού που, για τον καθένα και την καθεμία, είχε τη δική του σημασία.
Έχει ταξιδέψει στον Πόντο είκοσι φορές και στην Κωνσταντινούπολη άλλες σαράντα. Θα περίμενε κανείς ότι ο Μιχάλης Καϊκουνίδης έχει χορτάσει από εικόνες, διαδρομές και επιστροφές. Και όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Από το 2020 δεν μπορεί να περάσει τα σύνορα. Οι τουρκικές Αρχές τού απαγορεύουν την είσοδο στη χώρα, χωρίς ο ίδιος να έχει μάθει ποτέ επισήμως το λόγο.
Αναζήτησε απαντήσεις μέσα από κάθε επίσημη οδό. Απευθύνθηκε στις τουρκικές προξενικές και πρεσβευτικές Αρχές, επικοινώνησε με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και ζήτησε να πληροφορηθεί γιατί θεωρείται ανεπιθύμητος. Απάντηση δεν έλαβε.
Υποθέσεις μπορεί να κάνει, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε στη θέση του. Επισήμως όμως δεν γνωρίζει τίποτα.
Η απαγόρευση που δεν εξηγήθηκε
Την πρώτη φορά που το όνομά του εμφανίστηκε στη λίστα των ανεπιθύμητων ήταν στις 27 Ιουλίου 2020. Ταξίδευε, όπως πάντα, οδικώς. Ήταν Κυριακή προς Δευτέρα, περίπου στη 1:30 τα ξημερώματα. Είχε περάσει το ελληνικό φυλάκιο στους Κήπους και περίμενε να ολοκληρώσει τη συνηθισμένη διαδικασία στην τουρκική πλευρά. Έπειτα από τόσα ταξίδια, γνώριζε καλά όλα τα στάδια του ελέγχου.
Σύντομα αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο υπάλληλος που κρατούσε τα διαβατήρια έκλεισε το τζάμι του φυλακίου και, ύστερα από λίγο, του ανακοίνωσε ότι υπήρχε απαγόρευση εισόδου.
Από όλα όσα άκουσε, μέσα στο αρχικό σοκ, συγκράτησε μόνο μία τουρκική λέξη: «yasak» – απαγόρευση.
«Γιατί απαγόρευση; Τι έκανα; Για ποιον λόγο;» θυμάται ότι ρωτούσε. Αντί απάντησης, ο αξιωματικός υπηρεσίας τού παρέδωσε ένα έντυπο που ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εισέλθει στη χώρα. Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης αρνήθηκε να το υπογράψει και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Όταν ζήτησε να μάθει σε ποια υπηρεσία έπρεπε να απευθυνθεί, του είπαν να επισκεφθεί το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Λίγες ώρες αργότερα, στις οκτώ το πρωί, βρισκόταν ήδη έξω από το προξενείο, περιμένοντας να ανοίξει. Οι υπάλληλοι όμως, του εξήγησαν ότι δεν είχαν πρόσβαση στα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τον λόγο της απαγόρευσης.

Ακολούθησαν επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας με το προξενείο της Θεσσαλονίκης, την τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα, το προξενείο της Κομοτηνής και τις ελληνικές διπλωματικές Αρχές. Καμία δεν οδήγησε σε επίσημη απάντηση.
Στις 14 Αυγούστου 2024, πέντε χρόνια αργότερα, επιχείρησε ξανά να περάσει τα σύνορα, ελπίζοντας ότι η απαγόρευση μπορεί να είχε αρθεί. Αυτήν τη φορά ήταν μέρα μεσημέρι. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν το ίδιο.
Παρέλαβε τα σχετικά έγγραφα, τα μετέφρασε, αλλά και πάλι δεν βρήκε σε αυτά καμία εξήγηση. Έγραψε ακόμη και στην Προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας, χωρίς να λάβει απάντηση.
Η ιστορία του όμως δεν αρχίζει στα σύνορα.
Ιστορίες αντί για παραμύθια
Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης γεννήθηκε στη Γερμανία, αλλά σε ηλικία μόλις έξι εβδομάδων η μητέρα του τον έφερε στην Ελλάδα και τον παρέδωσε στη γιαγιά του, τη Σοφία Λαζαρίδου-Καϊκουνίδου, για να τον μεγαλώσει.
Μέχρι τα 11 του χρόνια έζησε στο Ευρύπεδο Κυργίων Δράμας, ένα αμιγώς προσφυγικό χωριό, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί Μικρασιάτες, Πόντιοι και Ανατολικοθρακιώτες.
Μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι μνήμες της προσφυγιάς βρίσκονταν παντού. Θυμάται τους παιδικούς φίλους του παππού του να συγκεντρώνονται στο σπίτι και να συζητούν για τα χωριά τους και για «τα παλικάρια του Πόντου».
«Όταν καθόμασταν γύρω από τη σόμπα το χειμώνα και τσιτσίριζαν τα ξύλα στις παλιές μασίνες, οι ιστορίες είχαν πάντοτε να κάνουν με την πατρίδα. Έτσι μεγαλώσαμε. Με την πατρίδα».

Στο νεκροταφείο του Ευρύπεδου υπήρχε ένας τάφος που από μικρό παιδί τραβούσε την προσοχή του. Η επιγραφή έγραφε: «Γιάννης Ελευθεριάδης, ιερεύς, εκ Κουλάκ Καγιά Πόντου». Δεν γνώριζε τότε τι σήμαιναν οι λέξεις «εκ Κουλάκ Καγιά». Μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι ο παπα-Γιάννης ήταν ιερέας από ένα χωριό του Πόντου.
«Κάποια φορά θα πάω στο χωριό σου», θυμάται ότι υποσχέθηκε.
Ο καταλύτης ήρθε στα τέλη Αυγούστου του 2006. Ο λυράρης και συνάδελφός του Φάνης Κουρουκλίδης τού έδωσε ένα CD με τον τίτλο Πατρίδες. Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης αφηγείται ότι το έβαλε να παίξει στις τέσσερις το απόγευμα και συνέχισε να το ακούει μέχρι τις τέσσερις το πρωί.
Εκείνη τη νύχτα αποφάσισε ότι θα ταξίδευε στον Πόντο.
Ένας χρόνος προετοιμασίας
Χρειάστηκε έναν ολόκληρο χρόνο για να οργανώσει το ταξίδι. Στόχος του ήταν να φτάσει στη Σαμψούντα και να βρει τα δύο χωριά των παππούδων του: το Ακτουβάν, περίπου 25 χιλιόμετρα πριν από την πόλη, από όπου καταγόταν ο συνονόματος παππούς του Μιχάλης Καϊκουνίδης, και την Όξε, το χωριό της γιαγιάς του, ανατολικά της Σαμψούντας.
Ο παππούς του ήταν τουρκόφωνος. Η γιαγιά του ήταν ποντιόφωνη και, όταν μιλούσε για το χωριό της, έλεγε:
«Το χωρίον εμούν ψηλά, απάν’ σο ραχίν. Ένθεν κι ένθεν θάλασσα».
Στη διαδρομή προστέθηκε και ένα τρίτο χωριό. Λίγο πριν από την αναχώρησή του, ένας φίλος του πατέρα του, ο Γιάννης Φωτιάδης, του ζήτησε να αναζητήσει και το Σαρνίτς Νταγ, απ’ όπου καταγόταν η δική του οικογένεια. «Οι παππούδες έλεγαν μεταξύ τους ότι τα χωριά μας ήταν κοντά», θυμάται. Του υποσχέθηκε ότι θα το έψαχνε και τελικά κατάφερε να βρει και τα τρία χωριά.

Το πρώτο ταξίδι ξεκίνησε από το Ευρύπεδο. Το προηγούμενο απόγευμα πήγε στο νεκροταφείο και στάθηκε μπροστά στους τάφους των παππούδων του: «Τους είπα ότι θα πάω να βρω τα χωριά σας, θα πάω στην πατρίδα σας. Είχα έντονα την αίσθηση ότι με άκουγαν».
Πήρε χώμα από τους τάφους, γέμισε περίπου τη μισή από μια σακούλα και την έβαλε στο αυτοκίνητο.
Το επόμενο πρωί, στις οκτώ, ξεκίνησε μαζί με τη σύζυγό του. Τα παιδιά τους έμειναν στο Ευρύπεδο με τον πατέρα του. Την ώρα που το αυτοκίνητο απομακρυνόταν, εκείνος βγήκε στο δρόμο και έριξε πίσω τους νερό με μια κανάτα, ακολουθώντας το παλιό έθιμο για το καλό κατευόδιο του ταξιδιώτη.
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ότι θα διανυκτέρευαν κάπου στη διαδρομή και θα έφταναν στη Σαμψούντα την επόμενη ημέρα. Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης είχε μεγαλώσει με την αίσθηση ότι ο τόπος από τον οποίο είχαν ξεριζωθεί οι παππούδες του βρισκόταν απροσδιόριστα μακριά, «κάπου στην Ανατολή». Δεν είχε υπολογίσει ποτέ με ακρίβεια τα χιλιόμετρα ή τις ώρες.
Περνώντας όμως τα σύνορα και συνεχίζοντας μετά την Κωνσταντινούπολη προς τον Εύξεινο Πόντο, διαπίστωσε ότι μπορούσε να φτάσει στη Σαμψούντα το ίδιο βράδυ.
Ύστερα από δεκαέξι με δεκαεπτά ώρες οδήγηση, γύρω στις έντεκα με δώδεκα τη νύχτα, έφτασε στην πόλη. Το επόμενο πρωί έκανε μια μικρή βόλτα στην πλατεία και την παραλία για να προσανατολιστεί. Έπειτα μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο και άρχισε την αναζήτηση του Ακτουβάν.
Με τους παλιούς χάρτες και το κοντέρ του αυτοκινήτου
Δεν διέθετε περιγραφές του πατρικού σπιτιού ούτε σαφείς οδηγίες για τη διαδρομή. Είχε στηριχθεί σε ανατυπώσεις χαρτών του Ελληνικού Στρατού της περιόδου 1919-1921, τις οποίες είχε εκδώσει ο Οδυσσέας Λαμψίδης, καθώς και σε παλαιότερο χαρτογραφικό υλικό.
Από τους χάρτες είχε υπολογίσει ότι το χωριό βρισκόταν περίπου 25 χιλιόμετρα πριν από τη Σαμψούντα, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τον κεντρικό δρόμο και ψηλότερα στο βουνό. Άρχισε να μετρά την απόσταση με το κοντέρ του αυτοκινήτου. Όταν συμπλήρωσε τα 25 χιλιόμετρα, σταμάτησε σε ένα βενζινάδικο.
Τα τουρκικά του ήταν τότε περιορισμένα. Τα είχε ακούσει από τον τουρκόφωνο παππού του, αλλά δεν τα είχε μιλήσει ποτέ. Εντούτοις, προσπάθησε να εξηγήσει ότι ήταν Έλληνας και αναζητούσε το Ακτουβάν. Ο υπάλληλος του βενζινάδικου τού είπε να γυρίσει περίπου πέντε χιλιόμετρα πίσω και να αναζητήσει μια πινακίδα που οδηγούσε προς το βουνό. Γύρισε, αλλά δεν κατάφερε να την βρει.
Η περιοχή ήταν γεμάτη χαμηλούς, κατάφυτους λόφους και δρόμους που ανέβαιναν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Μετά από πολλές ερωτήσεις, και αφού κατάλαβε ποια ήταν η σωστή προφορά του χωριού που αναζητούσε, εντόπισε μια πινακίδα σκουριασμένη και σχεδόν δυσδιάκριτη.
Σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων είδε στα αριστερά του ένα μικρό χωριό με τζαμί και στα δεξιά ακόμα μια πινακίδα που έδειχνε ότι ο προορισμός του βρισκόταν άλλα δύο χιλιόμετρα μακριά. Πήρε τον δεξιό δρόμο και άρχισε να ανεβαίνει.

Σε κάθε στροφή περίμενε να αντικρίσει το χωριό. Οι λόφοι όμως έκρυβαν τον οικισμό και το Ακτουβάν εμφανίστηκε μπροστά του μόνο όταν είχε πλέον φτάσει σε απόσταση 100 ή 150 μέτρων. Ήταν (και ενδεχομένως παραμένει) ένα μικρό χωριό με περίπου δέκα ή δώδεκα σπίτια. Σύμφωνα με όσα γνώριζε, την εποχή που ζούσαν εκεί οι Έλληνες ο οικισμός αριθμούσε περίπου 80 με 100 κατοικίες. Τα περισσότερα από τα σπίτια που αντίκρισε ήταν παλιά, ενώ υπήρχαν και τρία ή τέσσερα νεότερα.
Στη βάση του χωριού βρήκε μια πηγή. Σταμάτησε, έσκυψε και ήπιε νερό, χωρίς ακόμη να γνωρίζει ποια ήταν.
Λίγο πιο πάνω ο δρόμος χωριζόταν στα δύο. Ο ένας κλάδος ανέβαινε απότομα προς τα αριστερά, αλλά ήταν σκαμμένος από τις βροχές. Ακολούθησε τον πιο περιφερειακό δρόμο και, αφού διένυσε περίπου 150 με 200 μέτρα, είδε έναν νεαρό άνδρα έξω από ένα σχετικά καινούργιο σπίτι.
Σταμάτησε και προσπάθησε να του εξηγήσει ποιος ήταν, χρησιμοποιώντας το παλιό οικογενειακό όνομα: «Καϊκούνογλου. Καϊκουνίδης στα ελληνικά».
Ο νεαρός έγνεψε ότι κατάλαβε. Σχεδόν αμέσως, ένας άνδρας γύρω στα 50 βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. «Χλόμιασε. Είπα στη γυναίκα μου: “Κάτι γίνεται εδώ, κάτι συμβαίνει και δεν το έχουμε καταλάβει”».
Ο άνδρας ήταν ο Κεμάλ Μπινιτζί. Τους κάλεσε να κατεβούν από το αυτοκίνητο, τους έβαλε να καθίσουν στο μπαλκόνι και τους πρόσφερε φαγητό και ποτό. Γνώριζε την οικογένεια Καϊκούνογλου από τις αφηγήσεις του δικού του πατέρα. Γνώριζε επίσης ότι η οικογένειά του κατοικούσε πλέον στην έκταση που κάποτε ανήκε σε εκείνους.
Ο επισκέπτης ρώτησε αμέσως πού βρισκόταν το σπίτι του παππού του.
Τα θεμέλια του σπιτιού και τα δύο χώματα
Το σπίτι δεν υπήρχε πια. Μετά την αναχώρηση των Ελλήνων είχε μείνει εγκαταλειμμένο και τα παιδιά της οικογένειας έπαιζαν στα ερείπιά του. Ο πατέρας του Κεμάλ, φοβούμενος ότι μπορεί να πέσει κάποια πέτρα και να τραυματίσει κάποιο παιδί, το είχε γκρεμίσει.
Είχαν απομείνει μόνο η περίμετρος των θεμελίων και το μεγάλο πέτρινο κεφαλόσκαλο της εισόδου.
Τότε έμαθε ότι η πηγή από την οποία είχε πιει νερό μπαίνοντας στο χωριό ήταν η πηγή της οικογένειας Καϊκούνογλου. Ο Κεμάλ τού έδειξε επίσης το αλώνι, τα χωράφια και το μύλο τους, χαμηλότερα, κοντά στο ποτάμι. Του υπέδειξε ακόμη το σημείο όπου βρισκόταν κάποτε η εκκλησία του χωριού, από την οποία δεν είχε απομείνει τίποτα.

Ο πατέρας του Κεμάλ τού είχε μιλήσει και για τον προπάππο του Μιχάλη Καϊκουνίδη, τον Κυριάκο. Ήταν πρόεδρος του χωριού, εύπορος άνθρωπος, με πρόβατα, κατσίκια και μύλο. Στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές συγκέντρωνε τρόφιμα και χρήματα και βοηθούσε όχι μόνο τους φτωχούς Έλληνες, αλλά και τους φτωχούς Τούρκους.
Η συγκίνηση δεν ήταν μόνο του επισκέπτη. «Δεν ήταν μόνο η δική μου συγκίνηση και το δικό μου σοκ. Ήταν και η δική του συγκίνηση, όταν έμαθε ότι ένας απόγονος των Καϊκούνογλου είχε έρθει στο χωριό και στεκόταν μπροστά του».
Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης άνοιξε τότε τη σακούλα που είχε φέρει από το Ευρύπεδο. Μαζί με τον Τούρκο σκόρπισε στα θεμέλια του πατρικού σπιτιού το χώμα που είχε πάρει από τον τάφο του παππού του στην Ελλάδα. Στην ίδια σακούλα έβαλε χώμα από το Ακτουβάν. Όταν επέστρεψε στο Ευρύπεδο, το έριξε στον τάφο του παππού του, στα χωράφια της οικογένειας και στο σπίτι τους.
Χώμα από τον τόπο όπου η οικογένεια ρίζωσε μετά την προσφυγιά επέστρεψε στο παλιό της σπίτι. Και χώμα από το Ακτουβάν μεταφέρθηκε στη νέα της πατρίδα.
Ο άγνωστος Καϊκούνογλου που έφτασε με ταξί
Η συνάντηση με τον Κεμάλ Μπινιτζί δεν αποκάλυψε μόνο πού βρίσκονταν το σπίτι, η πηγή, το αλώνι και τα χωράφια της οικογένειας των Ελλήνων. Έφερε στην επιφάνεια και ένα οικογενειακό μυστήριο που παραμένει μέχρι σήμερα άλυτο.
Ο Κεμάλ τού διηγήθηκε ότι, περίπου τέσσερα ή πέντε χρόνια πριν από την επίσκεψή του, είχε φτάσει στο Ακτουβάν ένας ηλικιωμένος άνδρας.
Ο ίδιος δεν βρισκόταν εκεί, καθώς διατηρούσε κατάστημα στη Σαμψούντα και επέστρεφε στο χωριό μόνο τις Κυριακές. Οι γείτονες όμως του είχαν περιγράψει τον επισκέπτη: ήταν ψηλός, αδύνατος, περίπου 90 ετών, μιλούσε άπταιστα τουρκικά και είχε έρθει μόνος του με ταξί. Συστήθηκε ως Καϊκούνογλου.
Υπέδειξε το σημείο όπου βρισκόταν παλαιότερα το σπίτι της οικογένειας, έμεινε εκεί για περίπου ένα τέταρτο και στη συνέχεια επέστρεψε με το ταξί στη Σαμψούντα. Δεν ξαναφάνηκε.
Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης αιφνιδιάστηκε. Γνώριζε όλους τους Καϊκουνίδηδες στην Ελλάδα και, όπως λέει, κανένας τους δεν είχε ταξιδέψει μέχρι τότε στο Ακτουβάν. «Ποιος ήταν αυτός;»

Τηλεφώνησε επιτόπου στον πατέρα του, ο οποίος γνώριζε καλά τουρκικά, και του έδωσε να μιλήσει με τον Κεμάλ. Οι δύο άνδρες συνομίλησαν «σαν δύο παλιοί γείτονες», προσπαθώντας να καταλάβουν ποιος θα μπορούσε να ήταν ο άγνωστος επισκέπτης.
Η απάντηση του πατέρα του ήταν κατηγορηματική: κανείς από τους γνωστούς απογόνους της οικογένειας στην Ελλάδα δεν είχε πάει στο χωριό. Ο Μιχάλης ήταν ο πρώτος. Το ερώτημα έμεινε να αιωρείται.
Η Αγάπη που χάθηκε στον ξεριζωμό
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Μιχάλης Καϊκουνίδης γνώριζε ότι ο παππούς του είχε δύο αδελφές.
Ο προπάππος του, Κυριάκος Καϊκουνίδης, είχε πεθάνει πριν από τον ξεριζωμό. Το 1923, όταν ανακοινώθηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών, η προγιαγιά του Σοφία ξεκίνησε με τα παιδιά της για τη Σαμψούντα, ώστε να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα.
Μαζί της βρίσκονταν ο περίπου δωδεκάχρονος τότε παππούς του Μιχάλης και η αδελφή του, η Αγάπη.
Η Αγάπη, όπως διατηρήθηκε στην οικογενειακή μνήμη, ήταν μια όμορφη, ξανθιά κοπέλα. Κάπου όμως στη διαδρομή από το βουνό προς τη Σαμψούντα ή μέσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην πόλη, χάθηκε. «Δεν ξέρουμε τι απέγινε. Μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε τίποτα».
Στην Ελλάδα έφτασαν τελικά η προγιαγιά του, ο παππούς του και η άλλη αδελφή, η Σαββατού. Εγκαταστάθηκαν στο Ευρύπεδο Κυργίων Δράμας και προσπάθησαν να αρχίσουν ξανά τη ζωή τους. Για χρόνια ο Μιχάλης Καϊκουνίδης πίστευε ότι τα αδέλφια ήταν συνολικά τρία.

Ώσπου, σε μια οικογενειακή συζήτηση δύο μεγαλύτερα ξαδέλφια του τού είπαν κάτι που τον συγκλόνισε. Ο δικός τους παππούς, ο οποίος γνώριζε την οικογένεια από πρώτο χέρι, δεν τους μιλούσε για τρία αδέλφια. Τους μιλούσε για δέκα. «Εγώ πάγωσα. Και οι δύο ήταν απολύτως σίγουροι. Μου είπαν: “Μιχάλη, εμάς ο παππούς μας έλεγε ότι τα αδέλφια ήταν δέκα”».
Από εκείνη τη στιγμή, ο άγνωστος ηλικιωμένος που είχε εμφανιστεί στο Ακτουβάν απέκτησε μια πιθανή θέση στην οικογενειακή ιστορία.
Ο Μιχάλης Καϊκουνίδης δεν μπορεί να γνωρίζει τι συνέβη. Διατυπώνει μόνο μια υπόθεση: ο άνδρας ίσως ήταν κάποιο από τα μέλη της οικογένειας που δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα ή απόγονος ενός παιδιού που έμεινε πίσω, εξισλαμίστηκε και απέκτησε μια διαφορετική ζωή στην Τουρκία.
Η ηλικία του άγνωστου, τα άπταιστα τουρκικά και η γνώση του για τη θέση του οικογενειακού σπιτιού θα μπορούσαν να ταιριάζουν σε αυτό το ενδεχόμενο. Απόδειξη ωστόσο, δεν υπάρχει.
«Προσπάθησα να τον αναζητήσω, αλλά δεν ήταν δυνατό. Σίγουρα θα είχε αλλάξει επίθετο. Όμως πήγε εκεί και συστήθηκε ως Καϊκούνογλου. Έδειξε το σπίτι και έφυγε. Ποιος ήταν αυτός;». Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο.
«Δεν νομίζω ότι θα χορτάσω ποτέ την πατρίδα»
Η απαγόρευση εισόδου στην Τουρκία δεν στέρησε από τον Μιχάλη Καϊκουνίδη απλώς έναν ακόμη προορισμό. Του αφαίρεσε τη δυνατότητα να επιστρέφει σε έναν τόπο που είχε γίνει μέρος της ζωής του. «Είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να διαχειριστώ. Αν πήγα είκοσι φορές στην πατρίδα, στην Κωνσταντινούπολη είχα πάει σαράντα. Πεταγόμουν ακόμη και για ένα σαββατοκύριακο».
Η επιθυμία να περνά τα σύνορα είχε γίνει, όπως παραδέχεται, σχεδόν εμμονική. «Ήθελα να πηγαίνω και να αναπνέω τον αέρα. Όταν περνούσα τα σύνορα και άκουγα τα τουρκικά, αισθανόμουν σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου. Φανταστείτε, λοιπόν, τα συναισθήματά μου τώρα που υπάρχει αυτή η απαγόρευση».
Σε κάποιον που θα του έλεγε ότι έχει ήδη ταξιδέψει τόσες φορές και πως έχει προλάβει να δει όσα ήθελε, απαντά ότι δεν είναι τόσο απλό.
Τον βαραίνει η ίδια η απαγόρευση, αλλά και η βεβαιότητα ότι, ακόμη και αν μπορούσε να συνεχίσει να ταξιδεύει, η ανάγκη της επιστροφής δεν θα εξαντλούνταν.
Τα χρόνια που έζησε στο Ευρύπεδο με τον παππού και τη γιαγιά του υπήρξαν καθοριστικά. Οι ιστορίες τους τον οδήγησαν αργότερα στη συγγραφή, στην έρευνα, στη συμμετοχή σε ντοκιμαντέρ και ραδιοφωνικές εκπομπές και στη διαρκή ενασχόληση με τη λαογραφία, την ιστορία και την παράδοση του Πόντου.
«Είμαι παιδί του χωριού. Μπορεί να ζω 50 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αλλά τα δέκα ή έντεκα χρόνια που έζησα στο προσφυγικό μου χωριό ήταν καθοριστικά. Ήταν γραφτό μου να ζήσω με τους παππούδες, να ακούσω τις ιστορίες και, τελικά, να γράψω».
Το 2008 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή Σαμψούντας αναστεναγμοί, ενώ ακολούθησαν συγγράμματα για τη Σαμψούντα και την ιστορία των Ελλήνων της ποντικής μικρασιατικής γης. Την Πρωτοχρονιά του 2026 εξέδωσε το βιβλίο Ευρύπεδο Κυργίων Δράμας – Η γη που ρίζωσε η προσφυγιά.
«Έχω μέσα μου μια ανεξίτηλα αποτυπωμένη πληγή, η οποία δεν με αφήνει να ησυχάσω. Δεν μπορώ να πω ότι πήγα είκοσι φορές και τα χόρτασα όλα. Πάντοτε έλεγα ότι θα πηγαίνω όσο μπορώ. Και δεν νομίζω ότι, ακόμη και αν είχα τη δυνατότητα να συνεχίσω, θα χόρταινα ποτέ την πατρίδα».


Στα ταξίδια του δεν μετέφερε μόνο το χώμα από τον τάφο του παππού του στο Ακτουβάν και από το Ακτουβάν πίσω στο Ευρύπεδο. Έφερε στην Ελλάδα χώμα από δεκαπέντε διαφορετικούς τόπους του Πόντου: από τη Σινώπη, την Πάφρα, τη Σαμψούντα, την Τραπεζούντα, την Κερασούντα, το Τσόρουμ, την Αμάσεια, την Παναγία Σουμελά και άλλες περιοχές.
«Κυκλοφορούσα με δεκαπέντε σακούλες χώμα στα χέρια και το έριχνα στους τάφους όσων γνώριζα από το χωριό μου, για να αλαφρώνει η ψυχή των προσφύγων, των παππούδων μας». Και αυτό δεν το αντιμετωπίζει ως προσωπικό κατόρθωμα, αλλά ως υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν και στις ιστορίες που του εμπιστεύτηκαν.
«Το αισθάνομαι σαν χρέος. Όλο αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει για να είμαι ήσυχος. Όταν ξαπλώνω να κοιμηθώ, θέλω να λέω ότι έκανα το χρέος μου. Και όταν φύγω από αυτή τη ζωή και πάω να τους συναντήσω, πρώτα ο Θεός, να μπορώ να σταθώ απέναντί τους και να τους πω: “Αυτό έκανα”».

















