Ο Γιουλ Μπρίνερ υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση ηθοποιού. Βλέποντας την πορεία του σήμερα, θα έλεγε κανείς ότι ήταν πρωτοπόρος για το πώς ένας μη Αμερικανός –αν και κάποια στιγμή πήρε την υπηκοότητα– μπόρεσε να κυριαρχήσει σε εποχές δύσκολες και ψυχροπολεμικές.
Σε μια περίοδο που στις ΗΠΑ τους «ξένους» τους κοίταγαν με μισό μάτι, ακόμα και τους Βρετανούς.
Ακόμα και η κοινωνία, και το θέαμα της εποχής τους, τους εκτός Αμερικής δεν τους είχαν σε περίοπτη θέση. Και συνήθως έπαιζαν δεύτερους ρόλους, αν δεν έπεφταν σε παραγωγούς που ήθελαν αυθεντικούς Αμερικανούς να υποδύονται τους Σοβιετικούς και τους Ασιάτες. Καλά για Λατίνους και Αφρικανούς δεν το συζητάμε καν• ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι ή σχεδόν γραφικοί. Μην θυμηθούμε το σχεδόν ρατσιστικό blackface, όπου λευκοί ηθοποιοί έπαιζαν ρόλους μαύρων μακιγιαρισμένοι.

Όλα αυτά είναι για να δούμε την πορεία ενός ηθοποιού που στην ουσία τον ανέδειξε και τον καταξίωσε το θέατρο και δη ένας ρόλος, του βασιλιά του Σιάμ. Μιλάμε για το έργο Ο βασιλιάς κι εγώ, που κατέγραψε ένα μοναδικό ρεκόρ όπως θα δείτε παρακάτω, και που ήταν ο ρόλος που όχι μόνο τον «πέρασε» στον κινηματογράφο αλλά του χάρισε και Όσκαρ.
Βέβαια, στο σινεμά έπαιξε σε πολλούς ρόλους που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στο σύνολό τους.
Όμως το θεατρικό ρεκόρ έχει μείνει, και ξέχωρα από τους αριθμούς –που ζαλίζουν–, του χάρισε την αιωνιότητα και δεν τον χαντάκωσε (όπως έγινε π.χ. με τη Λάιζα Μινέλι και το Καμπαρέ). Και τον έκανε ξεχωριστό ακόμα και η σοφή –όπως αποδείχτηκε– πράξη του, να ξυρίσει το κεφάλι του. Συν τα εξωτικά χαρακτηριστικά του, συν τη «βασιλική» ζωή του, που ήταν έργο από μόνη της.

Διεθνής από κούνια
Ο Γιουλ Μπρίνερ γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1915 ή το 1920. Ο ίδιος φυσικά υποστήριζε το δεύτερο, αλλά ο γιος του Ροκ, στη βιογραφία του, ισχυρίζεται το πρώτο. Αυτό δεν ήταν το μόνο ψέμα του ηθοποιού Γιούλι Μπαρίσοβιτς Μπρίνερ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα. Ο ίδιος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι γεννήθηκε στη ρωσική νήσο Σαχαλίνη, σύμφωνα με τον γιο του, ωστόσο, πατρίδα του ήταν το Βλαδιβοστόκ της Σιβηρίας στη Ρωσία.
Ο πατέρας του, Μπόρις Γιούλιεβιτς Μπρίνερ, που ήταν μηχανικός ορυχείων, ήταν ελβετικής και ρωσικής καταγωγής.
Ο παππούς του Μπρίνερ ήταν Ελβετός και η γιαγιά του ήταν Ρωσίδα μπουργιατικής και μογγολικής καταγωγής, γεννημένη στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας. Η μητέρα του, Μαρούσια Δημήτρεβνα, ήταν κόρη γιατρού και είχε σπουδάσει υποκριτική και μουσική.
Ζαλιστήκατε με το γενεαλογικό του; Η συνέχεια της ζωής του έχει και αυτή μυθιστορηματική εξέλιξη αλλά εδώ έχουμε δράμα, καθώς ο ελβετοσοβιετικός πατέρας αφήνει την οικογένεια του. Η μητέρα μένει μόνη με δύο παιδιά (ο ηθοποιός είχε μια αδελφή, τη Βέρα) και μεταναστεύει αρχικά στην Κίνα, και συγκεκριμένα στη Ματζουρία, και λίγο αργότερα στο Παρίσι. Εκεί τους βρίσκει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου ο νεαρός Γιουλ εργάζεται ως ακροβάτης σε νυχτερινά κέντρα, αλλά και ως ραδιοφωνικός εκφωνητής όπου μεταξύ άλλων κάνει και προπαγάνδα για λογαριασμό του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Όσον αφορά την πρώτη του ενασχόληση, αυτήν του ακροβάτη, στην πορεία την εμπλουτίζει και με τραγούδι και μουσική. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια μιας οικογενειακής μπάντας από ρομά τους οποίους και αγκαλιάζει, σε μια περίοδο που ήταν κόκκινο πανί η συγκεκριμένη φυλή. Ο Μπρίνερ δεν έκρυψε την εκτίμησή του γι’ αυτούς, και πολλά χρόνια αργότερα (συγκεκριμένα το 1977), χρίστηκε επίτιμος πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ρομά, τίτλος που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.
Η ώρα του βασιλιά
H δουλειά του ως ραδιοφωνικού ανταποκριτή αλλά οι υπηρεσίες που προσέφερε την περίοδο του πολέμου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών των ΗΠΑ, τον έφερε σε επαφή με υψηλόβαθμα στελέχη του αμερικανικού στρατού. Κάπου εκεί παίρνει τη μεγάλη απόφαση, και μετά το τέλος του πολέμου μεταναστεύει στις ΗΠΑ και αρχίζει σπουδές υποκριτικής.
Εντάσσεται σε έναν περιοδεύοντα θίασο και λίγο αργότερα ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ, στην σαιξπηρική Δωδεκάτη νύχτα.
Το ξεκίνημα δεν ήταν και τόσο πετυχημένο, καθώς ήταν μέσα στον πόλεμο και συγκεκριμένα όταν χτύπησαν οι Ιαπωνέζοι το Περλ Χάμπορ. Η παράσταση παίχτηκε 15 φορές και κατέβηκε.
Πάντως το 1942 δεν δίστασε να ποζάρει γυμνός ως μοντέλο στον φακό του διάσημου φωτογράφου Τζορτζ Πλατ Λάινς. Οι φωτογραφίες ακόμα και σήμερα θεωρούνται σημείο αναφοράς και δείχνει πόσο τολμηρός –και αποφασισμένος– ήταν ο νεαρός.

Και φτάνουμε στο 1951. Το βιβλίο της Μάργκαρέτ Λάντον με τίτλο Η Άννα και ο βασιλιάς του Σιάμ που είχε κυκλοφορήσει το 1944 με μεγάλη επιτυχία, γίνεται μιούζικαλ – το πέμπτο κατά σειρά του μουσικού διδύμου Ρότζερς και Χάμερσταϊν.
Πρωταγωνίστρια ήταν η Βρετανή Γκέρτρουντ Λόρενς. Αρχικά το ρόλο του βασιλιά ήταν να τον υποδυθεί ο Ρεξ Χάρισον, όμως τελικά δεν προέκυψε και η Λόρενς πρότεινε τον νεαρό Γιουλ Μπρίνερ.
Οι παραγωγοί και οι συντελεστές τον ένεκριναν και η παράσταση ανέβηκε, αποτελώντας θρίαμβο κυρίως για τον Μπρίνερ που την επόμενη χρονιά τιμήθηκε με βραβείο Τόνι για την ερμηνεία του. Ξέχωρα από το βραβείο, ο Μπρίνερ υποδύθηκε συνολικά αυτόν το ρόλο 4.525 φορές! Για την ιστορία, η Λόρενς ήταν επίσης υποψήφια για βραβείο Τόνι, αλλά δεν χάρηκε την επιτυχία της, αφού «έφυγε» ύστερα από 1,5 χρόνο από καρκίνο.

Ο σταρ του κινηματογράφου
Μετά το θέατρο, σειρά είχε ο κινηματογράφος. Το μιούζικαλ μεταφέρεται στο πανί και η ταινία καταγράφει θρίαμβο. Κερδίζει πέντε Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και α’ ανδρικού ρόλου στον Γιουλ Μπρίνερ μόλις στη δεύτερη ταινία του.

Για την ιστορία, εκείνη την χρονιά το Όσκαρ καλύτερης ταινίας κέρδισε Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες και του α’ γυναικείου ρόλου, όχι η Ντέμπορα Κερ που ήταν υποψήφια για το Ο βασιλιάς κι εγώ, αλλά η Ίνγκριντ Μπέργκμαν στην επιστροφή της στο Χόλιγουντ μετά τον έρωτα με τον Ροσελίνι. Το δεύτερό της όσκαρ ήταν για την Αναστασία, την ιστορία της υποτιθέμενης χαμένης κόρης του Τσάρου.
Παρτενέρ της στο φιλμ ήταν ο Γιουλ Μπρίνερ που σχεδόν με το «καλημέρα» του στο σινεμά και καθιερώνεται ως πρωταγωνιστής αλλά και ως παρτενέρ, και δη σε…ξενόγλωσσους χαρακτήρες.
Εκτός από ταλέντο –όπως αποδείχτηκε– στην ηθοποιία, είχε και απίστευτα κινηματογραφικό πρόσωπο. Και έπαιξε σχεδόν στα πάντα όσον αφορά τα είδη. Από δράμα μέχρι κατασκοπευτικό, και από περιπέτεια μέχρι ουέστερν. Στο τελευταίο έχει και μια από τις πιο γνωστές και χαρακτηριστικότερες ταινίες του είδους το Και οι 7 ήταν υπέροχοι.

Αλλά και σε βιβλικούς ρόλους ήταν από τους κορυφαίους. Μάλιστα, σε μία από αυτές που είχε ένα περίεργο κράμα, προέκυψε και ένα ειδύλλιο στα παρασκήνια. Σύντομο μεν αλλά ειδύλλιο, με την Τζίνα Λολομπρίντζιντα στα γυρίσματα της ταινίας Ο Σολομών κι η βασίλισσα του Σαβά.
«Αυτό συνέβη επειδή ήμουν ψυχολογικά πολύ αναστατωμένη, η ταινία είχε ξεκινήσει με τον Τάιρον Πάουερ ο οποίος πέθανε στη διάρκεια των γυρισμάτων, πάνω σε σκηνή μονομαχίας με ξίφος. Σωριάστηκε στο έδαφος, στο χώμα. Κι αυτό με σόκαρε. Δεν είχαμε κάτι παραπάνω μεταξύ μας. Όμως σκεφτείτε το σοκ. Αντικαταστάθηκε από τον Γιουλ Μπρίνερ, οι σκηνές του Τάιρον Πάουερ πετάχτηκαν κι έγινε η ταινία από την αρχή και δεν ήμουν καθόλου καλά ψυχολογικά από όλο αυτό. Ο Γιουλ Μπρύνερ έδειξε μια ευαισθησία, μια κατανόηση για όλο αυτό, και βρεθήκαμε. Ήταν ένα υπέροχο τρίμηνο. Όταν τέλειωσε η ταινία ο καθένας μας συνέχισε το δρόμο του. Με παρηγόρησε όμως πολύ με τη στάση του κι έτσι του αφέθηκα», είχε πει σε συνέντευξή της, η αξέχαστη Ιταλίδα σταρ.

Γυναίκες, πολλές γυναίκες
Ο Γιουλ Μπρίνερ δεν ήταν μόνο γοητευτικός στην σκηνή ή στην μεγάλη οθόνη. Είχε μεγάλη επιτυχία και εκτός. Έκανε τέσσερις γάμους αλλά είχε και αρκετές εξωσυζυγικές σχέσεις, όπως π.χ. με την Μάρλεν Ντίτριχ. Τον πρώτο του γάμο τον έκανε το 1944 με την συνάδελφό του Βιρτζίνια Γκίλμορ. Χώρισαν επίσημα το 1960. Δύο χρόνια πριν, το 1958, είχε αποκτήσει μια κόρη από εξωσυζυγική σχέση, την οποία και αναγνώρισε.
Το 1962 απέκτησε άλλη μια κόρη, τη Βικτόρια, από τον δεύτερο γάμο του με την Ντόρις Κλάινερ (μοντέλο από τη Χιλή).
Νονά της Βικτόριας ήταν η Όντρεϊ Χέπμπορν. Ο γάμος του με την Κλάινερ έληξε το 1967, και έπειτα το 1971 παντρεύτηκε την κοσμική Ζακλίν Τιον Ντε Λα Σομ. Μαζί υιοθέτησαν δύο παιδιά από το Βιετνάμ. Σύνολο πέντε παιδιά. Δυστυχώς η τρίτη του σύζυγος πέθανε σε τροχαίο το 1981.

Το 1983 παντρεύεται με την σχεδόν 40 χρόνια μικρότερη του, ηθοποιό από την Μαλαισία, Κάθι Λι. Έμειναν μαζί μέχρι το θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου 1985, από καρκίνο του πνεύμονα.
Βασιλική επιστροφή και φινάλε
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι θεατρικοί παραγωγοί προσπάθησαν (μετά φόβου, αρχικά) να επαναφέρουν τον Βασιλιά στο θέατρο. Και μάλιστα εκτός Αμερικής, όπως στο Λονδίνο. Μπορεί η εποχή και ο κόσμος να είχαν αλλάξει δραματικά, και φιλόδοξα σχέδια τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά να…βαράγανε πιστόλι, όμως το έργο Ο βασιλιάς κι εγώ αποδείχτηκε διαχρονική αξία. Και ενίσχυσε το θρίαμβό του, φτάνοντας τον απίστευτο αριθμό παραστάσεων που αναφέραμε πιο πάνω. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το 1973 έγινε και σειρά δεκατριών επεισοδίων (προβλήθηκε και στη χώρα μας) με τον τίτλο του βιβλίου «Η Άννα και ο βασιλιάς» και συμπρωταγωνίστρια την Σαμάνθα Έγκαρ.
Εκτός από την υποκριτική, ο Γιουλ Μπρίνερ ασχολήθηκε με τη φωτογραφία και τη μουσική, ενώ έγραψε και δύο βιβλία.
Το θέμα με τον καρκίνο το γνώριζε από τη δεκαετία του ’60. Λίγο πριν από το τέλος του, είχε ζητήσει από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να κάνει εκστρατεία κατά του καπνίσματος (ο ίδιος ήταν καπνιστής από τα 12 του χρόνια). Και παρόλο που για λόγους φορολογικούς είχε πάρει την ελβετική υπηκοότητα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ είπε το «ναι» και το έκανε.
Εννοείται πως μέχρι λίγο πριν από το τέλος έπαιζε το Ο βασιλιάς κι εγώ επί σκηνής. Έφυγε σε ηλικία μόλις 65 ετών και η κηδεία του έγινε στη ρωσική ορθόδοξη μονή του Σαιν Μισέλ ντε Μπουά Ωμπρί, κοντά στη Λιζέ στην Γαλλία. International τύπος ως και εκεί – ή, όπως έλεγε και ο ίδιος για τον εαυτό του, «Απλώς πείτε με ένα όμορφο αγόρι από τη Μογγολία».

Σπύρος Δευτεραίος
















