Η σύγκρουση με το Ιράν μεταφέρεται από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις τράπεζες, στη ναυτιλία και στις παγκόσμιες αγορές. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εγκαινίασε την επιχείρηση «Economic Outcast», την οποία παρουσιάζει ως μια «οικονομική D-Day» με στόχο να κοπεί κάθε εναπομείνασα οικονομική γραμμή ζωής.
Το σχέδιο είναι φιλόδοξο: οι ΗΠΑ θέλουν να απομονώσουν πλήρως το Ιράν και να υποχρεώσουν τρίτες χώρες να επιλέξουν ανάμεσα στις συναλλαγές με την Τεχεράνη και στην πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η παγίδα, όμως, βρίσκεται ακριβώς εκεί. Για να πλήξει πραγματικά το Ιράν, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να συγκρουστεί με την Κίνα και να διακινδυνεύσει μια νέα ενεργειακή κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Τι περιλαμβάνει η οικονομική επίθεση
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών διευρύνει τις δευτερογενείς κυρώσεις σε πέντε κρίσιμους τομείς της ιρανικής οικονομίας:
• ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και κρυπτονομίσματα,
• τεχνολογία,
• χρυσό,
• αερομεταφορές,
• ναυτιλία.
Παράλληλα, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε περίπου 60 εταιρείες, φυσικά πρόσωπα και πλοία που συνδέονται με τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου, το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα και τους μηχανισμούς παράκαμψης των περιορισμών.
Το μήνυμα προς κυβερνήσεις, τράπεζες και επιχειρήσεις είναι σαφές: όποιος διευκολύνει οικονομικά την Τεχεράνη κινδυνεύει να αποκοπεί από το σύστημα του δολαρίου.
Το Ιράν βρίσκεται ήδη υπό μεγάλη πίεση. Το ριάλ έχει υποχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό, οι εισαγωγές γίνονται ακριβότερες και οι ελλείψεις καυσίμων επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κοινωνία και την οικονομία.
Το μεγάλο κενό στο σχέδιο λέγεται Κίνα
Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων θα κριθεί κυρίως στο Πεκίνο. Κινεζικά διυλιστήρια απορροφούν, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, σχεδόν το 90% του ιρανικού πετρελαίου που βρίσκει αγοραστή στο εξωτερικό.
Όσο αυτός ο δίαυλος παραμένει ανοικτός, το Ιράν θα συνεχίσει να διαθέτει μια κρίσιμη πηγή συναλλάγματος. Για να κλείσει πραγματικά, οι ΗΠΑ θα πρέπει να επιβάλουν κυρώσεις όχι μόνο σε μικρές εταιρείες-βιτρίνες, αλλά και σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες, λιμάνια και κρατικές επιχειρήσεις.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο, ιδιαίτερα στις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις σπάνιες γαίες που χρειάζονται η αμερικανική τεχνολογία, η αυτοκινητοβιομηχανία και η αμυντική βιομηχανία.
Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον μπορεί να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη, αλλά κινδυνεύει να ανοίξει ταυτόχρονα έναν νέο οικονομικό πόλεμο με την Κίνα.
Η πιο επικίνδυνη μεταβλητή είναι το Ορμούζ
Το δεύτερο κρίσιμο μέτωπο βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ. Πριν από τη σημερινή σύγκρουση, από τον Περσικό Κόλπο περνούσε περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η Τεχεράνη έχει ήδη απειλήσει με πρόστιμα, κατασχέσεις φορτίων και κράτηση πλοίων που θεωρεί ότι παραβιάζουν τους κανόνες διέλευσης, ενώ 45 δεξαμενόπλοια έχουν μπει σε ιρανική «μαύρη λίστα».
Μια νέα σοβαρή διαταραχή της ναυσιπλοΐας θα ανέβαζε τις τιμές του πετρελαίου, του ντίζελ και των λιπασμάτων, μεταφέροντας το κόστος από τον Περσικό Κόλπο στα εργοστάσια, στα χωράφια και τελικά στα ράφια των σούπερμαρκετ της Ευρώπης και των ΗΠΑ.
Οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται επίσης σε δύσκολη θέση: εάν εφαρμόσουν πλήρως τις αμερικανικές απαιτήσεις, κινδυνεύουν με ιρανικά αντίποινα. Εάν δεν συμμορφωθούν, απειλούνται με αμερικανικές κυρώσεις.
Ο κίνδυνος να πονέσουν όλοι χωρίς να υποχωρήσει κανείς
Η οικονομική πίεση δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική επιλογή έχει απομακρυνθεί. Η αμερικανική ηγεσία δεν αποκλείει νέα πλήγματα, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει προετοιμασμένη και προειδοποιεί με αντίποινα τις χώρες που θα συνεργαστούν με τις ΗΠΑ.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ουάσινγκτον μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στο Ιράν. Μπορεί.
Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να το κάνει χωρίς να προκαλέσει ταυτόχρονα νέα σύγκρουση με την Κίνα, ενεργειακό σοκ στο Ορμούζ και νέο κύμα πληθωρισμού στη Δύση – και χωρίς καμία εγγύηση ότι η Τεχεράνη θα υποχωρήσει.

















