«Όταν ήταν να ανεβάσουμε τη «Μήδεια» γύρισε η Μελίνα Μερκούρη και είπε στον Ανδρέα Βουτσινά: “Η Μήδεια είναι ένα monster πάνω στην σκηνή. Μπορεί αυτό το κοριτσάκι να τα καταφέρει”; Όπου «αυτό το κοριτσάκι» είναι η Λυδία Φωτοπούλου και φυσικά η Μελίνα το είπε με αγάπη λόγω του νεαρού της ηλικίας της αλλά και επειδή ήταν μικρόσωμη. Μόνο που ο Βουτσινάς ήθελε μια άλλη εκδοχή της ηρωίδας του Ευρυπίδη. Και έγινε μια αξιομνημόνευτη παράσταση.
Σκηνοθέτης και ηθοποιός «έχτισαν» την προσωπικότητα της Μήδειας από μια φωτογραφία. Της μητέρας της! Μια μητέρα που δεν την έζησε λόγω καρκίνου.
Και σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, η Λυδία Φωτοπούλου κατάφερε τις πληγές της, όχι μόνο να τις αναγνωρίσει, αλλά να γίνουν και πηγή δημιουργίας. Αυτό όμως ήταν μόνο μια πτυχή του ταλέντου της. Γιατί πάνω απ’ όλα είναι πόσο άξια και χαρισματική ηθοποιός είναι. Και πόσο εξέλιξε σε μια μεγάλη χρονική πορεία το ταλέντο της. Πρωτίστως πάνω στο σανίδι που τόσες μεγάλες στιγμές και συγκινήσεις της έχει δώσει, αλλά και με την σειρά της έδωσε στους θεατές. Αλλά και στην τηλεόραση και –λίγο μέχρι στιγμής– στον κινηματογράφο. Γιατί οι μεγάλοι ηθοποιοί μπορούν και μεγαλουργούν σε όλα τα μέσα και σε όλες τις ηλικίες.
Μετακινήσεις και απώλειες
Γεννήθηκε σαν σήμερα στην Καβάλα και 1,5 ετών μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας της είχε καταγωγή από την Καλαμάτα και η μητέρα της από τα Ιωάννινα. Έχει μια ετεροθαλή αδελφή, 19 χρόνια μεγαλύτερη από τον πρώτο γάμο του πατέρα της, που όμως είχε χηρέψει. Ο πατέρας της ήταν πολύ άτυχος γιατί έχασε και τη δεύτερη γυναίκα του. Η μαμά της Λυδίας πέθανε στα 46 της από καρκίνο.

«Δεν γνώριζα για τη μητέρα μου και την ακριβή κατάσταση της υγείας της. Ήμουν μικρή και δεν ήξερα για τον καρκίνο και τα προβλήματα καρδιάς που είχαν αντίστοιχα οι γονείς μου», είχε δηλώσει σε πρόσφατη συνέντευξή της. «Η μαμά μου “έφυγε” από τον καρκίνο, και πάντα πίστευα ότι η μητέρα μου από ηρωισμό δεν μου είπε ότι νοσεί. Μία που μου το είπαν μία που πέθανε την άλλη μέρα. Όταν στα 40 μου είπα σε μια ψυχίατρο ότι η μαμά μου είναι ηρωίδα και δεν μου είπαν τίποτα για τον θάνατό της για να μην στεναχωρηθώ, με ρώτησε «και δεν στεναχωρηθήκατε;». Και τότε κατάλαβα πόσο λάθος είχα κάνει τότε. Και από τότε άρχισα να πενθώ τη μητέρα μου, ένιωσα την έλλειψη. Μετά την ψυχανάλυση απελευθερώθηκα και άρχισα να μοιράζομαι τα συναισθήματά μου. Πρέπει να μοιραζόμαστε την αλήθεια», αποκάλυψε.

Άλλες αναμνήσεις που είχε από την μητέρα της ήταν ότι σχεδόν κάθε Δευτέρα πηγαίνανε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών για τις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας. «Μεγάλωσα με πάρα πολλή κλασική μουσική και μπαλέτο. Με πήγαινε σε οποιαδήποτε ταινία είχε σχέση με μπαλέτο, γυρνούσα σπίτι, έβαζα τα φουλάρια της και άρχιζα τον χορό. Έκανα και μαθήματα μέχρι που η μαμά πέθανε και ήρθαμε με τον μπαμπά να μείνουμε στην Αθήνα – τότε σταμάτησα», είχε πει.
Η μητρότητα
Η ίδια έχει ομολογήσει πως «Αν γινόταν θα ήθελα να επιστρέψω στα παιδικά μου χρόνια για ν’ απολαύσω ξανά ένα μεσημεριανό γεύμα με τη μαμά και τον μπαμπά. Έφυγαν αρκετά νωρίς από τη ζωή μου και μου έχουν λείψει. Τρώγαμε πάντα όλοι μαζί και είναι στιγμές που τους θυμάμαι με πάρα πολλή αγάπη». Ο πατέρας της «έφυγε» λίγα χρόνια αργότερα.
«Με τον θάνατο των γονιών μου αναγκάστηκα να δυναμώσω. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου και να δουλέψω για να με φροντίσω», τονίζει.

Φυσικά αυτή η διπλή απώλεια σε νεαρή ηλικία την καθόρισε. Η ίδια έχει δηλώσει πως «Ίσως και το ότι διάλεξα το θέατρο, που έχει ένα τέλος που γνωρίζω από πριν, να οφείλεται στις απώλειες μου. Δημιουργούσα εγώ η ίδια το τέλος των συναισθηματικών μου σχέσεων, γιατί, παρόλο που ήθελα πάρα πολύ να κρατήσουν, φοβόμουν ότι θα πονέσω, κι έτσι “έφτιαχνα” η ίδια το τέλος τους».
Σε πολύ νεαρή ηλικία και συγκεκριμένα στα 23 της έγινε μητέρα. Κάτι που το ήθελε πολύ λόγω του χαμού της δικής της μητέρας. Παρόλα αυτά πίστευε ότι δεν ήταν έτοιμη να γίνει μάνα. Με τον πατέρα του γιου της, τον ηθοποιό Δημήτρη Καρέλλη, δεν παντρεύτηκαν ποτέ.
«Μεγάλωσα μαζί με τον γιο μου και δεν νομίζω πως ήμουν τότε ώριμη. Αλλά ως μαμά πιστεύω ότι είχα ένα τεράστιο ένστικτο στον τρόπο που θα τον μεγαλώσω».
Όταν ήταν 12 χρονών ο γιος της, ο Κωνσταντίνος, την είδε στη θρυλική παράσταση Νύχτα της Ιγκουάνα. Ο μικρός με κλάματα, την έπιασε και της είπε: «Μαμά, δεν θα σε αφήσω ποτέ, ποτέ, ποτέ». Ευτυχώς, δεν το κράτησε και ταξιδεύει συνεχώς. Όταν μεγάλωσε και πήρε το πρώτο πτυχίο από το Πάντειο, του έγραψε ένα γράμμα. «Έχω μάθει κατά καιρούς, η ζωή να μου κάνει δώρα που ίσως να μην τα καταλαβαίνω εκείνη τη στιγμή, αλλά αργότερα ανακαλύπτω πως ήταν κάτι που μου δόθηκε. Και αυτό είναι κάτι που μου το αναγνωρίζει και ο γιος μου», είχε πει.
Τα «παιδιά» του Βουτσινά
Η ίδια ως παιδάκι είχε πάει με τους γονείς της πολλές φορές, θέατρο. Αλλά δεν της άρεσε καθόλου. Μια φορά πήγανε σε μια παράσταση των Μυράτ–Ζουμπουλάκη, που ήταν μπουλβάρ. Αν και αρχικά δυσανασχέτησε, στο τέλος της άρεσε. Όχι, όπως λέει εκείνη, δεν της έγινε το «κλικ» εκεί.
Όταν ήταν να πάει στην τελευταία τάξη του εξατάξιου γυμνασίου πείθει τον πατέρα της να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη, γιατί της άρεσε ένα αγόρι που είχε γνωρίσει το καλοκαίρι. Εξαιτίας της κολλητής της, μπλέκει σε μια παράσταση και τότε αποφασίζει να γίνει ηθοποιός και όχι αρχιτέκτων, που είχε συμφωνήσει με τον πατέρα της.
«Από τη φύση μου ήμουν πάρα πολύ δειλό παιδί και ανακάλυψα έναν τρόπο να ξεπερνάω τη δειλία και τον φόβο μου», είχε πει για την… εμπλοκή της με το θέατρο.
O πατέρας της, πρόλαβε να τη δει μόνο σε μια παράσταση στον Δύσκολο του Μέναδρου. «Εκεί με είδε ο μπαμπάς μου –ήταν τόσο περήφανος. Το χάρηκε. Αυτή ήταν η παράσταση που με είδε. Όταν με πήραν στο Κρατικό για να παίξω, επαγγελματίας πια, στην προγενική που γινόταν το πρωί μιας Τετάρτης, ο μπαμπάς μου έπαθε έμφραγμα και λίγες ώρες μετά πέθανε –τον πρόλαβα. Κατέβηκα στην Αθήνα για την κηδεία, γύρισα στη Θεσσαλονίκη και έκανα πρεμιέρα», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της.
Παραμένει στην Θεσσαλονίκη, μέχρι που το 1981 έρχεται στο ΚΘΒΕ, ο Ανδρέας Βουτσινάς. Με όλη την φήμη που τον ακολουθούσε, από τη δουλειά του, κυρίως στο εξωτερικό. Και φυσικά κάτι καινούργιο ή προκαλεί φόβο και αμφισβήτηση ή επιθυμία συνεργασίας μαζί του. Η Φωτοπούλου εκείνη την περίοδο υποδυόταν την Οφηλία, στον Άμλετ. Από μόνη της, βρήκε τον Ανδρέα Βουτσινά και του ζητάει να παίξει σε παράστασή του. Και εκείνος τη βάζει να πει δυο λόγια στην Τρελή του Σαγιό που έπαιζε η Δέσπω Διαμαντίδου . Από εκεί ξεκίνησε όχι απλά συνεργασία, αλλά και σχέση ζωής. Και το επόμενο καλοκαίρι, γίνεται ο κακός χαμός. Υποδύθηκε στην Ελένη του Ευρυπίδη τη Θεονόη, και εμφανἰστηκε γυμνόστηθη δίπλα στην Αλεξάνδρα Λαδικού. Ήταν μια παράσταση που αγαπήθηκε απίστευτα από τον κόσμο, αλλά οι εφημερίδες, μετά την Επίδαυρο, την κατακρεούργησαν. Ήταν η παράσταση που ο Βουτσινάς είχε βάλει συντριβάνια με νέον και που στο φινάλε βγήκε στην υπόκλιση κρατώντας το σκυλάκι του την Μίκα.
Η Φωτοπούλου θυμόταν πως την επομένη μιας προγραμματισμένης παράστασης βγήκε σε εφημερίδα κριτική που τους έκανε σκουπίδι. Με τη διαφορά, ότι η παράσταση, για εκείνο το βράδυ που έγραφε ο κριτικός, είχε ματαιωθεί. Γενικώς με τον Ανδρέα Βουτσινά έζησε ξεχωριστές στιγμές, όπως το ανέβασμα της Μήδειας που αναφέρθηκε στην αρχή. «Στους Φιλίππους έφερναν φαντάρους που βαριόντουσαν και στη Μήδεια είχαν ανάψει τους αναπτήρες σαν σε ροκ συναυλία».
Στην ουσία ήταν μαζί με τον Νίκο Σεργιανόπουλο και την Φιλαρέτη Κομνηνού, τα «παιδιά του Βουτσινά». Και είχαν κάνει και όνομα. Αρχικά στη Θεσσαλονίκη.
Η κάθοδος στην πρωτεύουσα
«Δύο χρόνια πριν ανοίξει, πριν ξεκινήσει το Θέατρο Αμόρε, ο Γιάννης Χουβαρδάς μού είχε πει: «Δεν ξέρω τι θα κάνεις με τη ζωή σου στη Θεσσαλονίκη, αλλά θα αποφασίσεις να κατέβεις στην Αθήνα».

Η Λυδία Φωτοπούλου αφήνει τα κεκτημένα στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Και όπως είχε πει: «Τα χρόνια του Αμόρε ήταν πάρα πολύ ωραία. Στο Κρατικό σε έντυναν, σε έφτιαχναν, σε έβαφαν, δεν είχες ν’ ασχοληθείς με τίποτα. Εκεί όλα περνούσαν από τα χέρια μας. Τα ωράρια έπαυαν να είναι πεντάωρα και ήταν κάτι ξενύχτια τρελά. Όλα αυτά ασκούσαν φοβερή γοητεία επάνω μου. Μια συλλογικότητα πρωτόγνωρη σε σχέση με τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που υπήρχε στο Κρατικό, όπου δεν τολμούσες να κάνεις μια ώρα πρόβα παραπάνω».
Τότε ο γιος της, ο Κωνσταντίνος ήταν μικρός. Και αναγκαστικά έμεινε στην Θεσσαλονίκη. Η Λυδία Φωτοπούλου Κυριακή βράδυ έπαιρνε το τρένο, ανέβαινε Θεσσαλονίκη και Τετάρτη έπαιρνε το αεροπλάνο και ερχόταν στην Αθήνα.

Μετά το τέλος του Αμόρε, ανοίγεται στο ελεύθερο θέατρο. Και υποδύεται ρόλους κλασικούς αλλά και σύγχρονους. Η ίδια αισθάνεται πολύ υπερήφανη, που είναι αγαπημένη των σκηνοθετών, ακόμα και της νέας γενιάς. Δεν έγινε δηλαδή ένα κατεστημένο, αλλά μια σπουδαία ηθοποιός, που ζει προσαρμοσμένη στις επιταγές της εκάστοτε εποχής. Και σε όλες τις συνεντεύξεις της, τονίζει πόσο σημαντική είναι η συνεισφορά του σκηνοθέτη, των συναδέλφων και των συνεργατών. «Υπήρχαν άνθρωποι που συναντήθηκα και με βοήθησαν να πάω παραπέρα. Δεν πάει κανείς μόνος του πιο πέρα. Και το θέατρο είναι ένα καθαρά συνεργασιακό επάγγελμα», είχε πει σε πρόσφατη συνέντευξή της.
«ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια»
Ανήκει σε αυτή την κατηγορία και την γενιά των ηθοποιών που η τηλεόραση ήταν λίγο στο πυρ το εξώτερον. «Ήταν ταμπού της γενιάς μου, πολύ έντονα», είχε δηλώσει. Η πρώτη της δουλειά ήταν σε μία μίνι …Σουηδική σειρά , που είχε γυρίσματα και στην Ελλάδα. Λεγόταν « Amforans gata», δηλαδή «το μυστήριο του Αμφορέα». Κάνει λίγα γκεστ σε αυτοτελής σειρές, όπως «Η ανατομία ενός εγκλήματος» και το 1995 πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική μεταφορά του έργου« Τα ψάθινα καπέλα». Η ίδια είχε πει ότι όλοι οι συντελεστές της σειράς ήταν έξοχοι, εκτός από την ίδια.
Και φτάνουμε στο 2020. Και στη σειρά των Ρήγα- Ᾱποστόλου Η τούρτα της μαμάς, όπου υποδύεται τη sui generis γιαγιά Μαριλού. Και βιώνει τη χαρά της μεγάλης αναγνωρισιμότητας. Μάλιστα όπως είχε δηλώσει όταν είχε πάει διακοπές στην Τζιά, τα πιτσιρίκια την βλέπανε και της λέγανε την ατάκα -φετίχ που είχε ως ηρωίδα στην σειρά. Το «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια».
Εκτός όμως από την αναγνωρισιμότητα, της έδωσε και την ευκαιρία να παίξει κωμωδία, που της είχε λείψει. Και πλέον δεν έχει ούτε ενοχές, ούτε φόβους για να μην τυποποιηθεί, όπως είχε πει η ίδια, για την τηλεοπτική της αποχή. «Μέσα στα χρόνια είχα προτάσεις –είχα και κάποιες ηλίθιες αρνήσεις. Αλλά είχα το θέατρο που θεωρούσα ότι ήταν το μόνο και όλα τα άλλα ξεπούλημα. Τώρα πια δεν τα πιστεύω αυτά».

Επίδαυρος ξανά
Στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου, θα βρίσκεται στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο. Θα παρουσιάσει τις Τρωάδες στην μυθική προσαρμογή του Γιάννη Τσαρούχη, που είχε ανέβει το 1977 σ’ ένα… γκαράζ στην Καπλανών και είχε συγκλονίσει η αξέχαστη Σμάρω Στεφανίδου. Το έργο ανεβαίνει τώρα σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου. Δεν είναι όμως η πρώτη επαφή της ηθοποιού με αυτό το κείμενο. Είχε παίξει την ίδια μετάφραση σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά.
«Εγώ τότε έπαιζα την Κασσάνδρα, ενώ τώρα την Εκάβη. Και το είδα σαν ότι έρχεται να κλείσει ένας κύκλος και να την αποχαιρετήσω νομίζω πια την Επίδαυρο γιατί θέλει πάρα πολλή αντοχή και δεν ξέρω ακόμα αν την έχω. Τότε την Εκάβη την έκανε η Αλέκα Παΐζη και έχω στο μυαλό μου πάρα πολύ, πάρα πολύ αυτόν τον άνθρωπο δηλαδή ήταν εξαιρετική και σαν άνθρωπος πρώτα απ’ όλα και σαν ηθοποιός και ήταν η Αλέκα, Εκάβη εγώ Κασσάνδρα την αποκαλούσα μανούλα μου και από τότε πάντα μανούλα μου έμεινε η Αλέκα και τώρα θα κάνω την Εκάβη», έχει πει.

Εξακολουθεί να λατρεύει το θέατρο και να πιστεύει πως «Εάν δεν είχα ανακαλύψει το θέατρο θα ήμουν φτωχή, άπορη, μισή». Υποστηρίζει ότι υπηρέτησε με επαγγελματισμό την τέχνη της και ότι τον εαυτό της άρχισε να τον παίρνει στα σοβαρά, μετά τα 55 της. Εκνευρίζεται και μελαγχολεί με τα τοξικά σχόλια στο διαδίκτυο, αγαπάει την οικογένειά της, ενώ για τον χρόνο που περνάει δηλώνει πως «Ζει ο άνθρωπος με το “αχ, να μεγαλώσω και να κάνω εκείνο”. Κι ύστερα αν μεγαλώσεις αρχίζεις να λες “όταν ήμουν νέος…”. ‘Ετσι σκέφτομαι πως είμαι πολύ καλά στη φάση που είμαι τώρα. Αν μου έλειπαν και μερικές ρυτίδες θα ήμουν πολύ ευχαριστημένη».
Όσο για την ωριμότητα τονίζει πως «Το θέμα της ωριμότητας είναι προσωπική υπόθεση. Είναι πόσο καλά θες να γνωρίσεις τον εαυτό σου και πόσο σκέφτεσαι τον συνάνθρωπό σου, χωρίς ν’ αντιδράς με το ένστικτο και με συναισθηματική φόρτιση σε πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου. Είναι όμορφη η ωριμότητα και την αγαπώ».
Σπύρος Δευτεραίος
















