Οκτώβριος, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, σωτήριον έτος 1843. Νύχτα. Ένας πυροβολισμός μέσα από μια αίθουσα των Προπυλαίων, στην οδό Πανεπιστημίου, σκορπίζει τον πανικό στους περαστικούς.
Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς έχει σκορπίσει οσμή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στον πληθυσμό και έχει ξυπνήσει τη βαυαρική αυλή από τη νιρβάνα της εξουσίας.
Λίγο νωρίτερα, η χώρα βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας, ενώ η σκληρή οικονομική πολιτική, που σπρώχνει τους εργαζομένους στην ανέχεια, και η τοκογλυφία έχουν προκαλέσει την έκρηξη μερίδας πολιτικών, αγωνιστών και οπλαρχηγών του ’21, καθώς και του στρατού, που κατέβηκαν στο λόφο της Μπουμπουνίστρας, όπου βρίσκεται το παλάτι, και το περικύκλωσαν, απαιτώντας –εντέλει με επιτυχία– Σύνταγμα και εκλογές. Η χώρα διανύει τις πρώτες ημέρες της μετάβασης από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία.
Κατά διαστήματα, σπίθες αντίδρασης εκδηλώνονται, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια εδραίωσης της νέας κατάστασης.
«Είναι μία δύσκολη, αλλά και πλούσια σε διδάγματα εποχή. Γνωρίσαμε τους ανθρώπους, είχαμε θλιβερές εμπειρίες…» γράφει η βασίλισσα Αμαλία στις 17 Σεπτεμβρίου στον πατέρα της, Παύλο Φρειδερίκο Αύγουστο του Ολδεμβούργου, σχολιάζοντας τις «προδοτικές» πρωτοβουλίες των προσώπων που, από το πλάι του Όθωνα, βρέθηκαν –όπως λέει– ξαφνικά απέναντί του να ζητούν Σύνταγμα.
Αλλά ο πυροβολισμός στο Πανεπιστήμιο κάθε άλλο παρά αντίδραση στην παρούσα κατάσταση είναι. Και όχι μόνον αυτό. Προβλέπεται να καταχωριστεί στην Ιστορία ως «φαιδρά κατάστασις, που εσήμανε δύο πρωτιές για τον εκπαιδευτικό και διοικητικό βίο της εμβρυϊκής συνταγματικής μοναρχίας…».
Ένα παθιασμένο γλεντοκόπι…
«Φοιτηταί διαφόρου ηλικίας, τω συνόλω οκτώ, εορτάζοντες την ονομαστικήν εορτήν επαρχιώτου συναδέλφου των παρήγγειλαν εις τον φούρνον τεράστιον γιουβέτσι. Αλλά ευθύς εγεννήθη η απορία πού θα φαγωθή το γιουβέτσι αυτό και πού θα ευρεθή ο κατάλληλος χώρος δια την διασκέδασιν. Ευτυχώς παρουσιάσθη αμέσως, σταλείς από την θείαν πρόνοιαν, ο επιστάτης του Πανεπιστημίου, ο οποίος προσέφερε μίαν αίθουσαν υπό τον όρον να λάβη μέρος εις το γιουβέτσι…».
Ο χρονογράφος Γεώργιος Β. Τσοκόπουλος, βασικός συνεργάτης του εντύπου Παναθήναια, περιγράφει το επεισόδιο που θα προκαλέσει την πρώτη φοιτητική διαδήλωση και κατάληψη του κεντρικού κτηρίου στα Προπύλαια, αλλά και την πρώτη πειθαρχική τιμωρία –με απόλυση– δημόσιου υπαλλήλου.
Όπως σημειώνει ο συντάκτης του κειμένου (Παναθήναια, τ. 15, τχ. 5, 15 Δεκεμβρίου 1907, σ. 152), το περιστατικό έμεινε γνωστό ως «η στάσις του γιουβετσιού».
Συνέβη λίγο μετά την παραχώρηση του Συντάγματος και περιγράφεται με γλαφυρότητα από τον πρωτεργάτη της δημοτικής αστυνομίας, Θεόδωρο Δημητρίου.

Όσο κι αν η πασπαλισμένη με σπαρταριστές λεπτομέρειες περιγραφή του γράφοντος θα προκαλεί ευθυμία στον αναγνώστη του μέλλοντος, εκείνη την εποχή το συμβάν προκαλεί ανησυχία στο παλάτι και έναν επιπλέον πονοκέφαλο στον Ανδρέα Μεταξά, ο οποίος μόλις έχει αναλάβει το ρόλο του πρωθυπουργού στη μεταβατική κυβέρνηση, έως τη διεξαγωγή εκλογών μετά την παραχώρηση του Συντάγματος από τον βασιλιά Όθωνα.
Πέριξ του παλατιού, λοιπόν, στο περιθώριο των γεγονότων, η ζωή εξελίσσεται. Το Πανεπιστήμιο, όπου –όπως σημειώνει ο Τσοκόπουλος– «οι φοιτηταί δεν είναι νεαροί και αμύστακες έφηβοι, είναι άνδρες ώριμοι. Το δε μέτρον της Κυβερνήσεως ν’ ακροώνται τα μαθήματα ως ακροαταί οι δημόσιοι υπάλληλοι και αν δεν έχουν απολυτήριον του γυμνασίου, προικίζει το Πανεπιστήμιον όχι πλέον με ωρίμους, αλλά και με παρηλίκους», είναι μια πολυμελής οικογένεια, τα μέλη της οποίας συνυπάρχουν στα καλά και στα κακά…
Έτσι, και αυτή την ημέρα, στις 26 Οκτωβρίου 1843, που είναι η ονομαστική γιορτή ενός εκ των φοιτητών, η στενή παρέα οργανώνει φαγοπότι με αρνί γιουβετσάκι, κρασί και διασκέδαση. Το μόνο πρόβλημα είναι πού θα συντελεστεί η κατάνυξις. Λύση δίνει ο επιστάτης του Πανεπιστημίου, Γιώργης Στρατής, με την προϋπόθεση ότι θα συμμετάσχει και ο ίδιος.
Το βράδυ, σε μία από τις κεντρικές αίθουσες του Ιδρύματος, επί της οδού Πανεπιστημίου, στήνεται το γλέντι. Οι οκτώ φοιτητές, μαζί με τον επιστάτη, ξεκοκαλίζουν το αρνί και πίνουν στην υγειά του εορτάζοντος.
«Αλλά η εργασία αυτή δεν ήτο δυνατόν να γίνη εντελώς αθορύβως και ησύχως. Κρασί προσεκομίσθη άφθονον και οι συνδαιτυμόνες έπιναν με όρεξιν, δίδοντος το παράδειγμα του κλητήρος. Μίαν στιγμήν τα θρανία παρεμερίσθησαν και οι εορτασταί ήρχισαν να χορεύουν τραγουδούντες με όλην την δύναμιν των φωνητικών των οργάνων· επί τέλους ο φουστανελλάς επιστάτης έσυρε από την μέσην του την πιστόλαν και επυροβόλησεν ενθουσιωδώς εις τον αέρα!», συνεχίζει την περιγραφή του ο χρονογράφος του περιοδικού Παναθήναια.
Ξύλο, τιμωρίες, ανακλήσεις και… τέλος καλό, όλα καλά στη «στάση του γιουβετσιού»
Πυροβολισμοί μέσα στην «κιβωτό των ιδεών», σε ένα κλίμα ήδη δυναμιτισμένο από τις πολιτικές εξελίξεις! Η φασαρία και οι φωνές, που όμως απ’ έξω δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστούν ως εκρήξεις ευθυμίας και κεφιού, συγκεντρώνουν τους περαστικούς, μεταξύ των οποίων –για κακή τύχη της κεφάτης συντροφιάς– βρίσκεται και ο καθηγητής Νομικής του Ιδρύματος, Γοδεφρείδος Φέδερ (Gottfried Feder).
Ο Βαυαρός αρεοπαγίτης εισβάλλει λάβρος στο χώρο της γιορτής, διαπληκτίζεται με τους φοιτητές και ξυλοφορτώνει τον κουμπουροφόρο επιστάτη, που βρίσκεται στο… τσακίρ κέφι και δεν αντιλαμβάνεται και πολλά.
Και, σαν να μην έφταναν οι… ψιλές που ρίχνει στον έρμο υπάλληλο, τον καταγγέλλει κιόλας στους χωροφύλακες, οι οποίοι τον συλλαμβάνουν για άσκοπη χρήση όπλου. Με την έντονη διαμαρτυρία τους, οι οκτώ φοιτητές καταφέρνουν να πετύχουν την απελευθέρωσή του. Η δική τους τιμωρία έρχεται λίγες ημέρες μετά, στις 29 Οκτωβρίου, όταν η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου αποφασίζει τόσο τη δική τους αποβολή όσο και την απόλυση του επιστάτη.
«Αλλά οι αποβληθέντες συνεκάλεσαν τους φοιτητάς και τον λαόν εις τα προπύλαια του Πανεπιστημίου», αφηγείται το όργανο της δημοτικής αστυνομίας, Θεόδωρος Δημητρίου. Είναι, βλέπεις, και η εφημερίδα Η Ταχύπτερος Φήμη –η οποία είχε κυκλοφορήσει αρχικά ως Φήμη– που ρίχνει λάδι στη φωτιά, αναλαμβάνοντας με πύρινα δημοσιεύματα την υπεράσπιση των φοιτητών και προσφέροντας στους υποδαυλίζοντες την πολιτική αστάθεια πάτημα να καταχερίσουν τον Μεταξά και τη μεταβατική κυβέρνησή του.
Το κάλεσμα βρίσκει άμεση και πλατιά ανταπόκριση. Για δέκα ημέρες, πολίτες και φοιτητές διαδηλώνουν στην είσοδο των Προπυλαίων για το σκανδαλιστικό γιουβετσάκι «μετά γλυκόπιοτου οίνου», που οδήγησε στο… ασυγκράτητο τσακίρ κέφι εννέα ανθρώπους, ενώ, για ένα 24ωρο, οι «δράστες» φοιτητές, με τη στήριξη συναδέλφων τους, καταλαμβάνουν την αίθουσα παραδόσεων.
«Και επειδή αι ημέραι ήσαν πλέον πονηραί και όλα ήσαν επικίνδυνα και οι σπινθήρες ηπείλουν πυρκαϊάν, η Σύγκλητος εδέχθη πάλιν τους φοιτητάς και οι κίνδυνοι οι οποίοι εγεννήθησαν μίαν στιγμήν απέθαναν εγκαίρως. Μόνον ο αρειμάνιος κλητήρ επλήρωσε τας αμαρτίας όλων, παυθείς από την θέσιν του», καταλήγει ο Τσοκόπουλος, παραθέτοντας την αφήγηση του Θεοδώρου Δημητρίου.
Η ιστορία, ωστόσο, θα δικαιώσει και τον ατυχή επιστάτη. Οι διαδηλωτές έχουν πετύχει μια νίκη με την επαναφορά των «ταραξιών» φοιτητών, αλλά αδυνατούν να δεχθούν ότι ο υπάλληλος που περιέπεσε στο σφάλμα του πυροβολισμού στον αέρα, εν ώρα μέθης και κεφιού, πρέπει να το πληρώσει με το ψωμί του.
Η διαμαρτυρία συνεχίζεται και ο επιστάτης επαναπροσλαμβάνεται. Το όνομά του, βέβαια, θα καταγραφεί στα διοικητικά χρονικά του τόπου, καθώς, ανεξαρτήτως της αίσιας κατάληξης, θα είναι αυτός στον οποίο θα επιβληθεί η πρώτη πειθαρχική απόλυση υπαλλήλου του δημόσιου Πανεπιστημίου.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Τόνια Α. Μανιατέα.
| ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ |

















