Το ρήμα γομώνω είναι ίσως από τα πιο κοινά της ποντιακής διαλέκτου – και πώς θα μπορούσε να μην είναι, αφού χρησιμοποιείται με πολλές διαφορετικές έννοιες, όπως τις έχει καταγράψει ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στο αξεπέραστο το Ιστορικόν λεξικόν του.
Η φράση «εγομώθεν η γούλα μ’», που περιγράφει τη μεγάλη συγκίνηση (όπως λέμε «μου ανέβηκε κόμπος στο λαιμό), είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές.
Ας δούμε όμως και τις υπόλοιπες:
1. Γεμίζω, πληρώνω. Είπα κ’ εγόμωσα τ’ ωτία ‘τ’ (τον κατέπεισα), εγομώθαν τ’ ομμάτα μ’ (μου ήρθε να κλάψω), εγομώθεν φτείρας (γέμισε ψείρες), εγομώθεν τα λίρας (πλούτισε), γομών’ και σύρ’ (μεταφορικά: αερολογίες, κυριολεκτικά για όσους πυροβολούν ασκόπως).
2. Διαδίδω, διατυμπανίζω. Εγόμωσεν ατο ’ς σον κόσμον.
3. Συμπληρώνω. Το μωρόν εγόμωσεν έναν χρόνον και πάει ’ς σα δύο (αμετάβατο σημαίνει συμπληρώνομαι).
4. Γίνομαι ευτραφής, παχαίνω. Εγόμωσεν το παιδίν.
5. Γίνομαι πλησιφαής, ολόφωτος. Εγόμωσεν ο φέγγον.
6. Επιτίθεμαι με ορμή σε κάποιον. Εγομώθεν απάν’ ατ’.
7. Συρρέω. Εγομώθαν ’ς σ’ οσπίτι μ’ πολλοί.
8. Κινούμαι ορμητικά προς μια κατεύθυνση. Εγομώθεν ’ς σ’ ορμίν καικά (προς τη ρεματιά κάτω), εγομώθεν ’ς σ’ ορμάν κιάν (προς το δάσος άνω).
∴
Το τραγούδι «Τ’ αληθινόν το θάμαν» (στίχοι: Γιάννης Γκόσιος, μουσική: Μπάμπης Κεμανετζίδης, ερμηνεία: Γιώργος Ιωαννίδης), που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, είναι αφιερωμένο στον Σάββα Αμαραντίδη από την Άρδασσα, που με τον ερχομό της κόρης του έζησε το αληθινό θαύμα της ζωής. Η πρώτη στροφή λέει:
Λόγια ’κ’ ευρήκω για τ’ εσέν,
η γούλα μ’ θα γομούται.
Ασ’ τ’ εγεννέθες, πουλόπο μ’,
το όνερο μ’ πλερούται.
[πηγή: Ποντιακός Στίχος]
















