Δύο βρέφη, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο σε έναν μικρό τάφο από τούβλα και πέτρες, είχαν παραμείνει μαζί και ανέγγιχτα για περισσότερα από 1.200 χρόνια στην αρχαία Έφεσο.
Η θέση στην οποία βρέθηκαν θα μπορούσε αρχικά να δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική εντύπωση.
Ο τάφος είχε κατασκευαστεί μέσα στο εγκαταλειμμένο κανάλι μιας ρωμαϊκής δημόσιας τουαλέτας, στο Ωδείο του Αρτεμισίου. Η προσεκτική τοποθέτηση των νεκρών όμως, δείχνει ότι δεν επρόκειτο για απόρριψη, αλλά για μια κανονική ταφή που έγινε με ιδιαίτερη φροντίδα.
Ο τάφος ανακαλύφθηκε το 2010, αλλά η νέα βιοανθρωπολογική και αρχαιοθανατολογική μελέτη των οστών αποκάλυψε τώρα ότι τα παιδιά γεννήθηκαν πρόωρα και ήταν πιθανότατα δίδυμα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας των Καρολίν Παρτιό και Λίλι Ζαμπράνα, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών, δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Childhood in the Past.
Ένας βυζαντινός τάφος μέσα σε ρωμαϊκό αγωγό
Το Ωδείο βρισκόταν μέσα στον ιερό χώρο του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο και είχε κατασκευαστεί τον 1ο αιώνα μ.Χ. για μουσικές, θεατρικές και ποιητικές παραστάσεις.
Κατά τον 2ο ή τον 3ο αιώνα, σε έναν από τους υπόγειους χώρους του προστέθηκε δημόσια τουαλέτα με περίπου 30 θέσεις.
Αιώνες μετά την εγκατάλειψη του κτηρίου, μέσα στο ανενεργό πλέον αποχετευτικό κανάλι κατασκευάστηκε ένας μικρός κιβωτιόσχημος τάφος από επαναχρησιμοποιημένα τούβλα, κεραμίδια και πέτρινες πλάκες.
Η ραδιοχρονολόγηση τοποθετεί την ταφή στον 8ο ή τον 9ο αιώνα, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Πρόκειται για τη μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή μεμονωμένη ταφή νεογνών στην Έφεσο, έξω από τα οργανωμένα νεκροταφεία της πόλης.

Παρά την ασυνήθιστη θέση, η ταφή ακολουθούσε τις χριστιανικές συνήθειες της εποχής. Τα δύο παιδιά είχαν τοποθετηθεί ανάσκελα, με τα κεφάλια προς τη Δύση, ενώ δεν υπήρχαν κτερίσματα.
Ίχνη στα σώματα δείχνουν ότι πιθανότατα είχαν τυλιχθεί σε σάβανο. Ένα μικρό σιδερένιο αντικείμενο που εντοπίστηκε κοντά στο κεφάλι τους ενδέχεται να ήταν η βελόνα με την οποία στερεώθηκε το ύφασμα.
Γεννήθηκαν περίπου στον έβδομο μήνα
Η εξέταση των οστών έδειξε ότι τα δύο παιδιά βρίσκονταν περίπου στην 33η ή 34η εβδομάδα κύησης, δηλαδή είχαν γεννηθεί σχεδόν ενάμιση μήνα πριν από την ολοκλήρωση της εγκυμοσύνης.
Το μήκος του σώματός τους υπολογίστηκε σε 43 και 44 εκατοστά. Η σχεδόν ίδια ηλικία, η παρόμοια σωματική ανάπτυξη και το γεγονός ότι είχαν τοποθετηθεί σε άμεση επαφή οδηγούν τους επιστήμονες στην εκτίμηση ότι ήταν δίδυμα. Η συγγένειά τους ωστόσο θα επιβεβαιωθεί μόνο με μελλοντική ανάλυση DNA.
Ακόμη πιο ασυνήθιστο είναι το ανατομικό εύρημα σε ένα από τα παιδιά.
Οι επιστήμονες εντόπισαν μια επιπλέον αυχενική πλευρά, ένα πρόσθετο οστό που αναπτύσσεται στη βάση του λαιμού και εμφανίζεται σε περίπου έναν στους εκατό ανθρώπους.
Στα νεογνά η συγκεκριμένη ανωμαλία έχει συνδεθεί με διαταραχές των γονιδίων που ελέγχουν την εμβρυϊκή ανάπτυξη και με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού ή θανάτου. Οι ερευνητές διευκρινίζουν, πάντως, ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εάν αυτή υπήρξε η αιτία θανάτου των δύο παιδιών.
Πρόκειται μόλις για τη δεύτερη καταγεγραμμένη περίπτωση αυχενικής πλευράς σε περιγεννητικό άτομο παγκοσμίως και για την πρώτη γνωστή αρχαιολογική περίπτωση στην οποία το εύρημα συνδέεται με πιθανή δίδυμη κύηση.
Φροντίδα και όχι απόρριψη
Η θέση του τάφου σε έναν παλιό αγωγό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως ένδειξη περιθωριοποίησης των δύο παιδιών. Εντούτοις, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία οδηγούν τους ερευνητές στο αντίθετο συμπέρασμα.
Ο αγωγός είχε πάψει να χρησιμοποιείται επί αιώνες και αποτελούσε πλέον έναν κλειστό και προστατευμένο χώρο. Ο προσανατολισμός των σωμάτων, η κατασκευή κανονικού τάφου, το πιθανό σάβανο και η προσεκτική τοποθέτηση των βρεφών δείχνουν ότι οι άνθρωποι που τα έθαψαν θέλησαν να προστατεύσουν τα σώματά τους.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνήτριες, η ταφή μαρτυρά την ιδιαίτερη φροντίδα των συγγενών και δείχνει ότι ο θάνατος των παιδιών είχε αγγίξει την οικογένεια ή την κοινότητά τους.
Παράλληλα, η χρονολόγηση αποδεικνύει ότι ο χώρος του Αρτεμισίου παρέμενε προσβάσιμος κατά τους πρώτους μεσαιωνικούς αιώνες, πριν από τις πλημμύρες του 13ου και του 14ου αιώνα, οι οποίες κάλυψαν ολόκληρο το αρχαίο ιερό με έξι έως οκτώ μέτρα φερτών υλικών.

















