Όταν ο Γερμανός πρόξενος της Σινώπης ενημέρωνε το Βερολίνο, τον Ιούλιο του 1916, ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Κασταμονής είχε εκτοπιστεί σχεδόν στο σύνολό του και ότι όσοι γλίτωναν από τις σφαγές κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα και τις κακουχίες, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι η αναφορά του θα διαβαζόταν περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα ως ένα από τα τεκμήρια των διωγμών κατά των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όταν Αυστριακοί πρόξενοι κατέγραφαν καμένα χωριά, βίαιες εκτοπίσεις και ορφανά Ελληνόπουλα που περιφέρονταν στους δρόμους χωρίς οικογένεια και προστασία, δεν επιχειρούσαν να γράψουν ιστορία. Κατέγραφαν την επικαιρότητα της εποχής τους, ενημερώνοντας τις κυβερνήσεις τους για όσα συνέβαιναν σε μια αυτοκρατορία που βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στη βία και τον εθνικισμό.
Αυτές ακριβώς τις φωνές αναζήτησε επί δεκαετίες ο ομότιμος καθηγητής Κωνσταντίνος Φωτιάδης.
Σε αρχεία της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Βρετανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών, συγκέντρωσε χιλιάδες σελίδες εγγράφων και ντοκουμέντων που σήμερα αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σώματα τεκμηρίωσης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και, ευρύτερα, για τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πρόσφατη απόφασή του να παραχωρήσει στην Ένωση Ποντίων Πιερίας το δικαίωμα αναπαραγωγής και χρήσης πολύτιμου αρχειακού υλικού έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτή την πολυετή προσπάθεια. Πρόκειται για μια κίνηση που ξεπερνά τον χαρακτήρα μιας συμβολικής δωρεάς, καθώς αφορά τη συνέχεια και τη διατήρηση μιας παρακαταθήκης η οποία οικοδομήθηκε μέσα από δεκαετίες έρευνας, αναζήτησης και τεκμηρίωσης.
Η είδηση πίσω από την παραχώρηση
Σε επιστολή της, η Ένωση Ποντίων Πιερίας εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες της προς τον Κωνσταντίνο Φωτιάδη, υπογραμμίζοντας ότι το μνημειώδες 14τομο έργο του για τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού και η συνολική προσφορά του στην έρευνα τον καθιστούν «θεμελιώδη μορφή της ιστοριογραφίας μας».
Παράλληλα, ανακοινώνει ότι ο ιστορικός παραχωρεί στην Ένωση το δικαίωμα ανατύπωσης και αξιοποίησης μιας συλλογής 35 ιστορικών τεκμηρίων μεγάλης κλίμακας, τα οποία συνδυάζουν σπάνιο φωτογραφικό υλικό και ιστορικά ντοκουμέντα.
Για όσους γνωρίζουν την πορεία του Κωνσταντίνου Φωτιάδη, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι η φυσική συνέχεια μιας διαδρομής που ξεκίνησε πριν από πολλές δεκαετίες, με στόχο να συγκεντρωθούν και να γίνουν προσβάσιμες οι πηγές που φωτίζουν τη μοίρα των Ελλήνων του Πόντου κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πρώτα χρόνια του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.
Άλλωστε, το πολυετές έργο του συνέβαλε καθοριστικά στη μετατροπή της μνήμης σε τεκμηριωμένη ιστορική γνώση.
Το 14τομο έργο και η αναζήτηση των αποδείξεων
Όταν κυκλοφόρησε από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων το μνημειώδες 14τομο έργο Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, είχε ήδη προηγηθεί μια πολύχρονη ερευνητική διαδρομή σε αρχεία και συλλογές εντός και εκτός Ελλάδας. Έτσι, έργο αυτό λειτούργησε ως ένα από τα σημαντικότερα τεκμηριωτικά εγχειρήματα που πραγματοποιήθηκαν ποτέ για τον ποντιακό ελληνισμό,.
Για πολλά χρόνια, η ιστορία των διωγμών και του ξεριζωμού μεταφερόταν κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων και των απογόνων τους.
Οι προσωπικές μαρτυρίες αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία διατηρήθηκε ζωντανή η συλλογική μνήμη του ποντιακού ελληνισμού. Ωστόσο, η ιστορική έρευνα απαιτεί και κάτι ακόμη: την αναζήτηση των πηγών που μπορούν να διασταυρωθούν, να μελετηθούν και να αξιοποιηθούν από την επιστημονική κοινότητα.

Αυτή ήταν η μεγάλη πρόκληση που ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, συγκεντρώνοντας διπλωματικές αναφορές, προξενικές εκθέσεις, στρατιωτικά έγγραφα, δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, φωτογραφίες και μαρτυρίες αυτοπτών παρατηρητών.
Όταν μιλούν οι σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Ιδιαίτερη θέση στο έργο του καταλαμβάνουν οι πηγές που προέρχονται από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, χώρες οι οποίες υπήρξαν σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο ειδικό ένθετο του pontosnews και της Ναυτεμπορικής για τη 19η Μαΐου*, ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης παρουσιάζει ορισμένα από αυτά τα τεκμήρια, αποκαλύπτοντας τις αντιδράσεις και τις αναφορές διπλωματών, στρατιωτικών και άλλων παραγόντων που είχαν άμεση εικόνα των γεγονότων.
Δεν είναι μόνο το τηλεγράφημα του Γερμανού προξένου στη Σινώπη. Την ίδια περίοδο, ο Αυστριακός υποπρόξενος στην Αμισό μεταφέρει πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται εναντίον των Ελλήνων, καταγράφοντας ακόμη και τη φράση τοπικού μουτεσαρίφη ότι «τελικά με τους Έλληνες πρέπει να ξεκαθαρίσουμε όπως και με τους Αρμενίους».
Σε άλλες αναφορές περιγράφονται πυρπολημένα χωριά, εκτοπισμοί ολόκληρων κοινοτήτων και η δραματική κατάσταση των αμάχων. Ο Αυστριακός πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη ενημερώνει την κυβέρνησή του ότι μέσα σε λίγους μήνες δεκάδες ελληνικά χωριά καταστράφηκαν και χιλιάδες άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικές είναι οι περιγραφές για τα παιδιά που έμειναν πίσω. Σε μία από τις αναφορές που παραθέτει ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, γίνεται λόγος για ορφανά Ελληνόπουλα τα οποία περιφέρονται στους δρόμους «περισσότερο σαν ζώα παρά σαν ανθρώπους».
Η μνήμη χρειάζεται και τεκμήρια
Για τους απογόνους των προσφύγων, η Γενοκτονία των Ποντίων δεν υπήρξε ποτέ ένα αφηρημένο ιστορικό γεγονός. Ήταν μέρος της οικογενειακής τους ιστορίας, των αφηγήσεων που πέρασαν από γενιά σε γενιά, των φωτογραφιών που διασώθηκαν από τον ξεριζωμό, των τραγουδιών και των παραδόσεων που κράτησαν ζωντανή τη σύνδεση με τις αλησμόνητες πατρίδες.
Η ιστορική επιστήμη, όμως, λειτουργεί με διαφορετικά εργαλεία. Χρειάζεται πηγές, έγγραφα, αρχεία και δυνατότητα διασταύρωσης των πληροφοριών. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, αποδείξεις.
Αυτή ακριβώς η ανάγκη καθιστά το έργο του Κωνσταντίνου Φωτιάδη τόσο σημαντικό. Όπως επισημαίνει η η Ένωση Ποντίων Πιερίας, πρόκειται για ένα «σπάνιο ιστορικό κεφάλαιο» που ενσωματώνεται πλέον στη συλλογή της και θα διαφυλαχθεί ως σημείο αναφοράς για την ιστορική μνήμη και τη διατήρηση της αλήθειας που τεκμηριώθηκε μέσα από δεκαετίες επιστημονικής έρευνας.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα και η ιστορική γνώση συχνά περιορίζεται σε λίγες γραμμές ή σε αναρτήσεις των κοινωνικών δικτύων, τα αρχεία παραμένουν οι «τόποι» όπου η ιστορία διασώζεται, ελέγχεται και τεκμηριώνεται.

















