Ο ιερέας Ιωάννης Γιαννοχαηλίδης ζούσε στη Μεγάλη Γάραλη, η οποία ήταν κτισμένη στην κοιλάδα του Divan D, παραπόταμου του Ακ σου, κοντά στον δρόμο Κερασούντας–Γαράσαρης. Οι 894 Έλληνες κάτοικοι του οικισμού είχαν μετοικήσει κυρίως από την περιοχή Τσαγράκ της Κερασούντας, αλλά και από το Τσιμισχάντων (Τραπεζούντα) και τη Σαμψούντα. Μιλούσαν ποντιακά, κατοικούσαν σε δύο μαχαλάδες και συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο.
Γύρω στα 1909 κτίστηκε και το νέο εξατάξιο δημοτικό σχολείο της περιοχής και το 1916 προστέθηκαν στους κατοίκους Τούρκοι πρόσφυγες από την Τραπεζούντα. Η οικονομία βασιζόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την υλοτομία. Οι κάτοικοι εμπορεύονταν τα προϊόντα τους, κυρίως γαλακτοκομικά, φουντούκια και μαλλί στην αγορά της Κερασούντας.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Γεννήθηκα στη Μεγάλη Γάραλη στα 1890. Κι ο πατέρας κι ο παππούς μου εκεί γεννήθηκαν. Ο προπάππος μου, όμως, ήρθε από το Τσοράχ και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μεγάλη Γάραλη. Τελείωσα το δημοτικό σχολείο του χωριού μου και στα 1914 έγινα ιερεύς […].
Τον Ιούλιο του ’17 έπεσαν οι Τραπεζούντιοι Τούρκοι στο χωριό μας. Μας πήραν τα ζώα και κάθισαν στους αχερώνες μας γύρω από το χωριό. Όσο έμεναν εκεί κι ώσπου να πάμε εξορία δεν μας άφηναν ήσυχους. Πότε το ένα πότε το άλλο μάς ζητούσαν, και μας θέρισε η πείνα. Πείνα χειρότερη από ‘κείνην που είχαμε εδώ το ’41.
Το αλεύρι μας ήταν από ξύλο, το ξύλο του καλαμποκιού. Το ανακατεύαμε με φλούδες από κüργκένια*. Τα κόβαμε μικρά μικρά κομματάκια και τα ξηραίναμε στον φούρνο. Μετά τα στέλναμε στον μύλο. Αυτό το αλεύρι έκοβε σαν ξυράφι τα έντερα και πεθαίναμε. Πέθαναν πολλοί. Το ψωμί που κάναμε απ’ αυτό το αλεύρι καιγόταν. Κάμαμε ένα ολόκληρο ψωμί και έμεινε τόσο δα. Όσοι έριχναν λίγο καλαμπόκι μέσα σ’ αυτά τα ξύλα και έκαναν ανάμεικτο αλεύρι γλίτωναν. Ειδεμή οι περισσότεροι πέθαιναν.
Αυτοί οι Τραπεζούντιοι Τούρκοι δεν μας άφηναν τίποτα. Ήταν τόση η πείνα, που πηγαίναμε στα βουνά και τρώγαμε ξύλα από οξιές και μανιτάρια. Τα αλατίζαμε και τα ψήναμε. Τότε πρήστηκαν τα χέρια μας και τα πόδια μας. Οι περισσοί πέθαναν.
Καμιά φορά πήγαινε ο πατέρας στην Κερασούντα και έφερνε από πέντε φουντούκια στον καθένα. Ούτε αλάτι δεν είχαμε. Πηγαίναμε πέντε ώρες δρόμο και φέρναμε νερό από τη θάλασσα αντί αλάτι. Δυο χρόνια το είχαμε και αυτό. Άλλοι έβαζαν μέσα στο φαΐ ξύλα για να πυκνώνει το φαΐ και να φαίνεται αλατισμένο.
Στις 20 Δεκεμβρίου του ’17 μας μάζεψεν η κυβέρνηση όλους, μικρούς, μεγάλους, γυναίκες και άνδρες και μας έστειλαν εξορία στη Σεβάστεια. Οι Τραπεζούντιοι Τούρκοι πήγαν τότε και εγκαταστάθηκαν στα σπίτια μας. Χάλασαν το σχολείο και από τα εκατόν πενήντα σπίτια άφησαν μόνο πενήντα γερά.
Το 1919 μας άφησαν και γυρίσαμε. Εγκατασταθήκαμε πάλι στο χωριό μας. Πόσοι; Μόνο πεντακόσια άτομα γυρίσαμε από χίλιους οκτακόσιους που πήγαμε. Οι άλλοι πέθαναν από πείνα, χιόνι, κακουχίες.
Βρισκόμαστε τώρα στο χωριό μας. Το 1919 μας ήρθε ο Τοπάλ Οσμάν. Πριν ήταν ψαράς, εντελώς αγράμματος. Το 1919 ανέλαβε δυναμικά, αυθαίρετα, τη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων. Ήταν αρχηγός των Τσετέδων. Συνεργαζόταν με τους Νεότουρκους και έκαμαν τα μεγαλύτερα κακουργήματα στην Κερασούντα και πολλές φορές και έξω από την περιφέρειά της.
Πάντα βοηθούσαμε τους Έλληνες· και τότε που έγινε η ελληνική Επανάσταση και μετά. Από του παππού μου τον καιρό βοηθούσαμε και ήρθε συνέχεια ως τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου είχε ενορία κάτω στην Κερασούντα. Δούλευε για τον «Ελεύθερο Πόντο», να κάμομε αυτονομία. Ήταν σύμβουλος στην ένωση «Ελεύθερος Πόντος». Το 1919 κάτω στην Κερασούντα έκαμαν παρέλαση και έβγαλαν λόγο οι δικηγόροι: «Ζήτω ο λαός, ζήτω ο Βενιζέλος». Οι Τούρκοι έπαιρναν φωτογραφίες.
Το 1921 κάλεσαν όλους αυτούς τους μεγάλους που ήσαν αρχηγοί της αυτονομίας. Τους έκαμε τραπέζι ο Τοπάλ Οσμάν και τους ομίλησε να ησυχάσουν και να βοηθήσουν, για να διώξουν τον εχθρό που βγήκε στη Μικρασία. Απάντησαν: «Φτάνει. Σήμερα τα πρόβατα θα χωριστούν από τα κατσίκια. Τον σκοπό μας θα τον συνεχίσουμε». «Κι εμείς τότε θα συνεχίσομε τον δικό μας σκοπό».
Την άλλη μέρα ο Τοπάλ Οσμάν κάλεσε όλους τους κατοίκους της Κερασούντας, έδωσε ένα ψωμί στα χέρια ενός κοριτσιού και το έβαλε ψηλά να βγάλει λόγο. «Ακούστε κόσμε. Αυτό το ψωμί είναι η πατρίδα μας. Σήμερα ο εχθρός ζητά να μας κάμει κατοχή και να μας το πάρει. Λοιπόν, αυτούς τους Ρωμαίους τους είχαμε στον κόρφο μας μέχρι σήμερα. Πάθαμε, όπως έπαθε ο γεωργός με το φίδι. Αυτός ο γεωργός όργωνε τον μήνα Γενάρη. Βρήκε ένα φίδι παγωμένο. Το λυπήθηκε, το έβαλε στον κόρφο του, ζεστάθηκε, ξεπάγωσε, τον δάγκωσε και τον δηλητηρίασε. Το ίδιο και τούτοι οι Ρωμαίοι σήμερα. Τους θρέψαμε και τους ζεστάναμε στον κόρφο μας και τώρα ζητούν να μας δαγκώσουν, να μας δηλητηριάσουν, να μας πάρουν το ψωμί μας. Σας ζητώ να έρθετε όλοι εθελονταί από δέκα μέχρι εβδομήντα χρονών. Η περιουσία τους θα γίνει δική σας, γιατί ήταν δική σας».
Τότε έβγαλαν στη μέση τις φωτογραφίες των δικών μας που έβγαλαν στα 1919, όταν μιλούσαν για τον «Ελεύθερο Πόντο».
«Ποιος είναι αυτός;». «Ο Ερμείδης Παναγιώτης».
Τον πήραν και σε έναν μπαξέ μέσα τον σκότωσαν. Πρώτος ήταν αυτός. Τούτον σχεδόν με τη βία τον πήραν.
Τους άλλους δεν τους έπαιρναν με τη βία.
«Έλα, κάτι σε θέλουν στη Δημαρχία».
Τους έπαιρναν εκεί πάνω και τους σκότωναν μια βραδιά και μετά έβαζαν τους δικούς τους να υπογράψουν πως έφυγαν στην Ελλάδα.
Άλλους έβαζαν μέσα σε βαρέλια. Τα κάρφωναν, κάρφωναν και γύρω γύρω καρφιά και κυλούσαν το βαρέλι. Τους τρυπούσαν τα καρφιά. Στο τέλος τούς έριχναν στη θάλασσα.
Πεντακόσια άτομα σκότωσαν.
Τότε σκότωσαν και τον πατέρα μου. Ήταν ιερέας και είχεν ενορία στην Κερασούντα. Τον κρέμασαν στη Δημαρχία. Κόπηκε το σχοινί και τότε τον κομμάτιασαν με το μαχαίρι και τον πέταξαν.
Το 1921 γίνονταν αυτά. Εμείς στα χωριά είχαμε άλλα. Μάζεψαν όλους τους άνδρες και τους έστειλαν εξορία. Εγώ ήμουν ιερέας και έμεινα με τα γυναικόπαιδα. Άρχισαν να έρχονται οι Τσετέδες. Έρχονταν, έπαιρναν τα γεννήματα, έπαιρναν τα ζώα που αποχτήσαμε στα δυο χρόνια, ατίμαζαν και σκότωναν. Τότε σκότωσαν και τέσσερις ιερείς από την Πράσαρη.
Ήρθαν και στο δικό μου σπίτι, στη Μεγάλη Γάραλη. Το περικύκλωσαν για να με πιάσουν. Κατάφερα και έφυγα από το παράθυρο. Πήραν την παπαδιά μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά και το άλλο στην πλάτη και την πήγαν στου προέδρου το σπίτι. Την άρχισαν στο ξύλο.
«Πού είναι ο παπάς;». Τη σακάτεψαν. Έσπασαν τα μέσα της και στο τέλος μαρτύρησε. Είχα τον καιρό να φύγω, λυπήθηκα όμως που θα σκότωναν την παπαδιά και παραδόθηκα. Με πήγαν στον αρχηγό τους. «Πόσα όπλα έχετε;». «Δεν έχομε». Με έβαλαν στη φάλαγγα. Τρεις φορές άνοιξαν τα πόδια μου. Λιγοθυμούσα και με συνέφερναν με νερό. Έφερναν κι άλλους κι άλλους και όλους από φάλαγγα τους περνούσαν. Σκότωσαν και τρία παιδιά.
Αυτά έγιναν τον Οκτώβριο του ’21. Μετά με άφησαν, πήραν τις αγελάδες μου και όσα χρήματα είχα και με άφησαν.
Μετά μας απόκλεισαν. Δεν άφηναν κανένα να έρθει από τα γειτονικά χωριά. Ζήσαμε αποκλεισμένοι ως τον Νοέμβριο του ’22. Τότε μας είπαν για την Ανταλλαγή και ετοιμαστήκαμε να φύγομε. Στο μεταξύ πέθανε και η γυναίκα μου.
Κατεβήκαμε στην Κερασούντα. Δεν επιστεύαμε πως θα μας στείλουν στην Ελλάδα. Μας έλεγαν πως θα μας ρίξουν στη θάλασσα και μας συμβούλευαν να αφήσουμε τα πράματά μας. Τα αφήσαμε. Στην Κερασούντα μάς κατέβασαν συνοδεία. Την άλλη μέρα μάς άφησαν ελεύθερους.
Τον Δεκέμβριο του ’22 φύγαμε και ήρθαμε στην Πόλη. Από ‘κει με ελληνικό βαπόρι ήρθαμε στην Άρτα, με όλο το χωριό μαζί. Μερικοί έφυγαν και πήγαν στην Κέρκυρα. Τον Αύγουστο του ’23 ήρθαμε όλοι μαζί στο Νευροκόπι της Δράμας, στο χωριό Δέσμη (σήμερα το λένε Εξοχή) πάνω στα σύνορα.
















