Ενώ οι ΗΠΑ και το Ισραήλ προσπαθούν να εξουδετερώσουν την απειλή του σιιτικού καθεστώτος της Τεχεράνης και τον άξονα που έχει συγκροτήσει στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Λωρίδα της Γάζας και την Υεμένη, ένα άλλο καθεστώς –σουνιτικό και πιο επικίνδυνο, καθότι εμπλέκεται με τη σουνιτική ισλαμιστική τρομοκρατία–, διαμορφώνεται και ισχυροποιείται, και μάλιστα με τις «πλάτες» του ΝΑΤΟ και εν μέρει της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως το σιιτικό καθεστώς της Τεχεράνης αναπτύσσει ένα επικίνδυνο πυρηνικό πρόγραμμα και ένα πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων που μπορεί να πλήξει στόχους μέχρι 2.000 χιλιόμετρα, έτσι και το σουνιτικό καθεστώς της Άγκυρας έχει το δικό του φιλόδοξο σχέδιο για να αναπτύξει το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα, μέσω της δημιουργίας σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, εξελίσσει το δικό του πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων, προπαγανδίζοντας μάλιστα την κατασκευή διηπειρωτικού πυραύλου με βεληνεκές 6.000 χλμ.
Όπως το σιιτικό καθεστώς της Τεχεράνης έχει συγκροτήσει τον σιιτικό άξονα των πληρεξουσίων –ήτοι την Καταΐμπ Χεζμπολάχ, τη Χάσντι Σάμπι και τις λοιπές πολιτοφυλακές του Ιράκ, τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, τον Ισλαμικό Τζιχάντ και τη Χαμάς στη Γάζα, και τους Χούθι στην Υεμένη–, έτσι και το καθεστώς της Άγκυρας έχει τον δικό της σουνιτικό άξονα, ο οποίος αποτελείται από πολλές ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως τo Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης (Ulusal Kurtuluş Cephesi, UKC), η 2α Μεραρχία με την 113η Ταξιαρχία και την Ταξιαρχία Ceyş el-Nukba, οι Μεραρχίες Hamza, Mutasım, Sultan Süleyman Şah και Sultan Melik Şah, που ανήκουν στον λεγόμενο Εθνικό Στρατό της Συρίας, ο οποίος ελέγχεται απολύτως από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.
Επίσης, η Τουρκία κατέχει ηγετικό ρόλο στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στους κόλπους της οποίας δρουν δεκάδες επικίνδυνες σουνιτικές οργανώσεις, με πιο γνωστή τη Χαμάς.
Η Τουρκία, με τη χρηματοδότηση και την υποστήριξη του Κατάρ, διατηρεί ένα παγκόσμιο δίκτυο ύπουλης προπαγάνδας, το οποίο εκπέμπει κυρίως στα αγγλικά και τα αραβικά, προσπαθώντας να επηρεάσει τη διεθνή κοινή γνώμη αλλά και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Ένα τέτοιο δίκτυο είναι το Clash Report, ένας φαινομενικά ουδέτερος δυναμικός, αγγλόφωνος λογαριασμός που μεταδίδει έκτακτες ειδήσεις για συγκρούσεις – στην πραγματικότητα είναι μια στρατηγική επέκταση ενός οικοσυστήματος μέσων ενημέρωσης που συνδέεται με την τουρκική κυβέρνηση και αποσκοπεί στη διαμόρφωση διεθνών αφηγημάτων υπέρ της Άγκυρας.
Ο Σινάν Τσιντί, σε άρθρο του στο washingtonexaminer.com, αναφέρει ότι σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Εϊτάν Φίσμπεργκερ, το Clash Report δεν είναι μια ανεξάρτητη πλατφόρμα. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ο αγγλόφωνος βραχίονας μιας τουρκικής επιχείρησης μέσων ενημέρωσης που συνδέεται με την Monolog Medya, μια εταιρεία που έχει δεσμούς με οντότητες που έχουν προσβάσεις στον στενό κύκλο του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Στη σύνταξη ειδήσεων βρίσκονται πρώην υπαλλήλοι του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα της Τουρκίας, ενώ οι οικονομικές του διασυνδέσεις φέρεται να εκτείνονται σε Τούρκους εργολάβους άμυνας.
Αυτό είναι σημαντικό, επειδή το Clash Report έχει εδραιώσει την αξιοπιστία του στο δυτικό κοινό. Οι αναρτήσεις του συχνά ενισχύονται από Αμερικανούς δικηγόρους, δημοσιογράφους και influencers. Ωστόσο, παράλληλα με τις νόμιμες αναφορές, η πλατφόρμα διαδίδει πληροφορίες που αντιστοιχούν στενά στα πολιτικά συμφέροντα της Άγκυρας, με αναρτήσεις συχνά συνωμοτικού, αντιδυτικού ή αντιισραηλινού περιεχομένου.
Τι επιδιώκει να επιτύχει η Άγκυρα
Ουσιαστικά, η χρήση μέσων όπως το Clash Report από την κυβέρνηση Ερντογάν αποτελεί μια ευρύτερη στρατηγική για τη διαμόρφωση των διεθνών αντιλήψεων, ενώ παράλληλα συνεχίζει την εύλογη άρνηση.
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή προπαγάνδα –η οποία είναι εμφανώς κρατικά καθοδηγούμενη–, αυτές οι πλατφόρμες λειτουργούν σε μια γκρίζα ζώνη, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως ανεξάρτητες, ενώ παράλληλα προωθούν απαλά κρατικά ευθυγραμμισμένες αφηγήσεις.
Οι στόχοι είναι τρεις:
Ο πρώτος είναι η νομιμοποίηση. Ενσωματώνοντας αφηγήσεις υπέρ της Άγκυρας σε φαινομενικά ουδέτερες αναφορές, αυτές οι πλατφόρμες προσδίδουν αξιοπιστία στις τουρκικές θέσεις εξωτερικής πολιτικής, η οποίες κυμαίνονται από τη Συρία έως τη Γάζα, χωρίς να προκαλούν το σκεπτικισμό που συνήθως απευθύνεται σε επίσημα κρατικά μέσα.
Ο δεύτερος είναι ο καθορισμός της ατζέντας. Πλατφόρμες όπως το Clash Report ενισχύουν επιλεκτικά συγκεκριμένες συγκρούσεις, δρώντες και ερμηνείες, επηρεάζοντας έτσι το δυτικό κοινό προς οπτικές που ευνοούν τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας. Δεδομένης της αυξανόμενης επιρροής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο διάλογο των ελίτ, αυτός ο αντίκτυπος είναι σημαντικός.
Ο τρίτος είναι η διατάραξη της πληροφόρησης. Συνδυάζοντας επαληθεύσιμες αναφορές με παραπλανητικό ή συνωμοτικό περιεχόμενο, αυτά τα μέσα συσκοτίζουν το περιβάλλον πληροφόρησης. Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε σύγχυση, πόλωση και μειωμένη ικανότητα του κοινού να διακρίνει μεταξύ αξιόπιστης δημοσιογραφίας και υπολογισμένων μηνυμάτων.
Ένα ευρύτερο οικοσύστημα
Το Clash Report δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση – είναι μέρος μιας καθιερωμένης και εκτεταμένης αρχιτεκτονικής επιρροής.
Ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας της Τουρκίας, TRT World, αποτελεί ίσως το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα. Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει απαιτήσει από τις επιχειρήσεις του TRT World στην Ουάσινγκτον να εγγραφούν στο Νόμο περί Εγγραφής Ξένων Πράκτορων, επικαλούμενο τον κυβερνητικό έλεγχο επί της ηγεσίας, της χρηματοδότησης και της συντακτικής του κατεύθυνσης. Οι επικριτές το έχουν περιγράψει εδώ και καιρό ως προπαγανδιστικό βραχίονα της κυβέρνησης του Ερντογάν, αφού παρέχει συντριπτικά ευνοϊκή κάλυψη των τουρκικών πολιτικών, αγνοώντας τις διαφωνούσες απόψεις.
Πέρα από το TRT, ο εγχώριος τομέας των μέσων ενημέρωσης της Τουρκίας έχει αναδιαμορφωθεί συστηματικά την τελευταία δεκαετία. Ένα δίκτυο φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης έχει αναδυθεί μέσα από ένα μίγμα πολιτικής πίεσης, οικονομικού καταναγκασμού και υπολογισμένων εξαγορών. Αυτά τα μέσα ενημέρωσης απηχούν με αξιοπιστία κυβερνητικές αφηγήσεις, επιτίθενται πολιτικά σε αντιπάλους και πλαισιώνουν διεθνή γεγονότα σύμφωνα με τις προτεραιότητες της Άγκυρας.
Το CNN-Turk είναι ένα άλλο ανησυχητικό παράδειγμα. Λειτουργώντας με άδεια από τον αμερικανικό μητρικό του φορέα από το 1999, έχει μετατραπεί σε ένα κανάλι που μεταδίδει συστηματικά την προπαγάνδα και τα επιχειρήματα του καθεστώτος Ερντογάν, σε τέτοιο βαθμό που ένα άρθρο του Newsweek το περιέγραψε ως «μια πλατφόρμα που ασχολείται με θεωρίες συνωμοσίας, αντισημιτικά τροπάρια και ρατσιστική ρητορική».
Συνεχίζοντας, ο Σινάν Τσιντί στο άρθρο του αναφέρεται στους κινδύνους από το σύστημα προπαγάνδας της Τουρκίας, για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους:
«Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με αυτό το οικοσύστημα είναι τόσο άμεσοι όσο και μακροπρόθεσμοι.
»Για τις ΗΠΑ, η κύρια ανησυχία είναι η στρέβλωση της πολιτικής. Όταν οι δικηγόροι και οι αναλυτές βασίζονται –εν γνώσει ή εν αγνοία τους– σε πηγές που συνδέονται με επιχειρήσεις ξένης επιρροής, η κατανόησή τους για τις συγκρούσεις και τους δρώντες θα γίνει στρεβλή. Μια τέτοια εξάρτηση κινδυνεύει να διαμορφώσει πολιτικές αποφάσεις που βασίζονται σε περιορισμένες ή χειραγωγημένες πληροφορίες.
»Μια δεύτερη ανησυχία είναι η συνοχή της συμμαχίας. Παρόλο που η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, οι επιχειρήσεις πληροφόρησης που διεξάγει συχνά προωθούν αφηγήσεις που υπονομεύουν τη δυτική ενότητα, αμφισβητούν τις προθέσεις των ΗΠΑ ή νομιμοποιούν παράγοντες εχθρικούς προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι ενέργειες μειώνουν την εμπιστοσύνη και περιπλέκουν το συντονισμό σε κοινές προκλήσεις ασφαλείας.
»Τρίτον, αυτές οι εκστρατείες βοηθούν στην αντιμετώπιση του ευρύτερου ζητήματος της υποβάθμισης των πληροφοριών. Με τον κορεσμό του περιβάλλοντος πληροφόρησης με περιεχόμενο ποικίλης ποιότητας –κάποιο ακριβές, κάποιο παραπλανητικό–, κρατικά μέσα όπως το Clash Report καθιστούν ολοένα και πιο δύσκολο για το κοινό να διακρίνει την αλήθεια από τη χειραγώγηση. Αυτή η τακτική χρησιμοποιείται εδώ και καιρό από τη Ρωσία και την Κίνα, και η Τουρκία την προσαρμόζει τώρα για να εξυπηρετήσει τους δικούς της γεωπολιτικούς στόχους.
»Από πολλές απόψεις, η προσέγγιση της Άγκυρας μοιάζει με αυτή άλλων αυταρχικών ή υβριδικών καθεστώτων που έχουν επενδύσει σημαντικά στον πόλεμο πληροφόρησης. Ωστόσο, η περίπτωση της Τουρκίας είναι ξεχωριστή σε μια σημαντική πτυχή: Είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ με βαθείς θεσμικούς δεσμούς με τη Δύση.
»Αυτό το καθεστώς καθιστά τις επιχειρήσεις επιρροής της Τουρκίας δύσκολα ανιχνεύσιμες και πιο αποτελεσματικές για τους στόχους της Άγκυρας, αφού έχουν το κάλυμμα της ΝΑΤΟϊκής χώρας».
Έχει κανείς αμφιβολία ότι η Τουρκία εξελίσσεται σε ένα νέο Ιράν και μάλιστα πιο επικίνδυνο, αφού φορά την προβιά του ΝΑΤΟϊκού συμμάχου;
















