Η Λάουρα Κοβέσι στους Δελφούς περιέγραψε με ακρίβεια τη χώρα. Και γι’ αυτό προκάλεσε τόση αμηχανία και τόσες αντιδράσεις. Όσα είπε ήταν η εύστοχη δημόσια αποτίμηση από την επικεφαλής ενός ευρωπαϊκού θεσμού για μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα του ελληνικού κράτους: τη σχέση εξουσίας, πελατείας και δημόσιου χρήματος.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα ακόμη σκάνδαλο επιδοτήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει μιλήσει για έρευνα οργανωμένου σχήματος απάτης με αγροτικά κονδύλια και δημόσιους λειτουργούς του Οργανισμού, ενώ ζήτησε την άρση ασυλίας βουλευτών ώστε να ερευνηθούν πράξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, ηλεκτρονική απάτη και ψευδή βεβαίωση προς απόκτηση παράνομου οφέλους.
Η Βουλή ψήφισε την άρση ασυλίας 13 βουλευτών που εμπλέκονται στην έρευνα για τις ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις. Αυτό είναι θεσμική κρίση.
Η Κοβέσι είπε το αυτονόητο όταν ρωτήθηκε για το επιχείρημα ότι οι βουλευτές απλώς μετέφεραν αιτήματα πολιτών. Είπε ότι η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη και το εμπόριο επιρροής είναι εγκλήματα και στην ελληνική νομοθεσία και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως μέρος της «δουλειάς» ενός πολιτικού.
Αυτό το αυτονόητο δεν είναι και τόσο αυτονόητο σε μια χώρα με γενετικές παθογένειες, παθογένειες που κουβαλά από δημιουργίας της. Και ορισμένοι βουλευτές και άλλοι κυβερνητικοί παράγοντες το επιβεβαίωσαν με τις αντιδράσεις τους.
Η Ελλάδα δείχνει μια χώρα σε προνεωτερική περίοδο. Όταν η κυβερνητική πλευρά παρουσιάζει τη μεσολάβηση του βουλευτή μεταξύ ψηφοφόρου και κρατικού θεσμού ως φυσιολογική λειτουργία, στην ουσία περιγράφει όχι δυτική δημοκρατία αλλά πελατειακή διαμεσολάβηση. Στο σύγχρονο κράτος ο πολίτης δεν χρειάζεται κομματικό κλειδί για να ανοίξει την πόρτα της διοίκησης. Δεν χρειάζεται βουλευτή για την επιδότηση, υπουργικό γραφείο για την άδεια, κομματικό παράγοντα για την επιτάχυνση του φακέλου.
Όπου αυτά θεωρούνται «κανονικότητα», το κράτος δεν υπηρετεί τον πολίτη· τον εκπαιδεύει στην εξάρτηση. Η Ελλάδα είναι αρνητικό παράδειγμα ενός τέτοιου κράτους.
Γι’ αυτό και η διαφθορά στην Ελλάδα είναι και εκτεταμένη και επιχειρείται να παρουσιασθεί ως κανονικότητα.
Τα διεθνή δεδομένα δεν επιτρέπουν αυταπάτες. Στο Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς 2025 της Transparency International η Ελλάδα καταγράφεται με 50/100 και στην 56η θέση παγκοσμίως. Στο Δείκτη Κράτους Δικαίου 2025 του World Justice Project η Ελλάδα βρίσκεται 48η σε 143 χώρες και 29η σε 31 στην ευρωπαϊκή/βορειοαμερικανική περιφέρεια. Και στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα μιλούν για «συστημική κρίση» από το 2021. Αυτά τα δεδομένα σημαίνουν εξάρτηση και αδιαφάνεια.
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στην εξωτερική πολιτική. Η διπλωματική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών έχει αντικατασταθεί, ουσιαστικά, εδώ και καιρό από την πληθώρα συμβούλων του εκάστοτε υπουργού. Ο υπουργός δεν κινείται θεσμικά, αλλά με βάση τις κυβερνητικές εξαρτήσεις, σε βαθμό τέτοιο που να παρουσιάζει στοιχεία ιδιωτικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής.
Η Διακήρυξη των Δελφών για τα Δυτικά Βαλκάνια είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Βαλκάνιοι υπουργοί και ο Έλληνας ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης υπέγραψαν Διακήρυξη στους Δελφούς που επαναβεβαιώνει την ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής όχι στο πλαίσιο μιας θεσμοθετημένης κρατικής λειτουργίας αλλά ενός ιδιωτικού φόρουμ.
Δεν είναι το φόρουμ το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η υποκατάσταση. Άλλο η δημόσια διπλωματία και άλλο η κρατική πολιτική που μοιάζει να περνά μέσα από συνεδριακά δίκτυα, χορηγούς και κύκλους πρόσβασης. Η εξωτερική πολιτική είναι κρατική λειτουργία, όχι ιδιωτική επίδειξη.
Η Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, η οποία επιχειρείται να αντικατασταθεί, δεν ήταν τυχαία ονομασία. Η πόλη είναι η φυσική πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια: λιμάνι, πανεπιστήμια, ιστορική μνήμη, γεωγραφία, ενδοχώρα. Όταν η Θεσσαλονίκη μνημονεύεται μόνο ως παρελθόν και όχι ως ενεργό θεσμικό κέντρο, η χώρα χάνει εργαλείο επιρροής.
Η Κοβέσι, λοιπόν, δεν είπε κάτι που δεν γνωρίζαμε. Μας αφαίρεσε το άλλοθι ότι δεν γνωρίζαμε. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να βαφτίζει τη διαμεσολάβηση «πολιτική», τη συγκάλυψη «θεσμική ψυχραιμία» και τη διαφθορά «κανονικότητα». Ή αν θα αποφασίσει ότι ευρωπαϊκό κράτος σημαίνει θεσμοί χωρίς μεσάζοντες, Δικαιοσύνη χωρίς εκπτώσεις και εξωτερική πολιτική χωρίς ιδιωτικά παρασκήνια.
















