Η σημαντικότερη είδηση των τελευταίων ωρών είναι ότι μετά την παύση πυρός στο μέτωπο του Ιράν, τέθηκε σε ισχύ από χθες, 17 Απριλίου, και μια 10ήμερη κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο, ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ. Η εκεχειρία ανακοινώθηκε με αμερικανική διαμεσολάβηση και παρουσιάζεται από την Ουάσινγκτον ως βήμα προς μια πιο μόνιμη διευθέτηση. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή φάνηκε ότι πρόκειται περισσότερο για ένα εύθραυστο «παράθυρο» αποκλιμάκωσης παρά για σταθερή ειρήνη: υπήρξαν αναφορές για παραβιάσεις, ενώ το Ισραήλ ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να αποσύρει τις δυνάμεις του από τη νότια λιβανική ζώνη ασφαλείας. Η Χεζμπολάχ βεβαίως, διαφωνεί.
Τι σημαίνει αυτή η 10ήμερη ειρήνευση; Πρώτα απ’ όλα, σημαίνει ότι το λιβανικό μέτωπο δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως «δευτερεύον» σε σχέση με τον πόλεμο Ιράν-ΗΠΑ-Ισραήλ. Μετατράπηκε σε βασικό κρίκο της ίδιας διαπραγμάτευσης.
Η Τεχεράνη είχε επιμείνει ότι χωρίς σταμάτημα των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο δεν μπορούσε να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ, και αυτή η σύνδεση φαίνεται ότι έγινε τελικά αποδεκτή από τους Αμερικανούς. Με άλλα λόγια, ο Λίβανος λειτούργησε ως μοχλός πίεσης μέσα στο ευρύτερο παζάρι για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν. Αυτό από μόνο του είναι μια διπλωματική επιτυχία για την ιρανική πλευρά, τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής εικόνας.
Η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών αυτήν τη στιγμή είναι σχετικά σαφής: η κυβέρνηση Τραμπ θέλει γρήγορη αποκλιμάκωση, νέο γύρο συνομιλιών με το Ιράν –ακόμη και μέσα στο σαββατοκύριακο–, και σταδιακή μετάβαση από την προσωρινή εκεχειρία σε ένα πολιτικό πλαίσιο συμφωνίας.
Στην Ουάσινγκτον αισιοδοξούν ότι μπορεί να υπογραφεί αρχικά ένα μνημόνιο κατανόησης, και αργότερα, εντός περίπου 60 ημερών, μια ευρύτερη συμφωνία. Η αμερικανική πίεση δεν οφείλεται μόνο στη στρατιωτική κόπωση, αλλά και στο οικονομικό κόστος του πολέμου: η αναστάτωση στο Στενό του Ορμούζ έχει χτυπήσει τις αγορές ενέργειας, ενώ και στο εσωτερικό των ΗΠΑ αυξάνονται οι πολιτικές πιέσεις για έξοδο από τον πόλεμο.
Η ισραηλινή θέση είναι πιο σκληρή. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αποδέχθηκε την 10ήμερη παύση, αλλά όχι με όρους πλήρους αποκλιμάκωσης. Το Ισραήλ επιμένει ότι θα διατηρήσει δυνάμεις σε ζώνη ασφαλείας στον νότιο Λίβανο και ότι διατηρεί δικαίωμα «αυτοάμυνας», ενώ σε βάθος χρόνου θεωρεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε σταθερή συμφωνία τον περιορισμό ή και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Αυτό δείχνει ότι το Ισραήλ βλέπει την εκεχειρία όχι ως τελικό συμβιβασμό, αλλά ως προσωρινό εργαλείο ώστε να μην εμφανιστεί ότι μπλοκάρει τη διπλωματία, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τους στρατιωτικούς του στόχους.
Το Ιράν προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την εξέλιξη. Η γραμμή της Τεχεράνης είναι ότι η αντίσταση απέδωσε: πρώτα επιβλήθηκε παύση πυρός στο ιρανικό μέτωπο και τώρα άνοιξε δρόμος και για τον Λίβανο. Παράλληλα όμως δεν δείχνει έτοιμο να υποχωρήσει σε όλα τα βασικά ζητήματα. Το μεγάλο αγκάθι παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ πιέζουν για μακροχρόνια αναστολή της ιρανικής πυρηνικής δραστηριότητας και για απομάκρυνση αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, ενώ η Τεχεράνη φαίνεται να αντιπροτείνει πιο περιορισμένες χρονικά δεσμεύσεις και άρση κυρώσεων.
Άρα η εκεχειρία στον Λίβανο βελτιώνει το κλίμα, αλλά δεν λύνει τον πυρήνα της διαφοράς.
Η Χεζμπολάχ έχει ίσως την πιο αμφίσημη στάση. Από τη μία, ανώτερα στελέχη της αναγνώρισαν ότι η εκεχειρία είναι αναγκαία και επείγουσα. Από την άλλη, η οργάνωση ξεκαθαρίζει ότι δεν αποδέχεται ελεύθερη ισραηλινή στρατιωτική κίνηση στο λιβανικό έδαφος και απορρίπτει τον αφοπλισμό της έξω από ένα ευρύτερο εθνικό πλαίσιο ασφάλειας. Αυτό σημαίνει ότι η Χεζμπολάχ δεν εμφανίζεται ηττημένη ούτε πολιτικά ακυρωμένη· απλώς δέχεται μια προσωρινή παύση όσο συνεχίζεται το μεγαλύτερο παζάρι. Η στάση αυτή εξηγεί και γιατί η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη.
Ο Λίβανος, τέλος, κινείται σε μια γραμμή κρατικής επιβίωσης. Η κυβέρνηση χαιρετίζει την εκεχειρία και, βάσει του αμερικανικού πλαισίου, καλείται να εμφανιστεί ως η μόνη νόμιμη αρχή άμυνας στη χώρα. Αυτό είναι κρίσιμο: πίσω από την προσωρινή ηρεμία κρύβεται η παλιά, άλυτη σύγκρουση για το αν ο Λίβανος μπορεί πράγματι να μονοπωλήσει τα μέσα βίας ή αν η Χεζμπολάχ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως παράλληλος στρατιωτικός πόλος. Αν η Βηρυτός δεν μπορέσει να ενισχύσει την κρατική της κυριαρχία, τότε η τωρινή παύση πυρός δύσκολα θα μετατραπεί σε μόνιμη διευθέτηση.
Υπάρχουν όμως και αντιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ αλλά προς το παρόν μοιάζουν περισσότερο τακτικές παρά στρατηγικές. Η Ουάσινγκτον πιέζει για ευρύτερη συμφωνία, για απευθείας συνομιλίες Ισραήλ-Λιβάνου και για γρήγορη διπλωματική αποκλιμάκωση. Το Ισραήλ, αντίθετα, επιμένει στη διατήρηση στρατιωτικών ερεισμάτων επί του πεδίου και δεν δείχνει πρόθυμο να δεχθεί λύση που θα αφήνει ανέπαφη τη Χεζμπολάχ. Δεν πρόκειται ακόμη για ανοιχτή ρήξη, επειδή και οι δύο πλευρές συνεχίζουν να συνεργάζονται στενά. Είναι όμως εμφανές ότι η αμερικανική προτεραιότητα είναι το «κλείσιμο» του πολέμου, ενώ η ισραηλινή προτεραιότητα είναι να μη χαθεί η στρατιωτική πίεση.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, ο Νετανιάχου δέχεται ήδη κριτική. Μέρος της ισραηλινής κοινής γνώμης και της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι οι μέχρι τώρα παύσεις πυρός δεν εξουδετέρωσαν ούτε την ιρανική απειλή ούτε το μέτωπο της Χεζμπολάχ, ενώ του καταλογίζουν ότι οδηγήθηκε σε εκεχειρίες χωρίς καθαρό στρατηγικό αποτέλεσμα. Η κριτική αυτή ενισχύεται ακριβώς επειδή η νέα 10ήμερη παύση στον Λίβανο δεν συνοδεύεται από πλήρη ισραηλινή αποχώρηση, αλλά ούτε και από οριστική εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ. Γι’ αυτό ο Νετανιάχου βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο κινδύνους: αν συνεχίσει τον πόλεμο, κατηγορείται για παράταση της αστάθειας· αν συμβιβαστεί, κατηγορείται ότι σταματά χωρίς καθαρή νίκη.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η 10ήμερη ειρήνευση στον Λίβανο δεν είναι το τέλος της κρίσης, αλλά ένα τεστ.
Αν κρατήσει, μπορεί να ανοίξει δρόμο για επέκταση της εκεχειρίας, απευθείας συνομιλίες Ισραήλ-Λιβάνου και ίσως μια πιο συνολική συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Αν καταρρεύσει, τότε θα αποδειχθεί ότι η περιφερειακή σύγκρουση παραμένει ενιαία και ότι κανένα μέτωπο –ούτε το ιρανικό ούτε το λιβανικό– δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί μόνο του.
Για την ώρα, η Μέση Ανατολή έχει απλώς μπει σε μια εξαιρετικά αβέβαιη φάση διαπραγμάτευσης υπό την απειλή νέας ανάφλεξης.
















