Η Ημέρα της Μητέρας είναι συνδεδεμένη με την αγάπη, τη φροντίδα και τη θυσία. Στον Πόντο όμως, και ειδικά στα Κοτύωρα του περασμένου αιώνα, η μητρότητα ήταν κάτι πολύ περισσότερο: ήταν αγωνία, επιβίωση, πίστη, λαϊκή σοφία και μια ολόκληρη τελετουργία που ξεκινούσε από τη στιγμή της γέννας.
Μέσα από το σπουδαίο έργο του Ξενοφώντα Άκογλου Λαογραφικά Κοτυώρων, ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος ποντιακών εθίμων γύρω από τη λεχώνα, το νεογέννητο παιδί και τη μητρότητα. Σελίδες γεμάτες δοξασίες, προλήψεις, φόβους αλλά και τρυφερότητα, που αποτυπώνουν πώς βίωνε ο ποντιακός ελληνισμός τη γέννηση ενός παιδιού.
Αμέσως μετά τη γέννα καλούσαν τον παπά για να διαβάσει τη λεχώνα και το παιδί, ενώ το νερό που περίσσευε από τον αγιασμό το φύλαγαν ως «ευχόνερον». Τη λεχώνα έπρεπε να την προσέχουν ιδιαιτέρως τις πρώτες σαράντα ημέρες, καθώς πίστευαν ότι ήταν ευάλωτη σε κακοτυχία, αρρώστιες ή «κακά πνεύματα».
Χαρακτηριστική είναι η φράση που καταγράφει ο Άκογλου: «Τη λοχούσας το ποδάρ’ ους τα σεράντα ημέρας στο ταφίν εν’», αποτυπώνοντας το φόβο αλλά και τη φροντίδα που περιέβαλε τη γυναίκα μετά τον τοκετό.

Η καθημερινότητα της μάνας ήταν γεμάτη απαγορεύσεις και συμβολισμούς. Η πρώτη της έξοδος ήταν στο πατρικό της για να δει τη δική της μάνα, ενώ δεν έπρεπε να μένει μόνη, να κυκλοφορεί νύχτα ή να ακούει δυσάρεστα νέα. Για ολόκληρο τον πρώτο χρόνο μετά τη γέννα απέφευγε να βγαίνει από το σπίτι μετά τη δύση του ηλίου, καθώς πίστευαν ότι το σκοτάδι έκρυβε κινδύνους για την ίδια και το παιδί.
Αν περνούσε κηδεία έξω από το σπίτι, η μάνα έπρεπε αμέσως να κρύψει το βρέφος ή να το «σταυρώσει», ώστε να μην το «πάρει ο θάνατος». Ο φόβος της απώλειας ήταν τόσο έντονος, ώστε πολλές οικογένειες που είχαν χάσει προηγούμενα παιδιά ακολουθούσαν ακόμη πιο αυστηρές προφυλάξεις. Σε κάποιες περιπτώσεις έδιναν στο παιδί ονόματα «ταπεινά» ή συνηθισμένα για να «ξεγελάσουν το κακό», ενώ απέφευγαν να το καλοπιάνουν ή να το παινεύουν πολύ.
Η ίδια η μάνα συχνά ντρεπόταν να εκδηλώσει ανοιχτά την τρυφερότητά της μπροστά σε ξένους. Δεν φιλούσε ή χάιδευε υπερβολικά το παιδί της παρουσία άλλων, γιατί πίστευαν ότι η πολλή αγάπη μπορούσε να προκαλέσει φθόνο ή «μάτι».
Αν κάποιος επισκεπτόταν το σπίτι πριν σαραντίσει η λεχώνα, έπρεπε φεύγοντας να αφήσει μία κλωστή από το ρούχο του, λίγο ψωμί ή κάποιο μικρό αντικείμενο, ώστε να μη «πάρει μαζί του» την τύχη ή τη δύναμη του παιδιού. Σε άλλες περιπτώσεις, του έδιναν να πιει λίγο νερό ή να αγγίξει το μωρό με συγκεκριμένο τρόπο, ως συμβολική προστασία.
Ακόμα και οι συναντήσεις ανάμεσα σε δύο λεχώνες θεωρούνταν επικίνδυνες. Αν συναντιούνταν, αντάλλασσαν βελόνες ή καρφίτσες ώστε να μη «ματιαστούν» τα παιδιά τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η μία θήλαζε το παιδί της άλλης για να «σπάσει» το κακό.
Ιδιαίτερη θέση είχαν οι δοξασίες γύρω από το νεογέννητο.
Το παιδί δεν έπρεπε να μένει μόνο του, ούτε να το θαυμάζουν υπερβολικά, ενώ απέφευγαν ακόμη και τους καθρέφτες για τα βρέφη, καθώς θεωρούσαν ότι μπορούσαν να προκαλέσουν κακό ή φόβο στο παιδί.
Αν το μωρό έκλαιγε ασταμάτητα, πίστευαν συχνά πως είχε «ματιαστεί» ή ότι το είχαν επηρεάσει κακές δυνάμεις. Για να το προστατεύσουν, του κρεμούσαν φυλαχτά, σταυρουδάκια ή μπλε χάντρες, ενώ πολλές φορές έβαζαν δίπλα στην κούνια ψωμί, σίδερο ή μαχαίρι, αντικείμενα που θεωρούσαν ότι διώχνουν το κακό.
Μέχρι και το μπάνιο του βρέφους συνοδευόταν από τελετουργίες. Το νερό του πρώτου λουτρού δεν το πετούσαν όπου να ’ναι, αλλά σε «καθαρό» μέρος, μακριά από πατήματα και ακαθαρσίες, γιατί πίστευαν ότι από αυτό εξαρτιόταν η τύχη του παιδιού.

Όταν το παιδί άρχιζε να στέκεται στα πόδια του, το έβαζαν να πατήσει πάνω σε αντικείμενα με συμβολικό χαρακτήρα: βιβλία για να γίνει μορφωμένο, χρήματα για να είναι νοικοκύρης και εύπορο, εργαλεία για να γίνει δουλευτής. Η ζωή του παιδιού, ακόμη πριν μιλήσει, φαινόταν να «προγραμματίζεται» μέσα από μικρές τελετουργικές κινήσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντίληψη γύρω από το φύλο του παιδιού. Στα περισσότερα σπίτια υπήρχε έντονη επιθυμία για αγόρι, καθώς θεωρούνταν ο συνεχιστής της οικογένειας και το στήριγμα. Δεν ήταν σπάνιο, όπως καταγράφεται και στη λαϊκή παράδοση, να ακούγονται ευχές όπως «με το καλό έναν λεβέντη» ή να αντιμετωπίζεται η γέννηση κοριτσιού με λιγότερο ενθουσιασμό.
Σε πολλές περιπτώσεις απέφευγαν ακόμη και να βγάλουν το μωρό από το σπίτι πριν σαραντίσει. Το νεογέννητο θεωρούνταν ευάλωτο και «ανοχύρωτο» απέναντι στο κακό μάτι, στις αρρώστιες και στις αόρατες δυνάμεις που, σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις της εποχής, παραμόνευαν γύρω από τη λεχώνα και το παιδί.
Μέσα σε αυτές τις δοξασίες, που σήμερα συχνά μοιάζουν παράξενες ή και υπερβολικές, αποτυπώνεται ο φόβος μιας εποχής όπου η γέννα δεν ήταν αυτονόητα ασφαλής και η παιδική θνησιμότητα παρέμενε υψηλή. Πίσω από κάθε προφύλαξη, κάθε φυλαχτό και κάθε τελετουργία, κρυβόταν τελικά η ίδια αγωνία: να ζήσει η μάνα και να μεγαλώσει το παιδί.
Έτσι, κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι ότι η Ημέρα της Μητέρας γεννήθηκε μέσα από τον πόνο και την αγωνία μιας γυναίκας που έχασε τα περισσότερα από τα παιδιά της. Η ακτιβίστρια Αν Ριβς-Τζάρβις δεν οραματίστηκε μια γιορτή λουλουδιών και εμπορικών ευχών, αλλά μια ημέρα αφιερωμένη στη μάνα που παλεύει για να κρατήσει το παιδί της ζωντανό.
















