Τα λόγια είναι περιττά για τη Μαρινέλλα, μία από τις μεγαλύτερες φωνές που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό πεντάγραμμο, η οποία έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών. Για περισσότερα από 65 χρόνια η λατρεμένη ερμηνεύτρια δεν έπαψε να ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο τα όνειρα, τους πόθους, την αγωνία και τις ελπίδες ενός ολόκληρου λαού.
«Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00», ανέφερε η ανακοίνωση της οικογένειας.
Και βαθιά θλίψη σκόρπισε η είδηση σε όποιο σημείο της Γης υπάρχουν Έλληνες, καθώς ήταν η φωνή της που καθόρισε όσο καμιά άλλη το εύρος του ελληνικού τραγουδιού.
Από το αδιαχώρητο που επικρατούσε στα κέντρα όπου τραγουδούσε, παρά το γεγονός ότι συνδέθηκε με μυθικούς τραγουδιστές όπως ο Καζαντζίδης και ο Βοσκόπουλος, δεν μπήκε ποτέ στη σκιά τους. Έλαμπε πάντα αυτόφωτη, καθώς η φωνή της ξεχώριζε πάντα για την καθαρότητα ενός σπάνιου μουσικού μέταλλου με μοναδική έκταση και μία εντελώς χαρακτηριστική χροιά.
Πάνω απ’ όλα, όμως, η Μαρινέλλα διακρίθηκε για την καθαρά προσωπική της εκφραστικότητα, την αγέρωχη στάση του σώματος, το τίναγμα του κεφαλιού, την κίνηση των χεριών τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις της όσο και στις ηχογραφήσεις της. Ήταν η πρώτη που έφερε το «ανδρόγυνο» στιλ στη σκηνή, με το κοντό μαλλί και τα «καμπάνα» παντελόνια. Κυκλοφόρησε πολλά προσωπικά άλμπουμ, τα περισσότερα εκ των οποίων, γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και της χάρισαν διεθνή αναγνώριση.
Υπήρξε επίσης η πρώτη επώνυμη Ελληνίδα που στα μέσα της δεκαετίας του ’70 έφερε στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου, τη μοναχοκόρη της, Τζωρτίνα Σερπιέρη, καρπό του έρωτά της με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη.

«Δεν θα βάλω ποτέ να ακούσω Μαρινέλλα»
«Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος, ούτε θρύλος. Μεγάλες κουβέντες που δεν ταιριάζουν στην προσωπικότητά μου. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν μου λένε τίποτα οι ταμπέλες. Επίσης, ποτέ δεν θα βάλω να ακούσω Μαρινέλλα. Είναι δυνατό να κάθομαι να περνώ την ώρα μου με τα δικά μου τραγούδια; Το βέβαιο είναι ότι είμαι μια γυναίκα χορτασμένη. Αισθάνομαι πολύ τυχερή γιατί έχω ζήσει δεκάδες ζωές. Ό,τι και να γίνει, έχω μάθει ότι προέχουν ο αγώνας, η σκληρή δουλειά και το πείσμα. Σημασία έχει να μην ψωνιστείς και υπερεκτιμήσεις τις δυνατότητές σου. Ακόμη και σήμερα ο χρόνος σταματά όταν βγαίνω στη σκηνή να τραγουδήσω. Η νύχτα μπορεί να σε κάνει σκάρτο άνθρωπο, αλλά εξαρτάται κυρίως από σένα. Προσωπικά, δεν παρασύρθηκα από τις Σειρήνες και θεωρώ ότι παρέμεινα ένας καλός άνθρωπος» είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στη LiFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο τον Ιούνιο του 2024.
Μάλιστα, είχε εξομολογηθεί και πως απέκτησε το καλλιτεχνικό της όνομα, το 1956. Η «βάπτισή» της οφείλεται στον Τόλη Χάρμα, με τον οποίο συνεργάζονταν στο κέντρο «Πανόραμα» της Νέας Ελβετίας Θεσσαλονίκης. Όπως αφηγήθηκε η ίδια στη LiFO, «η έμπνευση του ήρθε από το ομώνυμο τραγούδι του». «”Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο”, μου είπε τότε και κάπως έτσι κύλησαν τα πράγματα» είχε δηλώσει.

Η βιογραφία της
Μια διαφορετική και ιδιότυπη βιογραφία της μεγάλης ερμηνεύτριας παρουσιάζει ο φίλος της και συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης στο βιβλίο του «Μαρινέλλα – Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια» (Εκδόσεις Διόπτρα- Οκτώβριος 2023), το οποίο εξιστορεί μέσα από πολύμηνες «μεσημεριανές» συζητήσεις όλη τη ζωή της κι ό,τι απόσταγμα προέκυψε σε μια καριέρα που αγγίζει κοντά 70 χρόνια διαρκούς παρουσίας.
Με αφορμή την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου, η Μαρινέλλα είχε δηλώσει στην Καθημερινή και στον Βύρωνα Κρίτζα, τον Οκτώβριο του 2023: «Όλα αυτά τα χρόνια, είναι δυνατόν το κοινό μου να είναι το ίδιο; Έχουν πεθάνει όλοι οι παλιοί μου ακροατές και όλοι οι παλιοί μου φίλοι. Μην κοιτάς που εγώ ζω και υπάρχω. Χτύπα ξύλο… Λοιπόν. Εγώ υπάρχω. Γιατί θέλω να υπάρχω. Τώρα, αν με κουράζουν τα ”μύθος”, ”ντίβα” κ.ά… Δεν θα πω τη λέξη ”κουράζουν”. Με αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Δεν μου άρεσαν ποτέ όλοι αυτοί οι υπέρτιτλοι: ντίβα, Εκάβη, θεά… Είμαι μια απλή τραγουδίστρια, που προσπαθεί εκεί πάνω να είναι καλή. Αν κατάφερα κάτι, είναι να ανεβαίνω σιγά σιγά, έστω και μισό σκαλοπατάκι κάθε φορά. Ανά περιόδους, το κοινό πήγαινε σωρηδόν σε έναν καλλιτέχνη και τον ανέβαζε στα ύψη. Μιλάω γι’ αυτό που έγινε στην Αλίκη, στον Βοσκόπουλο, στον Ξανθόπουλο. Εγώ δεν έγινα ποτέ μόδα. Είχα πολύ και σταθερό κόσμο. Υπήρχε μια κατάθεση».
















