Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν άφησε πίσω της μόνο έναν ξεριζωμένο πληθυσμό, αλλά και εκατοντάδες παιδιά χωρίς οικογένεια. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και δεκάδες ορφανά –και από τη Μικρά Ασία και από την Ανατολική Θράκη–, που βρήκαν στέγη και έκαναν μια νέα αρχή στη Καλαμάτα.
Η λιγότερο γνωστή αυτή σελίδα της προσφυγικής ιστορίας φωτίζεται μέσα από αρχειακό υλικό της Βιβλιοθήκης της Εστίας Νέας Σμύρνης και τεκμήρια των Γενικών Αρχείων του Κράτους Μεσσηνίας, όπως καταγράφονται στην έρευνα του Μάριου Π. Αθανασόπουλου.
Από τον Δεκέμβριο του 1922 σε όλη τη χώρα άρχισαν να ιδρύονται ορφανοτροφεία με στόχο να στεγάσουν και να φροντίσουν τα προσφυγόπουλα. Ένα από αυτά ήταν το Εθνικό Ορφανοτροφείο Αρρένων Καλαμών (ΕΟΑΚ), το οποίο ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 15 Δεκεμβρίου 1922, βάσει του νόμου 2851 «περί ιδρύσεως Εθνικών Ορφανοτροφείων και Οικοτροφείων Απόρων Μαθητών», που είχε εισηγηθεί ο υπουργός Περιθάλψεως Απόστολος Δοξιάδης.
Σκοπός του ιδρύματος δεν ήταν μόνο η φιλοξενία των παιδιών, αλλά και η επαγγελματική τους κατάρτιση. Οι τρόφιμοι εκπαιδεύονταν σε τεχνικά επαγγέλματα –ξυλουργοί, επιπλοποιοί, ράφτες και σιδεράδες–, ώστε όταν έφταναν περίπου στην ηλικία των 14 ετών να μπορούν να σταθούν στα πόδια τους.
Το ορφανοτροφείο διοικούνταν από πενταμελή επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν σημαντικές προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας, όπως ο νομάρχης, ο μητροπολίτης, δικηγόροι, εισαγγελείς και γιατροί.
Τα πρώτα προσφυγόπουλα
Η πραγματική λειτουργία του ιδρύματος ξεκίνησε το 1924, όταν η ανάγκη στέγασης των ορφανών προσφυγόπουλων έγινε επιτακτική. Ο Δήμος Καλαμάτας κινητοποιήθηκε άμεσα και στις 20 Μαρτίου 1924 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε τη διενέργεια εράνου υπέρ του ορφανοτροφείου, ο οποίος πραγματοποιήθηκε ανήμερα της 25ης Μαρτίου.
Σύμφωνα με το μητρώο που διασώζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μεσσηνίας, οι πρώτοι τρόφιμοι του ιδρύματος εγκαταστάθηκαν στις 15 Νοεμβρίου 1924, αρχικά σε μισθωμένο κτήριο στη δυτική πλευρά της πόλης.
Από τα παιδιά που φιλοξενήθηκαν τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ορφανοτροφείου, 77 προέρχονταν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.
Τα στοιχεία του μητρώου αποτυπώνουν με δραματικό τρόπο τις συνέπειες της Καταστροφής. Περίπου το 70% των παιδιών είχε χάσει τον πατέρα του, ενώ 21 ήταν ορφανά και από τους δύο γονείς. Η απώλεια των ανδρών οφειλόταν είτε στις σφαγές και τις διώξεις είτε στην υποχρεωτική αποστολή τους στα περιβόητα τάγματα εργασίας (amele taburları) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από την Κατοχή έως το κλείσιμο
Το ορφανοτροφείο συνέχισε να λειτουργεί ακόμη και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες του προσωπικού του.
Στη δεκαετία του 1950 γνώρισε την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του. Το 1953 θεμελιώθηκε το νέο κτήριο του ιδρύματος σε οικόπεδο που είχε δωρίσει ο Κ. Α. Παπαδέας, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε η πολιτική της φοίτησης των παιδιών στα σχολεία της πόλης και όχι σε ξεχωριστό σχολείο εντός του ιδρύματος.
Οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν το 1957 και το 1960 ολοκληρώθηκε η κεντρική πτέρυγα, όπου μεταφέρθηκαν οι τρόφιμοι. Η επίσημη παράδοση των νέων εγκαταστάσεων έγινε το 1964, ενώ το 1968 προστέθηκε και νέα πτέρυγα υπνωτηρίων.
Το 1973 το ίδρυμα μετονομάστηκε σε Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Καλαμών. Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων ο αριθμός των παιδιών μειωνόταν συνεχώς, με αποτέλεσμα το ίδρυμα να κλείσει οριστικά το 1991.
Από το 1993 μέρος των εγκαταστάσεων χρησιμοποιήθηκε για τη λειτουργία του 10ου Δημοτικού Σχολείου Καλαμάτας, ενώ άλλο τμήμα φιλοξένησε το Μουσικό Σχολείο μέχρι το 2013.
Τα αρχεία και το μητρώο των τροφίμων του ιδρύματος φυλάσσονται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μεσσηνίας, διασώζοντας μια σημαντική –αλλά λιγότερο γνωστή– σελίδα της ιστορίας των προσφυγόπουλων της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Η συμβολή του ορφανοτροφείου υπήρξε καθοριστική: προσέφερε σε δεκάδες παιδιά όχι μόνο στέγη και τροφή, αλλά και την ευκαιρία να χτίσουν μια νέα ζωή μετά την τραγωδία της προσφυγιάς.
















