Μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση έκανε πριν από λίγες μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Φιλοτελικό Ταχυδρομικό Μουσείο, το οποίο ανά τακτά χρονικά διαστήματα «υπογραμμίζει» στιγμές και προσωπικότητες της ελληνικής Ιστορίας σε συνδυασμό με την ιστορία των γραμματοσήμων ή των Ελληνικών Ταχυδρομείων.
Αυτήν τη φορά, η ανάρτηση σχετίζεται με την περίοδο αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Σε αυτήν παρατίθενται (δυστυχώς συνοπτικά) καρτ ποστάλ με τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη, καθώς και αιτήσεις ταχυδρομικών υπαλλήλων που από τη Σμύρνη βρέθηκαν στην Ελλάδα και ζητούν να επαναπροσληφθούν, καθώς πλέον βιώνουν το καθεστώς του πρόσφυγα, σε πλήρη φτώχεια και ανημπόρια. Ακολουθεί το κείμενο της ανάρτησης:
Τα γεγονότα της Μικράς Ασίας είναι λίγο πολύ γνωστά. Η τιτάνια προσπάθεια του ελληνισμού για ολοκλήρωση συνετρίβη με αποτέλεσμα τον ξεριζωμό της Μικράς Ασίας. Η αποκατάσταση των προσφύγων αφορούσε και ταχυδρομικούς υπαλλήλους πρόσφυγες, οι οποίοι ελπίζοντας στις ανορθωτικές ενέργειες του Πλαστήρα, αιτούνται την επαναπρόσληψή τους δίνοντας συχνά έναν πολύ προσωπικό τόνο.
Ήδη τον Οκτώβριο του 1922 βλέπουμε την αίτηση επαναπρόσληψης του Χ. Βολανάκη, εκτάκτου υπαλλήλου στο Ταχυδρομείο Σμύρνης (1919-1922), οπότε όπως αναφέρει ο ίδιος απώλεσε το διορισμό του κατά τη φυγή από την Σμύρνη, καθώς και όλες του τις αποσκευές και τις οικονομίες, και ήρθε εδώ «με ξηρόν το σώμα».
Ζητεί λοιπόν να διοριστεί σε κάποια θέση αφού έχει καταστραφεί τελείως από την προδοσία που συνέβη στη Μικρά Ασία και πλέον κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα.
Στις 19.03.1923 συναντούμε την αίτηση του Δ. Μηλιαράκη, τηλεγραφητή, που περιγράφει λακωνικά τις απίστευτες περιπέτειές του: Υπάλληλος των σιδηροδρόμων Σμύρνης-Κατσαμπά ως το 1921, οπότε λόγω ατυχήματος σε στρατιωτικό τρένο, έχασε και τα δύο του πόδια. Παρέμεινε ως τηλεγραφητής έως τον Ιανουάριο του 1923(!) οπότε και απολύθηκε μαζί με όλους τους χριστιανούς υπαλλήλους του σιδηροδρόμου. Ο αδελφός του αιχμαλωτίσθηκε και αγνοείται. Τότε αναγκάζεται να έρθει στην Ελλάδα με τις δύο αδελφές του και ζητεί να προσληφθεί ως τηλεγραφητής ή ως πωλητής γραμματοσήμων, «ευρισκόμενος εν μεγάλη πενία και δυστυχία».
Στις 20.03.1923 διαβάζουμε την αίτηση επαναδιορισμού του Β. Εβδομαδόπουλου, εκτάκτου υπαλλήλου στο τηλεγραφείο Σμύρνης. Μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού αιχμαλωτίσθηκε, και μετά βίας δραπέτευσε φθάνοντας στην Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης πριν από λίγες ημέρες, οπότε και επανενώθηκε με την πολυμελή οικογένειά του.
Όμως πρόσφυγες ζητούν αποκατάσταση και από άλλα μέρη του συρρικνωμένου ελληνισμού.
Στις 21.03.1923 διαβάζουμε την αίτηση της Ευφημίας Κορυτσίδου, «πρόσφυγος εκ Θράκης και προστάτιδος πέντε μικρών αδελφών» και της μητέρας της. Ζητεί κάποια κενή θέση στην Υπηρεσία καθόσον κατέχει «πτυχίο διδασκάλισσας του Ιωακειμείου Παρθεναγωγείου Κωνσταντινουπόλεως» και γνωρίζει γραφομηχανή.
Δεν είναι η μόνη γυναίκα. Στις 23.01.1923 έχουμε τη δακτυλόγραφη αίτηση της Έλλης Ζαρέτου, «τελειοφοίτου της Γ’ Γυμνασίου στην Σμύρνη με γνώσεις γραφομηχανής», και της Ζαφειρώς, χήρας Αντωνίου Ζιούρα, από Εσκή Σεχήρ, αποφοίτου του Κεντρικού Γυμνασίου του Πέραν, με τέσσερα παιδιά.
Σε αρκετές περιπτώσεις βλέπουμε και ανακοινώσεις διορισμού, με 18 δραχμές ημερομίσθιο.
Η Επανάσταση του Πλαστήρα τον Σεπτέμβριο του 1922 αναπτέρωσε το ηθικό. Από ταχυδρομικής πλευράς, το 1923 κυκλοφόρησαν γραμματόσημα με επισήμανση «Επανάστασις 1922». Χρησιμοποιήθηκαν εκείνα της εκστρατείας του 1913 αλλά και της Κρητικής Πολιτείας, ως υπενθύμιση, ίσως, ενδοξοτέρων στιγμών.
















