Κυκλοφόρησε το 1891, άρα φέτος O αγαπητικός της βοσκοπούλας γίνεται 135 ετών! Το «δραματικόν ειδύλλιον» του Δημήτριου Κορομηλά, γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, έχει ζήσει μεγαλεία ακόμα και πρωτιές, όπως θα δείτε πιο κάτω. Έγινε θεατρικό έργο, έγινε θέατρο σκιών, υπήρξε η αγαπημένη επιλογή των μπουλουκιών μέχρι το 1950, κυκλοφόρησε στις αρχές του 20ού αιώνα με τη μορφή λαϊκού μυθιστορήματος, έγινε ταινία – η πρώτη ομιλούσα του ελληνικού κινηματογράφου στα 1931, στα 1950 η πρώτη έγχρωμη, και το 1955 γυρίστηκε με τη μελαχρινή Κρυστάλλω, την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Όσον αφορά τα θεατρικά του ανεβάσματα, πολλοί υποστηρίζουν ότι έχουν δοθεί 20.000 παραστάσεις, ανά τους τρεις αιώνες του. Αλήθεια ή μύθος, όπως και να ‘χει το έργο δείχνει να αντέχει στο χρόνο.
Φέτος παίζεται στο θέατρο Ακροπόλ με μεγάλο θίασο, και τα πρώτα δείγματα δείχνουν αποδοχή από το κοινό. Άρα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης κάπου υπάρχει χώρος και για το καταραμένο ειδύλλιο της Κρυστάλλως με τον Λιάκο. Αλλά και για το απωθημένο του άλλου έρωτα, της Μάρως με τον Μήτρο. Και εδώ βλέπουμε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, που κυκλοφόρησε το έργο, είχαν χώρο και δικαίωμα στην αγάπη και οι μεγαλύτερες ηλικίες. Πολύ μπροστά για την εποχή του.
Η βοσκοπούλα μίλησε
Το έργο διαδραματίζεται στα βουνά της Αρτοτίνας – ένα ορεινό χωριό που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της πρώην επαρχίας Δωρίδας, του νομού Φωκίδας. Ο Λιάκος, που είναι φτωχός, ερωτεύεται την Κρυστάλλω, όμως η μάνα της η Στάθαινα (που το μικρό της όνομα είναι Μάρω) τον απορρίπτει ακριβώς επειδή είναι φτωχός. Ο Λιάκος πέφτει ξαφνικά με τα πρόβατά του στο ποτάμι και τον σώζει ο Μήτρος που είναι αρχιτσέλιγκας αλλά μόνος στη ζωή, εξαιτίας ενός παλιού έρωτα που η οικογένειά της τον είχε απορρίψει λόγω της φτώχειας του.
Ο αρχιτσέλιγκας βρίσκει την Κρυστάλλω, και επειδή του θυμίζει την παλιά του αγάπη, της χαρίζει ένα χρυσό μενταγιόν. Ένας θείος της κοπέλας την προξενεύει με τον Μήτρο, που όπως αποδεικνύεται στην πορεία η μητέρα της ήταν η γυναίκα που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του.
Έχοντας γράψει ιστορία ως θεατρικό έργο, το 1930 αποφασίζουν όχι μόνο να γίνει ταινία, αλλά να γίνει και η πρώτη ομιλούσα του εγχώριου κινηματογράφου. Σύμφωνα με την εφημερίδα Πατρίς, το έργο «κόστισε 1.600.000 δραχμάς, ποσό δυσβάστακτον δια την Ελλάδα, παρ’ όλα ταύτα απεφασίσθη να προβληθή».

Και όχι μόνο, καθώς υπήρχαν και εξωτερικά γυρίσματα στο Μαντούδι της Εύβοιας, στον Χελμό, στην Αθήνα και στα Τέμπη. Το αρχικό πλάνο ήταν να προβληθεί η ταινία (σε σκηνοθεσία του Ηλία Παρασκευά και σενάριο του Δημήτρη Τσακίρη) το 1931, όμως τελικά προβλήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1932. Δηλαδή τα γυρίσματα κράτησαν πάνω από ένα χρόνο, αφού συν τοις άλλοις η φωνοληψία έγινε στη Γερμανία.
Όσον αφορά τους πρωταγωνιστές, είχαμε καταρχάς τη Σοφία Δαμόγλου ως Στάθαινα.
Η Δαμόγλου ήταν Ελληνίδα από την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου είχε φύγει σε μικρή ηλικία και μεγάλωσε στο Λονδίνο. Υιοθετώντας το καλλιτεχνικό όνομα Σοφία Ντοριβάλ συμμετείχε σε αρκετές βρετανικές ταινίες. Το ρόλο της κόρης της, της Κρυστάλλως, υποδύθηκε η 14χρονη Νίνα Αφεντάκη, κόρη των δημοφιλών ηθοποιών της οπερέτας Νίκου και Έλλης Αφεντάκη, ενώ στο ρόλο του Λιάκου βρίσκουμε τον νεαρό Μάνο Κατράκη.
Αν και έκοψε πολλά εισιτήρια για την εποχή, η ταινία δεν κατάφερε αρχικά να αποσβέσει το κόστος της. Η «σωτηρία» ήρθε από τις προβολές που έγιναν κυρίως στις ΗΠΑ, τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το φιλμ σώζεται.
Κινηματογραφικός εμφύλιος
Η πρώτη παραγωγή ανήκε στη Ολύμπια Φιλμ του Παναγιώτη Δαδήρα – πατέρα του σκηνοθέτη Ντίμη Δαδήρα, που το 1955 γύρισε το ριμέικ. Ο Δαδήρας ήταν υπεύθυνος μαζί με τον Ηλία Λυμπερόπουλο, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τους: Θάνο Κωτσόπουλο (Μήτρος), Ελένη Χατζηαργύρη (Στάθαινα/Μάρω), Ανδρέα Ζησιμάτο (Λιάκος), ενώ το ρόλο της Κρυστάλλως υποδύεται μια νεαρή ηθοποιός που αυτή ήταν η δεύτερη ταινία που γύρισε: Η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο εν λόγω «αγαπητικός» εκτόξευσε το όνομά της ψηλά και κέρδισε έναν κινηματογραφικό «εμφύλιο» που συνέβη εκείνη τη σεζόν.
Συγκεκριμένα, προβλήθηκαν τρεις(!) ταινίες που έφεραν τον τίτλο Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας. Και φυσικά με το ίδιο θέμα.
Παρασκηνιακά έχει γραφτεί πως όταν έγινε γνωστό ότι την ταινία θα την γύριζε η Φίνος Φιλμ, πρόλαβε η εταιρεία του Δαδήρα και έκανε τη δική της. Επίσης γράφτηκε ότι στα γυρίσματα της εν λόγω ταινίας προέκυψε ειδύλλιο μεταξύ Ντίμη Δαδήρα και Αλίκης.
Για την ιστορία, η ταινία έκοψε στην πρώτη προβολή της 57.514 εισιτήρια. Επίσης στο φιλμ τραγουδούσε ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές του δημοτικού τραγουδιού, ο Δημήτρης Ζάχος. Τέλος, η ταινία προβλήθηκε στις 12 Μαΐου 1956 και στη Νέα Υόρκη.

Και περνάμε στην ταινία της Φίνος Φιλμ. Εδώ τη σκηνοθεσία είχε ο Ντίνος Δημόπουλος, ενώ το σενάριο υπέγραφε ο Γιώργος Τζαβέλας. Η μουσική ήταν του Τάκη Μωράκη και οι χοροί της Δόρας Στράτου. Όσον αφορά τους ηθοποιούς, η αντιστοιχία ήταν: Γιώργος Φούντας, Αλέκα Κατσέλη, Κώστας Κακαβάς και Χριστίνα Σύλβα.

Το φιλμ που έκοψε στην πρώτη του προβολή 48.086 εισιτήρια, σώζεται μεν –το αρχικό αρνητικό της–, αλλά δεν κατάφερε να αποκατασταθεί ψηφιακά, λόγω προβληματικού υλικού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η ταινία να έχει προβληθεί για τελευταία φορά στην ελληνική τηλεόραση το 1988.
Και φτάνουμε στον τρίτο Αγαπητικό εκείνης της σεζόν. Εδώ έχουμε άλλη πρωτοτυπία, καθώς το φιλμ γυρίστηκε έγχρωμο, σε αντίθεση με τα άλλα δύο που ήταν ασπρόμαυρα. Και όχι μόνο, καθώς ήταν η πρώτη επίσημα έγχρωμη ελληνική ταινία. Φυσικά η επεξεργασία του φιλμ έγινε στο εξωτερικό, αλλά η χρωματιστή πρωτιά παραμένει.
Στον έγχρωμο λοιπόν Αγαπητικό τη σκηνοθεσία και το σενάριο υπογράφει ο σκηνοθέτης του 1932, ο Ηλίας Παρασκευάς, ενώ η τετράδα των ηθοποιών ήταν Ανδρέας Φιλιππίδης, Στέλλα Γεωργιάδη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Καίτη Λαμπρόπουλου. Αν αναρωτιέστε ποια ήταν η Στέλλα Γεωργιάδη, πρόκειται για μια ηθοποιό που στην ουσία έκανε καριέρα στο ραδιόφωνο και δη στις παιδικές εκπομπές της Αντιγόνης Μεταξά (θεία Λένα). Η ταινία έκοψε 38.984 εισιτήρια και υπήρξε η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Φέτος στο Ακροπόλ
Έμελλε το 2026 ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας να γίνει μιουζικαλ. Ελληνοπρεπέστατο, αλλά με τους κώδικες και το ανέβασμα του μιούζικαλ. Και σε δεκαπεντασύλλαβο. Αυτή είναι η περιγραφή του νέου ανεβάσματος του έργου που παίζεται στο θέατρο Ακροπόλ. Η ανανέωση του έργου είναι εδώ, χωρίς όμως να φωνάζει. Αλλά φαίνεται στο σχεδόν αφαιρετικό και hi tech σκηνικό (Εύα Μανιδάκη), στα κοστούμια που παραμένουν μεν οι φουστανέλες αλλά με νέου τύπου υλικά όπως το τζιν (Βάνα Γιαννούλα) αλλά και στο κείμενο.
Με πολλές ψηφίδες χιούμορ, χωρίς όμως να γίνεται παρωδία. Με αγάπη στην παράδοση, αλλά με την σημερινή ματιά.
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, που έρχεται από ένα άλλο είδος θεάτρου, υπογράφει και το κείμενο αλλά και τους στίχους σε έναν θίασο καλοκουρδισμένο, όπως πρέπει να είναι μια ομάδα που υπηρετεί το μιούζικαλ. Ακόμα και αν είναι ελληνικού τύπου. Εξού και η ζωντανή ορχήστρα.
Όσο για το θίασο; Μήτρος και Μάρω είναι ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Λένα Ουζουνίδου, Κρυστάλλω η Ασημένια Βουλιώτη (δηλαδή η περσινή Μαρινέλλα του κινηματογραφικού Υπάρχω), ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης ως Λιάκος, ενώ στο ρόλο της μάνας του, βρίσκουμε ξανά στο σανίδι την Τάνια Τσανακλίδου.
Τα άλλα ανεβάσματα
Αν προσπαθούσε κάποιος να αναφέρει τους θιάσους που ανέβασαν το έργο, θα έγραφε βιβλίο. Συν ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες ακόμα και για αθηναϊκά ανεβάσματά του. Για παράδειγμα, υπάρχει μεν καταχωρισμένο ότι το 1901 ανέβηκε το έργο από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, μαζί με τον πατέρα της Δημήτρη Κοτοπούλη, αλλά δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία.
Αξίζει πάντως να πούμε ότι το 1962, και αφού είχε περάσει πάνω από μισό αιώνα ως αγαπημένο έργο στα μπουλούκια, ο Μάνος Κατράκης –που είχε πρωταγωνιστήσει στην ταινία του 1932– τόλμησε να το ανεβάσει στο καλοκαιρινό του θέατρο στο Πεδίον του Άρεως.
Και λέμε «τόλμησε» γιατί την προηγούμενη δεκαετία το έργο είχε απαξιωθεί, αλλά ο σπουδαίος ηθοποιός –και σκηνοθέτης της παράστασης– σχεδόν το επαναλανσάρισε στο αθηναϊκό κοινό. Δίπλα του ήταν η Δάφνη Σκούρα (Στάθαινα), ο Θάνος Μαρτίνος (Λιάκος) και η Κλειώ Σκουλούδη (Κρυστάλλω).
Το πιο παράδοξο ανέβασμα του έργου έγινε το καλοκαίρι του 1974 στο «Δελφινάριο» με την Ελένη Ανουσάκη και τον Στέφανο Στρατηγό. Για την παράσταση υπάρχει μόνο ότι σκηνοθετήθηκε από τον Πέλο Κατσέλη και ότι κατέβηκε σχεδόν μετά από ένα μήνα. Ήταν το καλοκαίρι που έπεσε η χούντα, οπότε σχεδόν τα περισσότερα θέατρα άλλαξαν τα έργα τους και ανέβαζαν επιθεωρήσεις. Από τότε έως και σήμερα, το φαληρικό θέατρο ανέβαζε μόνο επιθεώρηση.
Μυθική έχει μείνει η παράσταση του 1981 στο Θεσσαλικό Θέατρο. Η σκηνοθεσία ήταν του Διαγὀρα Χρονόπουλου, ενώ στο θίασο υπήρχαν μεταξύ άλλων ο Αλμπέρτο Εσκενάζι, η Άννα Βαγενά, ο Γιάννης Βούρος, ο Παύλος Κοντογιαννίδης, η Θέμις Μπαζάκα, ο Λάκης Λαζόπουλος, και ο Τάσος Περζικιανίδης.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1992, το έργο ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο. Σκηνοθετεί ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, ενώ ανάμεσα στους συντελεστές βρίσκουμε τη Δόμνα Σαμίου στην επιλογή της μουσικής αλλά και στη διεύθυνση ορχήστρας. Ανάμεσα στους ηθοποιούς ήταν οι: Χρήστος Καλαβρούζος, Μπάμπης Χατζηδάκης, Τατιάνα Παπαμόσχου, και η Άννα Συνοδινού ως Στάθαινα.
Η τελευταία ήταν η μόνη που εξυμνήθηκε από τις κριτικές.
Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση πήγε πολύ καλά εισπρακτικά και την επόμενη σεζόν «μετακόμισε» στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Στο ΚΘΒΕ ανέβηκε δύο φορές. Η πρώτη το 1974 σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη και η δεύτερη το 2016 σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, με πρωταγωνιστές τη Φιλαρέτη Κομνηνού, τον Ταξιάρχη Χάνο, αλλά και τον μετέπειτα πρωταγωνιστή του Χριστόφορου Παπακαλιάτη στο τηλεοπτικό «Μαέστρο», Ορέστη Χαλκιά.

Δύο χρόνια πριν, και συγκεκριμένα το 2014, ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας, μπήκε στη σάλα του Θεάτρου Παλλάς. Ο Πέτρος Ζούλιας σκηνοθέτησε τους Βασίλη Μπισμπίκη, Μαρία Πρωτόπαπα, Ευγενία Δημητροπούλου, Πάνο Βλάχο, αλλά και τη σπουδαία Ρένη Πιττακή στο ρόλο της μητέρας του τελευταίου.
Εδώ το στοιχείο της έκπληξης ήταν η ζωντανή εμφάνιση και το τραγούδι του Γιώργου Μαργαρίτη, φυσικά επί σκηνής.

Άλλωστε, από ένα τραγούδι ξεκίνησαν όλα. Όπως είχε γράψει ο Δημήτριος Κορομηλάς, η πηγή έμπνευσής του, για το υπερδιαχρονικό όπως αποδεικνύεται έργο του, ήταν το τραγούδι «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» σε ποίηση του Γεώργιου Ζαλοκώστα. Και εδώ προκύπτει το μέγα μυστήριο, αφού δεν είναι γνωστός ο συνθέτης του τραγουδιού: Είναι ένα κλασικό ελληνικό παραδοσιακό τραγούδι ή μια ιταλική βουκολική καντάδα;
Σπύρος Δευτεραίος
















