Στην αρχή που γράφτηκε, πολλοί μίλησαν για τρολ ή για κάποια AI κατασκευή. Και όμως είναι αλήθεια. Η Λένα Κιτσοπούλου ανεβάζει στο Φεστιβάλ Αθηνών –και όχι στην Επίδαυρο, όπως γράφτηκε βλακωδώς– τους Βάκχες του Ευρυπίδη με τον ποντιακής καταγωγής Λευτέρη Πανταζή στον ρόλο του τραγουδιστή. Μάλλον. Κάτι σαν τον θεό Διόνυσο ίσως, όπως είναι στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο.
Στην κλασική τραγωδία του Ευριπίδη, ο θεός Διόνυσος επιστρέφει στη Θήβα, την πατρίδα της μητέρας του Σεμέλης, για να επιβάλει τη λατρεία του. Ο νεαρός βασιλιάς Πενθέας αρνείται να αναγνωρίσει τη θεϊκή του υπόσταση και φυλακίζει τους πιστούς του. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη· ο Διόνυσος οδηγεί τις γυναίκες της πόλης –ανάμεσά τους και τη μητέρα του Πενθέα, Αγαύη– σε κατάσταση έκστασης στα βουνά. Το έργο κορυφώνεται με τον φρικτό διαμελισμό του Πενθέα από την ίδια του τη μητέρα, η οποία μέσα στη μανία της πιστεύει ότι σκοτώνει ένα λιοντάρι. Aυτή είναι σε γενικές γραμμές η υπόθεση για τις Βάκχες. Και τώρα κάποιος θα αναρωτηθεί πού κολλάει ο Λευτέρης Πανταζής σε όλο αυτό;
Η απάντηση βρίσκεται στον χαρακτηρισμό που έχουν αποδώσει δίκαια στην Κιτσοπούλου: Η φωνή που σπάει τη βιτρίνα της «υψηλής τέχνης».
Στο μυαλό της δημιουργού
Εννοείται πως μέχρι την πρεμιέρα, δεν θα διαρρεύσει τίποτα. Ξέχωρα από αυτά που έχει κάνει σαν δημιουργός η Λένα Κιτσοπούλου και κοιτώντας τα ονόματα των υπόλοιπων συντελεστών, το… μυστήριο μεγαλώνει καθώς τη μουσική σύνθεση της παράστασης την υπογράφει ο ξεχωριστός Νίκος Κυπουργός. Ο τελευταίος έχει διαγράψει μια μοναδική πορεία και στη χώρα μας και στο εξωτερικό. Μάλιστα με τη δημιουργό είχαν συνεργαστεί στο γερμανικό Θέατρο Oberhausen, όπου είχαν ανεβάσει την Έντα Γκάμπλερ του Έρικ Ίψεν. Πού λοιπόν «κολλάει» ο συνθέτης του ραδιοφωνικού Εδώ Λιλιπούπολη και συνεργάτης, μεταξύ άλλων, του Μάνου Χατζιδάκι, με τον κορυφαίο στο είδος του ΛΕ.ΠΑ;
Στο σκηνοθετικό της σημείωμα, η Λένα Κιτσοπούλου αναφέρει πως «Η επιλογή του Λευτέρη Πανταζή στο τραγούδι δεν είναι τυχαία».
Στην παράσταση, γράφει, «στήνεται ένα λαϊκό γλέντι πάνω στα ερείπια του αρχαίου δράματος, υπογραμμίζοντας το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί που το αρχαίο μέλος συναντά την πίστα, η τραγωδία γίνεται καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας· ένας τόπος όπου το ιερό και το βέβηλο χορεύουν μαζί το τελευταίο τους ζεϊμπέκικο».

Στο ίδιο σημείωμα η Κιτσοπούλου αναφέρει πως «Όταν έρχεται να επιβληθεί η νέα θρησκεία και ο Διόνυσος με ανθρώπινη μορφή παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της θρησκείας αυτής, ήδη το πρόβλημα είναι εμφανές, ήδη, φαίνεται ότι κάτι πάει στραβά, γενικά, όταν μια θρησκεία επιβάλλεται, μιλάμε για χούντα, για χουντική ατμόσφαιρα και δεν θα έπρεπε με τίποτα να λέγεται θρησκεία κάτι που επιβάλλεται, ενώ σε κάνει να νομίζεις ότι το επέλεξες.
»Όταν μια μάνα σκοτώνει το παιδί της για μια θρησκεία, ή για μια ιδεολογία, όταν οι γυναίκες ουρλιάζουν για έναν οποιονδήποτε ηγέτη, ή αρχηγό και θέλουν να του σκίσουν τα ρούχα, όταν γενικά οι γυναίκες ερωτεύονται άνθρωπο με ιδεολογία, ή άνθρωπο-εκπρόσωπο κάποιου κόμματος, ε, μιλάμε για πολλή αρρώστια, πόσο μάλλον όταν σκοτώνουν και το ίδιο τους το παιδί για λόγους έρωτα με κάποιον τέτοιο ιδεολόγο ιεραπόστολο-ιεροκήρυκα-αλκοολικό που ρετάρει με την πρώτη ρόγα σταφύλι και κολλάει το σίγμα στο στόμα του.
»Από τη στιγμή που έτσι κι αλλιώς μια μάνα θα σκοτώσει το παιδί της ή το ανάποδο, και ένας γιος θα σκοτώσει τον πατέρα του προκειμένου να μην σκοτωθεί από αυτόν, ίσως θα ήταν καλό οι γονείς να μην μεγαλώνουν παιδιά, ή τουλάχιστον να μην τα συναναστρέφονται πολύ. Για το καλό της ανθρωπότητας».
Όταν διχάστηκε η Επίδαυρος
Τρία χρόνια πριν και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2023, η Λένα Κιτσοπούλου κατεβαίνει –αρχικά– στην Επίδαυρο για πρώτη φορά ως σκηνοθέτης με τις Σφήκες του Αριστοφάνη, ένα έργο που σπάνια ανεβαίνει στην ελληνική σκηνή. Το έργο επέστρεψε στο δραματολόγιο του Εθνικού Θεάτρου εξήντα χρόνια μετά την παράσταση του Αλέξη Σολομού.
Ήταν Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023 με καύσωνα. Και από τα πρώτα λεπτά της παράστασης η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
Η Κιτσοπούλου πήρε το βασικό μοτίβο του έργου και έβαλε μέσα ότι συμβαίνει στην Ελλάδα του σήμερα. Πλαστικές καρέκλες, μπασκέτες, metoo, master chef, γάμοι ομοφύλων, Σπύρος Μπιμπίλας, όλα έπαιζαν στην παράσταση.
Και στο φινάλε, η ίδια η Κιτσοπούλου εμφανίστηκε και τραγουδούσε σε ρυθμούς trap. Και όλα αυτά με κεντρικό θέμα τα «λαϊκά δικαστήρια» που στήνονται πλέον παντού: Από την τηλεόραση, μέχρι τα social media.
Μέχρι να τελειώσει η παράσταση, είχαν γίνει κάποιες αποχωρήσεις θεατών, ενώ λίγη ώρα μετά το φινάλε της πρώτης παράστασης ανέβηκαν στο διαδίκτυο οι πρώτες κριτικές. Και εδώ συνέβη αυτό που είχε πει στο έργο της η Κιτσοπούλου: Απόψεις που στην ουσία ασκούσαν κριτική στη δημιουργό και όχι στο δημιούργημά της.

Και μιλάμε για κριτικές τύπου «Διασυρμός του θεάτρου» ή «Η παράσταση που ντρόπιασε το Εθνικό Θέατρο».
Συν το γεγονός, ότι τα σχόλια εκτροχιάστηκαν με πολύ άγριες και αγενείς προσωπικές επιθέσεις. «Δεν με ενοχλεί, μου φαίνεται βλακώδες», είχε πει σε περσινή συνέντευξη για τον ντόρο που είχε γίνει τότε με τις Σφήκες. Και συνέχισε λέγοντας πως «Νομίζω ότι είμαι ευγενική και χαμηλών τόνων, σέβομαι τους ανθρώπους και όταν μπαίνω σε έναν χώρο δεν αρχίζω να επιτίθεμαι. Είναι και λίγο βλακώδες, επειδή χρησιμοποιείς τη λέξη μα…., να νομίζουν ότι όλη μέρα βγαίνεις στη γειτονιά βρίζοντας και ουρλιάζοντας».
Εκείνο το καλοκαίρι, μπήκαν στον χορό ακόμα και οι μεσημεριανές εκπομπές. Για άλλη μια φορά τέθηκε το χιλιοειπωμένο ερώτημα, κατά πόσο τα ανεβάσματα των αρχαίων έργων και δη στην Επίδαυρο, οφείλουν να είναι πιστά ή να γίνονται σύγχρονα. Και φυσικά είχαν άποψη οι πάντες και φυσικά γράφτηκαν τα κλισέ περί βεβήλωσης του χώρου και όλα τα συναφή. Μέχρι και για κάποιους συγγενείς ενός κριτικού, που είχαν έρθει από το εξωτερικό και σοκαρίστηκαν από αυτό που έβλεπαν. Τόσο σουρεάλ.
Η παράσταση ανέβηκε και σε άλλα θέατρα και το φινάλε δόθηκε στην Αττική, όπου το κοινό γέλασε και χειροκρότησε. Ίσως και να μην ήταν αναμεσά τους, συγγενείς από το εξωτερικό.
Από το «Θέατρο Τέχνης» στον Αθανάσιο Διάκο
«Έχω δυο γονείς αυτόνομους, ισότιμους, που δεν ζηλεύουν, δεν υποτιμούν ο ένας τον άλλον. Η μάνα μου έκανε καριέρα σημαντική στον χώρο της, ήταν νοσηλεύτρια του Πολεμικού Ναυτικού και η πρώτη γυναίκα αρχιπλοίαρχος της Ελλάδας». Η Λένα Κιτσοπούλου μιλάει πάντα με θαυμασμό για τους γονείς της, τονίζοντας ότι προτιμούσαν να έχουν τα παιδιά τους την καλύτερη δυνατή μόρφωση, παρά να αποκτήσουν σπίτι δικό τους. Για αυτό και έμεναν στο ενοίκιο.

Η Λένα τελειώνει τη δραματική σχολή του θεάτρου Τέχνης, στην μετά Κουν εποχή και ξεκινάει ως ηθοποιός. Θέατρο, κινηματογράφο όπου βραβεύεται κιόλας και ελάχιστη τηλεόραση. Είναι από τους ηθοποιούς που ξεχωρίζουν, μέχρι που κάποια στιγμή σχεδόν εξαφανίζεται. Η επανεμφάνιση γίνεται το 2006, αυτή την φορά σαν συγγραφέας όπου εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες για την οποία και βραβεύτηκε Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας.
Και εκεί άρχισαν οι αντιδικίες. Οι αλήθειες που έλεγε το κείμενο, σε συνδυασμό με μια ελευθερότητα του λόγου, έκανε πολλούς να κοιτάνε με λοξό μάτι το μέχρι τότε αγαπημένο κορίτσι του θεάτρου.
Ακολουθεί το ανέβασμα του Χαίρε νύμφη, μια διασκευή του κλασικού έργου του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Η ηρωίδα του έργου φέρνει τη μορφή της αδικοχαμένης Amy Winehouse, στην σκηνή του Θεάτρου Τέχνης –όπου είχε ανέβει για δυο σεζόν– ακούγονται βαριά λαϊκά σουξέ, μπερδεύονται τα φύλα και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Θεατές αποχωρούν, αλλά και αποθεώνουν.

Και φτάνουμε στο καλοκαίρι του 2012. Στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών ανεβαίνει το έργο της Αθανάσιος Διάκος -Η επιστροφή. Το κείμενο είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο και διηγείται έναν απόγονο του ήρωα της επανάστασης, που έχει σουβλατζίδικο, φέρεται βίαια στη σύζυγό του, που έχει σχέση με τον Κούρδο εργαζόμενο του. Το τι έγινε με αυτή την παράσταση, ούτε στα κείμενά της μπορούσε να το προβλέψει.
Στο μάτι του κυκλώνα
Οι κριτικές ήταν και πάλι διχασμένες. Από ακραίες όπως να αποκαλούν τη δημιουργό «Θηλυκό Μάρκο Σεφερλή», μέχρι και εγκωμιαστικές. Το κύριο μέλημα ήταν βέβαια να τονίσουν πως η παράσταση ανέβηκε ως επιχορηγούμενο. Από κοντά μπήκαν και μέλη ακροδεξιάς οργάνωσης, αλλά και μια εφημερίδα που πολέμησαν παράσταση και Κιτσοπούλου σχεδόν λυσσαλέα. Όπως βέβαια αποδείχτηκε στην πορεία ο στόχος ήταν ο τότε διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών Γιώργος Λούκος.
«Και παλιότερα είχε γίνει ένα παρατράγουδο, ότι ήμουν “παρέα του Λούκου”, όμως όλοι περάσαμε τότε από το Φεστιβάλ και κάναμε δουλειές. Δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη παρέα, ο άνθρωπος δεν με ήξερε περισσότερο από άλλους ούτε μου έδωσε τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι έδωσε σε όλους όσους πίστευε και ήθελε να συμμετέχουν στο Φεστιβάλ», είχε πει σε πρόσφατη συνέντευξή της αναφερόμενη σε εκείνη την ταραχώδη εποχή.
Ο Λούκος στην ουσία αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όχι μόνο για την παράσταση της Κιτσοπούλου, αλλά για τις επιλογές που είχε κάνει κατά τη δεκαετία που ήταν πρόεδρος και διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Στην πορεία βέβαια αποδείχθηκε πόσο σπουδαίο, πρωτοποριακό και διαχρονικό όπως αποδείχθηκε το έργο του. Αλλά είπαμε, εκείνη η περίοδος σε όλα τα επίπεδα ήταν φουλ ηλεκτρισμένη.
«Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που παλεύει για την επιβίωσή του και λιγότερο ένα εθνικό σύμβολο. Δηλαδή πιο πολύ με ενδιαφέρει να θέσω υπαρξιακά ζητήματα και λιγότερο η κατάντια της σύγχρονης Ελλάδας. Ο δικός μου Αθανάσιος Διάκος είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, όπως όλοι μας, που είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δεν κάνω παρωδία ούτε του ηρωισμού του, ούτε της Ελλάδας», είχε δηλώσει η Λένα Κιτσοπούλου, χαρακτηριστικά τη χρονιά που ανέβηκε η παράσταση. Αλλά ποιος την άκουγε;
Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 2017, λόγω του έργου της Τυραννόσαυροι βρέθηκε πάλι στο στόχαστρο των λαϊκών μέσων, λόγω του τρόπου που παρουσίαζε όλο το στόρι περί υψηλής τέχνης και δη των εικαστικών. Μόνο που αυτή τη φορά, ούτε καν ασχολήθηκε, να απαντήσει.
Πάρκινγκ στην Κυψέλη
Οι άνθρωποι που τη γνωρίζουν μιλάνε για μια ευαίσθητη και γλυκιά γυναίκα, καμία σχέση με αυτό που θέλει να προβάλει από τη δουλειά της. Στις λίγες σχετικά συνεντεύξεις της, έχει ομολογήσει ότι της αρέσει να προκαλεί μέσω της δουλειάς, αλλά με αυτοσαρκασμό δηλώνει πως ίσως να φταίει που ήταν μαθήτρια σε μοντεσοριανό σχολείο. Εκτός από τη συγγραφή και τη ζωγραφική, αγαπάει πολύ το τραγούδι. Μάλιστα έχει κάνει και εμφανίσεις σαν τραγουδίστρια και αρκετές φορές με μια ρεμπέτικη μπάντα.
Αυτή την περίοδο, συνεργάστηκε με τον Βασίλη Μπισμπίκη στον θεατρικό Σωσμένο, ένα έργο που ούτως ή άλλως είχε σοκάρει στην εποχή του, το 1965 που είχε ανέβει στο Λονδίνο και είχε απαγορευτεί για μεγάλο διάστημα. Με τον Μπισμπίκη συνεργάζονται για πρώτη φορά και της αρέσει η χαλαρότητα που είχε στις πρόβες, αφού δεν αντέχει να λειτουργεί με πρόγραμμα.

Όσο για τα έργα της, που θεωρούνται από πολλούς υπερβολικά η ίδια απαντάει: «Δεν νομίζω ότι τα έργα μου λένε κάτι που δεν ισχύει ή ότι αυτά που γράφω είναι ακραία. Είναι αυτό που βλέπουμε. Αν κάποιοι σοκάρονται από μια βρισιά ή από συμβολισμούς, δεν με ενοχλεί. Το περιμένω. Γι’ αυτόν τον κόσμο γράφω, αυτό σχολιάζω. Κάπου δικαιώνομαι όταν υπάρχει αντίδραση».
Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα που έχει τον τίτλο Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης και αναφέρεται στην ιστορία ενός άντρα που είχε γεννηθεί γυναίκα και επιστρέφει στη γενέτειρά του. «Γιατί πάντοτε οι ήρωες σας είναι τόσο αλλόκοτοι» την είχε ρωτήσει μια δημοσιογράφος σε βιβλιοπαρουσίαση το 2015. Και η Κιτσοπούλου είχε απαντήσει: «Εγώ για νορμάλ τους έχω».
Δεν έχει καμία σχέση με τα social, ούτε θέλει να αποκτήσει, δεν αγαπάει ιδιαίτερα έως και καθόλου την Αθήνα, αλλά μένει ακόμα γιατί μένει ο αγαπημένος της. Όσο για τον έρωτα; Η ίδια πιστεύει πως «Το να ψάχνεις να βρεις τον μεγάλο έρωτα, είναι σαν να ψάχνεις να βρεις να παρκάρεις στην Κυψέλη. Τυρανιέσσαι, ταλαιπωρείσαι, αλλά μπορεί και να βρεις».
Σπύρος Δευτεραίος
















