Ο Σογομών Σογομωνιάν γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1869 στην Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας, σε οικογένεια τουρκόφωνων Αρμενίων. Ήταν γιος του υποδηματοποιού Κεβόρκ, καλλίφωνου τραγουδοποιού και διευθυντή χορωδίας της αρμενικής εκκλησίας της Κιουτάχειας. Η μητέρα του Τακουή Χοβανισιάν ήταν ταπητοποιός και επίσης χαρισματική μουσικός.
Τουρκόφωνοι Αρμένιοι, όπως και Έλληνες, υπήρχαν πολλοί σε διάσπαρτες κοινότητες σε όλη τη Μικρά Ασία, ως αποτέλεσμα μακραίωνης συμβίωσης και επιβίωσης από τα ακραία τουρκογενή στοιχεία όχι μόνο κατά την οθωμανική κυριαρχία, αλλά ακόμα και πριν από την έλευση των Οθωμανών, όταν την περιοχή λυμαίνονταν Τουρκομάνοι, οι οποίοι σταδιακά απέβαλλαν το νομαδικό βίο και εγκαθίσταντο και πολλαπλασιάζονταν σε όλη την πρώην βυζαντινή επικράτεια.
Σε ηλικία ενός έτους ο Σογομών έμεινε ορφανός από μητέρα, και όταν ήταν ένδεκα ετών πέθανε και ο πατέρας του.
Το 1881 ο Αρμένιος ιερέας της Κιουτάχειας Κεβόρκ τοποθετήθηκε επίσκοπος στο Ετσμιατζίν της Αρμενίας και πήρε μαζί του τον Σογομών, κατόπιν της επιθυμίας του Πατριάρχη Κεβόρκ Δ΄ (1866-1882), λόγω της εξαιρετικής φωνής που είχε ο μικρός. Εκεί ο Σογομών φοίτησε στην Ιερατική Σχολή «Γκεβοργκιάν».
Κατά τη διάρκεια της φοίτησης στη Σχολή, ο Σογομών καλλιέργησε περαιτέρω το ταλέντο του στη μουσική, στο τραγούδι και στην ψαλτική τέχνη. Την ίδια περίοδο αναλάμβανε πρωτοβουλίες ασυνήθιστες για έναν απλό έφηβο. Κατέγραφε τα παραδοσιακά τραγούδια των χωρικών της πεδιάδας του Αραράτ και οργάνωσε τη μαθητική χορωδία της Ιερατικής Σχολής, η οποία ερμήνευε αυτά τα τραγούδια.

Το 1890 χρίστηκε μοναχός και το 1893 αποφοίτησε από τη Σχολή. Κατόπιν έγινε δάσκαλος μουσικής στη Σχολή και χοράρχης του καθεδρικού ναού της Ιεράς Επισκοπής. Την ίδια περίοδο οργάνωσε μια λαϊκή παραδοσιακή ορχήστρα και ασχολήθηκε με την έρευνα της αρμενικής εκκλησιαστικής μουσικής.
Το 1894 χειροτονήθηκε άγαμος ιερέας, παίρνοντας το όνομα Κομιτάς. Το 1895 χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης, γνωστός πλέον με το όνομα Κομιτάς Βαρταπέτ (δηλ. Κομιτάς Αρχιμανδρίτης).
Ακολούθησε σπουδές ευρωπαϊκής μουσικής στην Τιφλίδα και στο Βερολίνο. Στο Βερολίνο έγραφε άρθρα και έδινε διαλέξεις για την αρμενική εκκλησιαστική και σύγχρονη μουσική. Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους Ευρωπαίους την αρμενική μουσική, την ομορφιά, την ιστορία και την αξία της.
Μαζί με τον μεγάλο Πόντιο Γεώργιο Γκουρτζίεφ αποτελούν τις ιδιοφυίες που ανέδειξαν παγκοσμίως την αξία και τη βαθιά πνευματικότητα των εθνικών μουσικών παραδόσεων των χριστιανών της Ανατολίας.
Το 1899 επέστρεψε στο Ετσμιατζίν για να συνεχίσει τη διδασκαλία στην Ιερατική Σχολή συμβάλλοντας σημαντικά στην αναμόρφωση της διδασκαλίας.

Την ίδια περίοδο αφιερώθηκε στη μελέτη της μεσαιωνικής αρμενικής μουσικής και στη συστηματική καταγραφή της δημοτικής μουσικής. Καρπός των επιστημονικών του κόπων ήταν η καταγραφή 1.200 τραγουδιών.
Τα έτη 1906-1907 μετέβη στην Ευρώπη όπου έδινε συναυλίες σε διάφορες πρωτεύουσες και ιδίως στο Παρίσι που τον αποθέωσε.

Το 1910 έφυγε από το Ετσμιατζίν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ίδρυσε τη μεγάλη χορωδία «Κουσάν».
Όραμά του ήταν η ίδρυση εθνικού αρμενικού ωδείου, κάτι που οι τουρκικές Αρχές δεν επέτρεψαν.
Ενορχήστρωσε δημοτικά τραγούδια και διηύθυνε χορωδίες. Ο ίδιος έπαιζε εξαιρετικά φλάουτο, πιάνο και τραγουδούσε με μια φωνή σπάνια μέχρι και σήμερα.
Η φωνή του Κομιτάς
Εργάστηκε όπου υπήρχε αρμενική Διασπορά, σε Σμύρνη, Κάιρο, Αλεξάνδρεια και αλλού.
Όπου ταξίδευε συνέχιζε να καταγράφει τα δημοτικά τραγούδια των κοινοτήτων. Αρκετά εξ’ αυτών τα διασκεύαζε, όπως την παραλλαγή του παραδοσιακού χορού «Γιεντ ου αράτς» (Πίσω και εμπρός) του Ερζερούμ, που χορεύεται όμοια με το «Γεντ ί αρατς» (ή και Γεντίερε) των Ποντίων Ελλήνων.

Εδώ επιλέξαμε –και όχι τυχαία– την ερμηνεία του από το «Συγκρότημα Γκουρτζίεφ»:
Εισήγαγε πολλές καινοτομίες που αφορούσαν την αποτύπωση και την καταγραφή της εκκλησιαστικής και της παραδοσιακής αρμενικής μουσικής, με στόχο τη διάσωση και τη διαιώνισή της.
Κατέστη ο γενάρχης της αρμενικής Εθνομουσικολογίας και ένας από τους σπουδαιότερους εθνογράφους παγκοσμίως.
Τραγουδά ο Κομιτάς
Στο μεταξύ κατέστη αντιπαθής για την επίσημη Αρμενική Εκκλησία, με την οποία είχε προστριβές σε όλη του τη ζωή, καθώς αυτή δεν δεχόταν έναν κληρικό να ασχολείται με την «υποδεέστερη» δημώδη μουσική «του όχλου», να συνθέτει, να διασκευάζει και να αποδίδει τη θρησκευτική μουσική με ευρωπαϊκά μουσικά όργανα.

Το 1915 όμως, με την εκκίνηση της εξόντωσης των Αρμενίων και άλλων χριστιανών της Ανατολής, ο Κομιτάς θα ανακάλυπτε ότι η ορφάνια και η εναντίωση της εκκλησίας στο έργο του δεν θα ήταν τα μεγαλύτερα χτυπήματα της ζωής του.
Στις 24 Απριλίου συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη και στοιβάχτηκε σε τρένο μαζί με άλλους 180 διανοούμενους για να σταλούν στη Γάγγρα, έχοντας άπαντες διαπράξει το έγκλημα να γεννηθούν Αρμένιοι…
Βλέποντας τους συντρόφους του και όλους τους συμπατριώτες του να βασανίζονται και να σφάζονται, έπαθε ανεπανόρθωτο νευρικό κλονισμό και έχασε τα λογικά του.
Σωτήρες της ζωής του ήταν ο Αμερικανός πρέσβης Χένρι Μοργκεντάου, ο ποιητής Μεχμέτ Εμίν Γιουρντακούλ και η συγγραφέας Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ, χάρη στους οποίους ο Κομιτάς επέστρεψε τον επόμενο χρόνο από την εξορία, για να νοσηλευτεί στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1919 ο Κομιτάς μεταφέρθηκε στο Παρίσι, στην ψυχιατρική κλινική Villejuif. Εκεί πέρασε τα τελευταία μαρτυρικά χρόνια της ζωής του, παθαίνοντας κρίσεις και ζώντας σε διαρκή αγωνία.
Επίμονος νοσηρός εφιάλτης του ήταν ότι αυτός και όλη η φυλή του θα βασανιστεί και θα εξοντωθεί από τους διώκτες του, ενώ αυτοί βρίσκονταν σε άλλη χώρα, πολλά χιλιόμετρα μακριά του.
Στις 22 Οκτωβρίου του 1935 η ταραγμένη ψυχή της μουσικής ιδιοφυίας βρήκε την παντοτινή της ηρεμία σε ηλικία 66 ετών. Τον επόμενο χρόνο η στάχτη του μεταφέρθηκε στο Eρεβάν για να ταφεί στο Πάνθεον των Αρμενίων Καλλιτεχνών.

Ο Κομιτάς συγκαταλέγεται στα θύματα και στους μάρτυρες της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Την ίδια μοίρα με τον δημιουργό είχε και ο πνευματικός του μόχθος που έμεινε στην Κωνσταντινούπολη. Το μεγαλύτερο μέρος των καταγραφών και συνθέσεών του καταστράφηκαν ή χάθηκαν για πάντα. Μονάχα ένα μικρό κομμάτι από το έργο του διασώθηκε και φυλάσσεται στο αρχείο του Ινστιτούτου Τέχνης της Αρμενικής Εθνικής Ακαδημίας και στο Μουσείο Λογοτεχνίας και Τέχνης του Ερεβάν.
Η μουσική του Κομιτάς είναι συγκλονιστική και γεμάτη πόνο και αγωνία.
Οι λίγες συνθέσεις του που έχουν διασωθεί μάς δείχνουν πόσο μεγάλη και άδικη είναι η απώλεια του υπόλοιπου έργου του που χάθηκε. Στις περισσότερες συνθέσεις του Κομιτάς κυριαρχεί η χαρμολύπη και η μελαγχολία. Λαμπρό παράδειγμα η σύνθεση πάνω στον γυναικείο χορό Shushiki.
Η μεγαλειώδης και αριστουργηματική σύνθεση «Krunk» («Ο Γερανός») θεωρείται ως ένα εμβληματικό μουσικό κομμάτι, που συμβολίζει τη νοσταλγία των σκλαβωμένων πατρίδων, το τραύμα και την ανάσταση του αρμενικού λαού.
Σπάρτακος Τανασίδης
















