Ο Νικόλαος Μπαλκίδης γεννήθηκε στον οικισμό Μισαηλάντων, ο οποίος ήταν χτισμένος σε πλαγιά, σε υψόμετρο περίπου 450μ στην κοιλάδα του Καλιάντερε, και βρισκόταν 21 χλμ νότια της Τραπεζούντας.
Πριν από το 1914 οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής ήταν Έλληνες και μιλούσαν ποντιακά.
Στο κέντρο του οικισμού βρισκόταν η εκκλησία, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, και το δημοτικό σχολείο της περιοχής. Οι πιο πολλοί κάτοικοι εργάζονταν εποχιακά στην Τραπεζούντα ή τη Ρωσία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Από τότε που άρχισαν οι πόλεμοι, ο Βαλκανικός πρώτα και ο μεγάλος του ’14 ύστερα, άλλαξε η ζωή μας. Πριν να γίνει το τουρκικό Σύνταγμα και να μπούνε στα πράματα οι Νεότουρκοι, όλο αγαθοσύνη ήτανε ο Τούρκος μαζί μας.
Ούτε το καταλαβαίναμε πως ζούσαμε σε κράτος ξένο.
Στου Βαλκανικού τον καιρό εγώ δεν είχα την ηλικία ακόμη και δε με καλέσανε. Στα 1914 όμως, μήνας Σεπτέμβριος ήτανε, και ήρθε η διαταγή απ’ το Τζεβισλούκ,1 όλοι οι άντρες άνω των 20 ετών να πάμε να παρουσιαστούμε εκεί. Τζανdαρμάδες φέρανε τη διαταγή στο μουχτάρη μας κι εκείνος έκανε την ανακοίνωση σ’ όλο το χωριό. Στο Τζεβισλούκ μάς κλείσανε σ’ ένα χάνι. Λέγανε θα μας στείλουνε στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Ένας απ’ τους τζανdαρμάδες που μας φρουρούσανε έτυχε να είναι γνωστός μου, του είπα πως άφησα βαριά άρρωστη τη μητέρα μου και δεν το κρατάει η ψυχή μου να την αφήσω και να φύγω. Του είπα, του είπα, του ‘δωσα και κάμποσα μετζίτια2 κι ένα πρωί μ’ άφησε κι έφυγα κρυφά. Δέκα μέρες έκατσα μόνο στο Τζεβισλούκ. Και ο ίδιος μπορεί να το καταλάβαινε πως δε θα γύριζα πίσω αλλά έκανε τον κουτό και μ’ άφησε. Στο χωριό έμεινα κρυμμένος μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη του 1916 που μπήκε ο ρούσικος στρατός στο χωριό μας κι ελευθεροκοινωνήσαμε όλοι. Κι όταν έμεινα κρυμμένος στο χωριό οι Τούρκοι οι δικοί μας το ξέρανε βέβαια άλλα δε λέγανε τίποτε. Δεν ήθελε κανένας τους το κακό μας.
Δυο χρόνια μείνανε μαζί μας οι Ρώσοι. Μπαίναμε, βγαίναμε, δουλεύαμε ελεύθερα. Οι Ρώσοι έμειναν δυο χρόνια πάνω-κάτω στα μέρη μας. Άνοιξη του 1916 μπήκαν και από το Δεκέμβριο του 1917 άρχισαν να φεύγουν και μέχρι το Μάρτιο του 1918 είχανε φύγει όλοι.
Όταν ακούστηκε πως φεύγει ο ρούσικος στρατός φοβηθήκαμε πολύ, δεν ξέραμε τι μας περιμένει απ’ τον τούρκικο στρατό.
Νοέμβριο του 1917 εγώ έφυγα στην Τραπεζούντα με την απόφαση να φύγω στη Ρωσία πριν αρχίσει το κακό. Είχε κάτι καραβάκια, πλήρωνες και σε λίγες ώρες σε πήγαιναν στο Βατούμ. Έξι μήνες έμεινα στο Βατούμ, άκουσα ότι στην Τραπεζούντα είναι ησυχία και γύρισα πάλι πίσω κι άρχισα τη δουλειά μου στο μπακάλικο που είχα. Εκεί που λέγαμε πως ησυχάσαμε, βγήκε διαταγή –1920 ήτανε– να πάμε όλοι στο στρατό. Τότε πια ήτανε ο Κεμάλ στην εξουσία και δε χωρούσε τίποτε, ούτε γνωριμία με Τούρκο, ούτε τίποτε. Η διαταγή ήτανε αυστηρή.
Νοέμβριο του 1920 με τα χιόνια κινήσαμε. Πορεία πήγαμε 400 άνθρωποι μέχρι το Σαρίκαμις. Πολλοί μείνανε στον δρόμο απ’ την κούραση, την ταλαιπωρία, την πείνα. Μέχρι τον Απρίλιο μείναμε εκεί και δουλεύαμε αγγαρείες στους δρόμους, παντού. Την άνοιξη μάς πήρανε και μας πήγανε στο Βαν, στη Μεγάλη Αρμενία. Εκεί βρήκαμε έναν διοικητή εξαιρετικό. Ήτανε μεγάλος φιλέλληνας, ως και όπλα μάς είχε δώσει για να μην έχουμε φόβο απ’ τους Κούρδους που ήτανε πολύ άγριοι. Μας δίνανε συσσίτιο καλό σ’ όλους και η δουλειά ήτανε στους δρόμους, σε κτίσιμο, τίποτα.
Εγώ, προσωπικά, επειδή ήμουνα εγγράματος, είχα τοποθετηθεί από το διοικητή στο Νοσοκομείο του Βαν και δούλευα στα γραφεία. Στο Βαν ήτανε και 2.000 Αρμένιοι, αυτούς όμως, λίγο καιρό μετά, τους σηκώσανε και τους στείλανε στο Αριβάν. Τι γίνανε δεν ξέρουμε.
Μέχρι τον Νοέμβριο του 1924 ήμουνα στο Βαν. Τότε πήρα απολυτήριο και πήγα στην Τραπεζούντα. Εκεί βρήκα σχετικά ησυχία. Ελληνικά πλοία έρχονταν στο λιμάνι της, μπήκα σ’ ένα απ’ αυτά, με εισιτήριο φυσικά, και ήρθα στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη. Από δικούς μας στα χωριά δεν είχε μείνει κανένας. Είχανε φύγει όλοι από δύο χρόνια πριν. Στα χωριά μας κατοικούσαν Τούρκοι, δεν πήγα καθόλου από κει. Έλεγα πότε να φύγω να βρω στους δικούς μου στην Ελλάδα. Στην Τραπεζούντα έρχονταν οι διάφοροι απ’ την εξορία για να πάρουνε πλοίο να φύγουνε στην Ελλάδα.
















