Ο Yervant Odian (Γερβάντ Οντιάν), ο σπουδαιότερος σατιρικός συγγραφέας της αρμενικής λογοτεχνίας, συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη όπως οι περισσότεροι φίλοι και συνάδελφοί, το 1915, ωστόσο σε αντίθεση με εκείνους που εκτελέστηκαν ο ίδιος βρέθηκε στο δρόμο για την εξορία. Αν και περιπλανήθηκε επί τέσσερα χρόνια κατάφερε να επιζήσει από την κόλαση της ερήμου του Ντέιρ εζ-Ζορ στη Συρία.
Γεννημένος, το 1869, στο Σκουτάρι της Πόλης, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που του επέτρεψε να δει από κοντά όλη την αίγλη αλλά και την παρακμή της οθωμανικής πρωτεύουσας.
Η ζωή του, ωστόσο, σημαδεύτηκε από τη μεγάλη τραγωδία του λαού του.
Η μαρτυρία του «πρίγκιπα της αρμενικής σάτιρας», όπως ήταν γνωστός, είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές της Γενοκτονίας των Αρμενίων καθώς αποκαλύπτει τη μεθοδική εξόντωση του αρμενικού λαού, στις αρχές του 20ού αιώνα, από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Στην πορεία της ζωής του ο Γερβάντ Οτιάν πέρασε από την Αθήνα, το Βουκουρέστι και τελευταίος του σταθμός ήταν το Κάιρο όπου άφησε την τελευταία του πνοή, το 1926, έχοντας χάση τη μάχη με τον καρκίνο. Ο πιο διάσημος ήρωάς του, ο «Σύντροφος Παντσούνι», παραμένει μέχρι σήμερα το απόλυτο σύμβολο του φανατικού αλλά ανίδεου πολιτικού που υπόσχεται τα πάντα και καταστρέφει τα πάντα.
Ας διαβάσουμε ένα μέρος όσων έζησε…
«Εκεί που ο θάνατος ήταν η μόνη λύτρωση»
«Η άφιξή μας στο Χαλεπι ήταν μόνο η αρχή της καθόδου στον Άδη. Οι αρχές μάς στοίβαζαν σε ακάθαρτα πανδοχεία, όπου η χολέρα και ο τύφος θέριζαν καθημερινά δεκάδες ψυχές. Όταν όμως μας διέταξαν να προχωρήσουμε προς το Ντέιρ εζ-Ζορ, καταλάβαμε πως το σχέδιο δεν ήταν η μετοίκηση, αλλά ο αφανισμός.
»Καθώς το καραβάνι μας προχωρούσε κατά μήκος του Ευφράτη, το τοπίο άλλαζε. Το πράσινο έδινε τη θέση του στην ατελείωτη, καυτή άμμο. Εκεί είδα για πρώτη φορά τα “ζωντανά φαντάσματα”. Ήταν οι επιζώντες από προηγούμενες αποστολές.
Γυναίκες που κάποτε ήταν αρχόντισσες στην Τραπεζούντα ή το Ερζερούμ, τώρα έστεκαν στην άκρη του δρόμου, με τα ρούχα τους κουρελιασμένα, προσφέροντας ένα χρυσό νόμισμα για ένα φλιτζάνι βρώμικο νερό.
»Οι χωροφύλακες όμως γελούσαν· γνώριζαν πως σε λίγες ώρες, όταν η γυναίκα θα κατέρρεε, θα έπαιρναν και το νόμισμα και τη ζωή της.

»Θυμάμαι ένα απόγευμα κοντά στο Meskené. Ο ήλιος έδυε και ο Ευφράτης έμοιαζε βαμμένος με αίμα. Δεν ήταν μεταφορά· το ποτάμι μετέφερε σώματα. Οι γέφυρες είχαν γίνει τόποι εκτελέσεων. Είδα μια νεαρή μητέρα να κρατά το βρέφος της. Το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα απόγνωσης. Δεν έκλαιγε. Τα δάκρυα είχαν στερέψει από τη δίψα. Όταν το παιδί σταμάτησε να αναπνέει, δεν το έθαψε. Δεν υπήρχε δύναμη για σκάψιμο. Το άφησε στην άμμο και συνέχισε να περπατά, ακολουθώντας τον ρυθμό του μαστιγίου του έφιππου φρουρού.
»Στο Ντέιρ εζ-Ζορ, η οσμή του θανάτου ήταν παντού. Οι άνθρωποι ζούσαν σε τρύπες που έσκαβαν στο χώμα για να προστατευτούν από τον ήλιο τη μέρα και το κρύο τη νύχτα. Η τροφή ήταν μια λέξη χωρίς νόημα. Τρώγαμε ρίζες, τρώγαμε το γρασίδι που φύτρωνε στις όχθες, και μερικές φορές, οι πιο απελπισμένοι, έψαχναν στα περιττώματα των αλόγων για λίγους άπεπτους σπόρους κριθαριού.
»Ο διοικητής του στρατοπέδου, ένας άνθρωπος που το όνομά του έγινε συνώνυμο του διαβόλου, μας κοίταζε με ικανοποίηση. Για εκείνον, δεν ήμασταν άνθρωποι· ήμασταν αριθμοί που έπρεπε να μηδενιστούν. “Γιατί δεν πεθαίνετε πιο γρήγορα;” μας ρώτησε μια μέρα ένας φρουρός, με ειλικρινή απορία. “Μας κουράζετε να σας φυλάμε”.

»Εκείνες τις στιγμές, η λογοτεχνία, η σάτιρα, ο πολιτισμός που είχα αφήσει πίσω μου στην Κωνσταντινούπολη, έμοιαζαν με ψευδαισθήσεις ενός άλλου πλανήτη. Η μόνη πραγματικότητα ήταν ο Ευφράτης, ο καυτός ήλιος και η ατελείωτη σειρά από σταυρούς –όχι ξύλινους, αλλά ανθρώπινους– που σημαδεύαν την πορεία μας στην έρημο. Η επιβίωση δεν ήταν θρίαμβος· ήταν ένα βάρος, γιατί σήμαινε πως έπρεπε να κουβαλάς τη μνήμη όλων εκείνων που έμειναν πίσω, θαμμένοι κάτω από τους αμμόλοφους που μετακινούσε ο άνεμος, σβήνοντας κάθε ίχνος της ύπαρξής τους.», περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο ο Οντιάν στο βιβλίο του Καταραμένα Χρόνια: Η Εξορία μου και η Επιστροφή από το Ντέρ Ζορ, 1914-1919.
Ο Αρμένιος διανοούμενος κατάφερε να επιβιώσει χάρη στη γνώση γαλλικών και τουρκικών, προσφέροντας υπηρεσίες ως μεταφραστής, γεγονός που του επέτρεψε να κινείται ανάμεσα στα «στρατόπεδα» και να καταγράφει τη φρίκη με τη ματιά του μάρτυρα.
Το έργο του αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά «κατηγορητήρια» κατά της λήθης, αναδεικνύοντας ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα βίας, αλλά μια κρατικά οργανωμένη επιχείρηση θανάτου.
Πόπη Παπαγεωργίου
















