Στην ελληνική μυθολογία ο βασιλιάς της Φρυγίας Μίδας ήταν γνωστός για την ικανότητά του να μετατρέπει σε χρυσάφι οτιδήποτε άγγιζε. Σήμερα επανέρχεται στην επικαιρότητα, καθώς αρχαιολόγοι θεωρούν ότι εντόπισαν τάφο που ενδεχομένως να κατασκευάστηκε για μέλος της οικογένειάς του – παρόλο που βρίσκεται περισσότερα από 160 χλμ δυτικά της πρωτεύουσας του αρχαίου βασιλείου.
Έτσι, το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα από την ανασκαφική έρευνα είναι ότι η Φρυγία δεν ήταν πολιτικά συγκεντρωμένη αποκλειστικά στο Γόρδιον – το πιο πιθανό είναι η εξουσία να είχε κατανεμηθεί σε μεγαλύτερη γεωγραφική κλίμακα στην κεντρική Ανατολία.
«Ιστορικά, η Φρυγία θεωρούνταν συχνά ως ένα κεντρικά οργανωμένο βασίλειο, παρόμοιο με τις αυτοκρατορίες των Ασσυρίων ή των Ουραρτών», δήλωσε ο αρχαιολόγος Χουσεΐν Ερπεχλιβάν του Πανεπιστημίου Μπιλετζίκ σε επικοινωνία με το Live Science.
Ωστόσο, ο τάφος στο Τύμβο του Καραάγατς στην Αδριανούπολη (Edirne) της Τουρκίας, φαίνεται να δείχνει το αντίθετο. Το γεγονός ότι ένας τάφος υψηλής κοινωνικής τάξης κατασκευάστηκε τόσο μακριά από την πρωτεύουσα «ενισχύει την ιδέα ότι η φρυγική πολιτική οργάνωση δεν περιοριζόταν σε ένα αυστηρά συγκεντρωτικό, αστικό σύστημα» με επίκεντρο το Γόρδιον, σημείωσε ο Χουσεΐν Ερπεχλιβάν.
Ο ίδιος πάντως αναγνώρισε ότι τα πολυτελή κτερίσματα δεν αποδεικνύουν απαραίτητα βασιλική ταφή· μπορεί επίσης να αντανακλούν ανταλλαγή δώρων ανάμεσα στην αυλή και έναν σημαντικό αξιωματούχο της περιοχής, για παράδειγμα τον τοπικό κυβερνήτη.
Ο τύμβος υψώνεται περίπου 8 μέτρα πάνω σε φυσικό λόφο και πάνω από 30 μέτρα από την γύρω πεδιάδα, με διάμετρο περίπου 60 μέτρων. Ανακαλύφθηκε το 2010, όταν δορυφορικές εικόνες έδειξαν ζημιές από λαθρανασκαφές. Η αρχαιολογική ανασκαφή ξεκίνησε το 2013.
Πρόσωπο ενταγμένο στη φρυγική δομή εξουσίας
Σε νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου του American Journal of Archaeology, ο Χουσεΐν Ερπεχλιβάν αναλύει την αρχιτεκτονική του τάφου και τα κτερίσματα.
Όπως εξηγεί, η μνημειακή κατασκευή του ξύλινου θαλάμου μέσα στον τύμβο συγκρίνεται με ταφές ατόμων υψηλής κοινωνικής στάθμης κοντά στο Γόρδιον, ενώ τα κτερίσματα μοιάζουν με εκείνα που έχουν βρεθεί σε βασιλικούς τάφους.
Αυτά τα στοιχεία «υπερβαίνουν όσα θα περιμέναμε για έναν καθαρά τοπικό νεκρό, όχι μέλος της ελίτ, δείχνοντας μάλλον ένα πρόσωπο ενταγμένο στη φρυγική δομή εξουσίας», είπε.

Ο Τούρκος αρχαιολόγος και οι συνεργάτες του εντόπισαν μεταξύ άλλων μεγάλο αριθμό κεραμικών αγγείων υψηλής ποιότητας, ένα από τα οποία έφερε επιγραφή με φρυγικό όνομα, καθώς και αρκετοί κωδωνόσχημοι κάδοι (situla στα λατινικά) – περίτεχνα χάλκινα αγγεία, συχνά διακοσμημένα με σκηνές μαχών, κυνηγιού ή πομπών. Η παρουσία τους θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι ο νεκρός είχε τοπικό βασιλικό αξίωμα ή συγγένεια με την οικογένεια του Μίδα.
Η εύρεση αυτών των κάδων θεωρείται σημαντική, καθώς μέχρι σήμερα τα μόνα καταγεγραμμένα παραδείγματα προέρχονταν από τον «Τύμβο του Μίδα» στο Γόρδιον – πιθανότατα τον τάφο του πατέρα του, Γορδία. Τα ευρήματα βοηθούν επίσης στη χρονολόγηση του τάφου μεταξύ 740 και 690 π.Χ.
Πραγματικός βασιλιάς
Ο Μίδας είναι ευρέως γνωστός σήμερα από το μύθο του «Χρυσού Αγγίγματος», που έκανε κάθε τι να μετατρέπεται σε χρυσάφι – ακόμη και το φαγητό, το νερό και, σε μεταγενέστερη εκδοχή, την κόρη του. Η ιστορία αναφέρεται ήδη από τον Αριστοτέλη τον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ εμπλουτίστηκε τον 19ο αιώνα από τον Αμερικανό συγγραφέα Ναθάνιελ Χόθορν.
Πέρα όμως από τη μυθική διάσταση, ο Μίδας υπήρξε πραγματικός βασιλιάς της Φρυγίας στην κεντρική Ανατολία τον 8ο αιώνα π.Χ.
Οι αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν εξαιρετικά πλούσιο, κάτι που φαίνεται να αντανακλάται στα ευρήματα: εκλεκτά μεταλλικά αντικείμενα, κοσμήματα, κεραμική, σπάνια ξύλινα έπιπλα και ίχνη υφαντών έχουν βρεθεί σε αρκετούς φρυγικούς βασιλικούς τάφους.
Στην περιοχή γύρω από το Γόρδιον έχουν εντοπιστεί πάνω από 120 τύμβοι, περίπου οι μισοί από τους οποίους έχουν ανασκαφεί· ο τάφος του Μίδα δεν έχει ακόμη βρεθεί.
Στον Τύμβο του Καραάγατς εντοπίστηκαν ανθρώπινα οστά, αλλά οι ερευνητές δεν θεωρούν ότι ανήκουν στον αρχικό νεκρό. Κάποια ανήκουν σε παλαιότερο νεκροταφείο που υπήρχε ήδη στο σημείο, ενώ άλλα προέρχονται από μεταγενέστερες ταφές που έγιναν αφότου κατασκευάστηκε ο τύμβος.
















