Τραπεζούντα, 1915. Ο Δημήτρης Ψαθάς, ο μετέπειτα δημοφιλέστατος Πόντιος χρονικογράφος και θεατρικός συγγραφέας, είναι μόλις 8 ετών όταν νιώθει ότι όλα γύρω του αλλάζουν. Ξαφνικά; Όχι και τόσο, καθώς ο Α’ Παγκόσμιος είναι ήδη σε εξέλιξη, οι Νεότουρκοι έχουν ήδη αρχίσει να «ανεβαίνουν», και το κλίμα να γίνεται ολοένα και πιο βαρύ.
Ακόμα και στο περίφημο Φροντιστήριον Τραπεζούντος άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα: «μας βάλαν στο σχολειό να μαθαίνουμε και τούρκικα! Αυτό μας φαινόταν πάρα πολύ αστείο – να ’χουμε “χότζα” ανάμεσα στους άλλους μας δασκάλους!».
Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας σειράς γεγονότων που τότε ακόμα κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει πώς θα εξελίσσονταν.

Λίγο καιρό αργότερα, οι Πόντιοι έβλεπαν γύρω τους να «μαζεύουν» τους Αρμένηδες, αλλά μια σκέψη τους καθησύχαζε: «για μας δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Να, απέναντι, κοντά μας είναι η Ρουσία! Μύτη Ρωμιού ν’ ανοίξει… έφτασε ο Ρώσος!», έλεγε η μητέρα του Ψαθά στον μικρό γιο της. Ο ορισμός της τραγικής ειρωνείας, ίσως…
Περιγράφει ο σπουδαίος Τραπεζούντιος στο εμβληματικό έργο του Γη του Πόντου:
Απότομα ήλθε ο φόβος, ένα πρωινό. Χαράματα. Βρισκόμαστε ακόμα στα κρεβάτια μας, όταν στο δρόμο ακούστηκαν άγριες φωνές. Πρώτος τινάχτηκε ο πατέρας μου κι έτρεξε στο παράθυρο.
— Τι είναι; ρώτησα κι εγώ, βλέποντάς τον να κοιτά κάτι πολύ σοβαρό, που γινότανε απ’ έξω.
Κι επειδή εκείνος δεν μιλούσε, έτρεξα στο παράθυρο κι εγώ κι είδα κάτι παράξενο κι ασυνήθιστο: Τούρκοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη βγάζαν απ’ το πλαϊνό μας σπίτι ολόκληρη την οικογένεια των Αρμένηδων –γείτονες ήσαν, άνθρωποι αγαθοί, καλοσυνάτοι, που μας ξέραν και τους ξέραμε– τον άντρα, τη γυναίκα, τα παιδιά, τον γέρο:
— Άιντε, άιντε, γκιαούρ ογλού γκιαούρ! φωνάζανε οι Τούρκοι αγριεμένοι.
— Τσαμπούκ, τσαμπούκ!
Έκλαιε το κορίτσι, έκλαιε ο φίλος μου ο Αράμ, έκλαιε το μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, τρομαγμένοι και κατάχλωμοι ήσαν οι άλλοι, καθώς τους είχαν ξεσηκώσει και τους τράβηξαν στο δρόμο, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν τίποτ’ άλλο, εκτός από τα ρούχα τους.
— Άιντε, άιντε!
— Τσαμπούκ, τσαμπούκ, αγρίευαν όλο και περισσότερο οι Τούρκοι στρατιώτες.
Κι ενώ κλαίγαν τα παιδιά και ρωτούσαν οι μεγάλοι γιατί και που τους πάνε και τι έκαναν, εκείνοι τους τραβολογούσαν απειλώντας με τα όπλα τους και τους έσυραν πέρα με βρισιές. Χάθηκε ο Αράμ μαζί μ’ όλους κι ένοιωθα κάτι να δαγκώνει την ψυχή μου καθώς το κλάμα του αντηχούσε στ’ αυτιά μου ώρες και ώρες.
Αυτό –όπως γρήγορα μάθαμε– έγινε εκείνη τη μέρα σ’ ολόκληρη την πόλη που είχε αποκλεισθεί από στρατό κι ολούθε όπου καθόντουσαν Αρμένηδες τους πήραν με τον ίδιο τρόπο. Κι ούτε δα ήταν λίγος ο αρμένικος πληθυσμός της Τραπεζούντας – άνθρωποι καλοστεκούμενοι οι περισσότεροι, εμπορευόμενοι, νοικοκυρεμένα σπίτια και οικογένειες, πολλοί πλούσιοι, με τα σχολειά τους, την εκκλησιά τους, ολόκληρη παροικία κι ωστόσο δεν έμεινε ούτ’ ένας! Τους μάζεψαν, τους βγάλαν απ’ την πόλη κι ένας Θεός ήξερε που τους πήγαιναν.
Για κάμποσες μέρες το περιστατικό αυτό μας είχε αναστατώσει και μας κρατούσε σε αγωνία. Φήμες κυκλοφορούσαν, ότι θα τους εξοντώσουν όλους εκείνους τους Αρμένηδες κι ήταν πολύ φυσικό ν’ αναρωτιόμαστε –μικροί, μεγάλοι– μήπως η ίδια τύχη μας περίμενε κι εμάς. Η μητέρα μου, ωστόσο, με ησύχαζε:
— Μη φοβάσαι, παιδάκι μου, για μας δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Να, απέναντι, κοντά μας είναι η Ρουσία! Μύτη Ρωμιού ν’ ανοίξει… έφτασε ο Ρώσος!
Ναι, στ’ αλήθεια, εκεί δα απέναντι ήταν η Ρουσία, που μισούσανε και φοβόντουσαν οι Τούρκοι, αλλά εμείς οι Ρωμιοί –χριστιανοί ορθόδοξοι όπως κι οι Ρώσοι– βλέπαμε σαν τους πιο κοντινούς προστάτες μας για την περίπτωση που οι Τούρκοι θα βάζαν στο μυαλό τους και για μας κάτι κακό.
Υπήρχαν, άλλωστε, στενοί δεσμοί ανάμεσα στην κραταιά γειτόνισσά μας και τον ποντιακό ελληνισμό – εμπόριο, ταξίδια, μετανάστευση, ρούβλια σε αφθονία, που μαζευόντουσαν στην Ρωσία κι ύστερα ερχόντουσαν στον Πόντο για να γίνουν σχολεία, εκκλησιές, μέγαρα, νοσοκομεία. Όπως απ’ την παλιά Ελλάδα μετανάστευαν στην Αμερική, έτσι μετανάστευαν και οι Πόντιοι στην Ρωσία, που ήταν μάλιστα πολύ κοντά, λίγων ωρών ταξίδι μέχρι την Κριμαία και πολύ λιγότερων μέχρι το πλαϊνό μας Βατούμ. Ολούθε στην Ρωσία ανθούσαν οι
πλούσιες παροικίες των Ελλήνων.
















