59 χρόνια πριν, την 21η Απριλίου 1967, οι Αθηναίοι ξύπνησαν τα χαράματα υπό των ήχο των τανκς. Μέχρι να διαπιστωθεί τι συνέβαινε, τα σενάρια έδιναν και έπαιρναν. Ναι, κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, είχαμε χούντα. Και το στρατιωτικό καθεστώς επιβλήθηκε επί 7 χρόνια και κάτι μήνες σε ΟΛΑ. Ακόμα και στο τραγούδι.
Στο τελευταίο μπορούσε να διακρίνει κανείς ότι οι κρατούντες δεν ήταν και τα πρώτα μυαλά της πιάτσας.
Και δεν μιλάμε για τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, που από την 1η Ιουνίου 1967 απαγορεύτηκαν με ειδικό διάταγμα του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού Οδυσσέα Αγγελή, ούτε για τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο, ή ακόμα και τα ρεμπέτικα (με το σκεπτικό ότι έχουν στίχους που παραπέμπουν σε περιθωριακές καταστάσεις και ανθρώπους).

Τι σήμαινε λογοκρισία στη χούντα; Ότι το όποιο τραγούδι «κοβόταν» είτε δεν έπαιζε στο ούτως ή άλλως κρατικό ραδιόφωνο ή ακόμα «κοβόταν» από κάποιο άλμπουμ. Και η λογοκρισία δεν είχε να κάνει μόνο με τα τραγούδια που κυκλοφόρησαν την περίοδο της επταετίας, αλλά και παλαιότερα. Ακόμα και ξένα!
Και διηγώντας τα να γελάς(;)
Πάρτε για παράδειγμα το «Πέταξε ένα πουλί», σε στίχους και μουσική Κώστα Κλάββα και Αλέξη Αλεξόπουλου. Είναι αισθηματικό, χαρούμενο τραγούδι και μάλιστα βραβευμένο στο φεστιβάλ τραγουδιού. Και όμως, το πουλί ήταν από τα πρώτα τραγούδια που κόπηκαν από την λογοκρισία της εποχής: Η αιτία; Το πουλί παρέπεμπε στο έμβλημα των χουντικών. Και σύμφωνα με το κρυφό νόημα των στίχων, άπαξ και οι στίχοι λένε «πέταξε το πουλί», κοινώς τελειώνει η χούντα. Πάμε λοιπόν να ξεκινήσουμε με κάτι επαναστατικό.
1972. Στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης το πρώτο βραβείο κερδίζει το τραγούδι του Δώρου Γεωργιάδη (σε στίχους Σέβης Τηλιακού) «Αν ήμουν πλούσιος». Ένα ωραίο, ανώδυνο τραγούδι που έγινε μεγάλη επιτυχία. Ανώδυνο; Σύμφωνα με τους λογοκριτές, οι αρχικοί στίχοι του «Μεσάνυχτα στη γειτονιά, η φτώχεια, η γρίπη, η παγωνιά, κι ο πολιτσμάνος στη γωνιά μες στο χιονιά», ήταν ύποπτοι.
Το τραγούδι δεν παιζόταν στο ραδιόφωνο, όμως είχε γίνει επιτυχία από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε στο –επεισοδιακό για πολλούς λόγους– Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Από τα απαγορευμένα της χούντας ήταν και το «She loves you» των Beatles. Η δε απαγόρευση δεν είχε να κάνει με στίχους, αλλά με το yeah που ακούγεται στο τραγούδι. Για το μυαλό των λογοκριτών, yeah=γιεγιέδες, δηλαδή το καινό δαιμόνιο που διαφθείρει την νεολαία.
Για την ιστορία, το τραγούδι είχε κυκλοφορήσει από το 1963.
Το «επαναστατικό» (κατά τους χουντικούς) 1967 κυκλοφόρησε και ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια του Άκη Πάνου, το «Θα κλείσω τα μάτια». Η πρώτη εκτέλεση ήταν από τη Χαρούλα Λαμπράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και με διαφορετικούς στίχους. Για παράδειγμα, το ρεφρέν στην αρχική εκτέλεση ήταν:
Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια
μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια
θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη
θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει.
Φυσικά και κόπηκε. Το 1971 κυκλοφόρησε ξανά με πολλούς στίχους αλλαγμένους. Έτσι, η εκτέλεση του 1971 με τη Βίκυ Μοσχολιού είχε το παρακάτω ρεφρέν :
Θα κλείσω τα μάτια θ’ απλώσεις τα χέρια
να βρουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια
αγάπη μου πρώτη αγάπη μεγάλη
θα κλείσω τα μάτια κι όπου με βγάλει.
Δηλαδή, ένα τραγούδι που είχε σαν θέμα τη φτώχεια των ανθρώπων, μεταμορφώθηκε σε ένα ερωτικό τραγούδι.
1968, και ο Γιώργος Κατσαρός σε στίχους Πυθαγόρα και με την φωνή του Γιάννη Καλαϊτζή κυκλοφορούν το «Ο Γιώργος είναι πονηρός», ή αλλιώς «Κυρα-Γιώργαινα». Διαχρονικό σουξέ μεν, αλλά είδαν κι έπαθαν οι δημιουργοί να πείσουν τους λογοκριτές ότι ο Γιώργος του τίτλου δεν είναι ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αλλά ο συνθέτης του τραγουδιού, Γιώργος Κατσαρός.
Και επειδή από φαντασία οι λογοκριτές είχαν αρκετή μετά εξέφρασαν τους φόβους ότι «φωτογράφιζε» την εξωσυζυγική σχέση που είχε ο δικτάτορας, με την μετέπειτα σύζυγο του Δέσποινα, τότε πολιτική υπάλληλο στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Η δε κυρα-Γιώργαινα του τίτλου ήταν η πρώτη σύζυγος του Παπαδόπουλου, Νίκη Βασιλειάδη, με την οποία χώρισε το 1968.
Και αν στην «Κυρα-Γιώργαινα», όπως αποδείχθηκε, δεν υπήρχε πολιτικός δόλος, σίγουρα τα «Μαλαματένια λόγια» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, ήταν ένα άκρως πολιτικό τραγούδι. Εδώ οι λογοκριτές της χούντας άλλαξαν δύο στίχους:
• «κι όχι να ζεις μ’ αυτή τη συμμορία»: η λέξη «συμμορία» αλλάζει σε «κομπανία»,
• «και ξημερώματα Παρασκευή»: άλλαξε σε «ξημερώνοντας μέρα κακή» (εδώ η αιτία ήταν ότι η χούντα έγινε νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο).
Και μπορεί το 1974 να έπεσε η χούντα, όμως ώσπου να γίνει αυτό, κυβερνούσε ο Δημήτριος Ιωαννίδης. Και τότε ήταν η πιο άγρια εποχή της δικτατορίας.
Φυσικά, το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», λόγω Μελίνας, ούτε που ακούστηκε στη διάρκεια της επταετίας. Αλλά δεν ήταν το μόνο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι που απαγορεύτηκε.
Μπορεί το «Πάει ο καιρός», σε στίχους Νίκου Γκάτσου να είχε κυκλοφορήσει το 1965, αλλά για τους χουντικούς στίχοι όπως: «Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός / που ήταν ο κόσμος δροσερός / και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή / για να ποτίσει όλη τη γη», έκαναν τους λογοκριτές να το απαγορεύσουν.
Τελικά και αυτό κυκλοφόρησε το 1971 με αλλαγμένους στίχους. Αλλά εντελώς αλλαγμένους, ακόμα και στον τίτλο, που έγινε «Πρωτομηνιά», και οι στίχοι γίνανε έτσι:
Πρωτομηνιά, πρωτομηνιά
πήρα τους δρόμους παγανιά
να βρω πού πας, ποιο παράθυρο χτυπάς
τώρα που πια δε μ’ αγαπάς.
1967. Νεαρός τραγουδιστής κυκλοφορεί το πρώτο του τραγούδι σε 45άρι. Έχει τον τίτλο «Χαμένη Πασχαλιά», και η μουσική και οι στίχοι ανήκαν στους Βασίλη Κουμπή και Δημήτρη Ιατρόπουλο. Στίχοι όπως «Καημός ιδρώτας κι αίμα / αχ, τι ανάποδη ζωή / πλάκωσε πάλι η συννεφιά. / Πήγε στα χαμένα /
κι ετούτη η Πασχαλιά» φάνταζαν κόκκινο πανί για τη χούντα, χωρίς να σκεφτούν ότι το τραγούδι είχε γραφτεί και κυκλοφορήσει λίγο πριν από την 21η Απριλίου.
Πολύ άτυχο ξεκίνημα για τον νέο τραγουδιστή που είχε το όνομα Δημήτρης Μητροπάνος.
Ευτυχώς, στην πορεία έκανε την καριέρα και έγραψε την ιστορία που του άξιζε.
Το πιο σουρεαλιστικό που είχε συμβεί ήταν με ένα –σπουδαίο– τραγούδι του 1934. Το «Θα ξανάρθεις» σε μουσική του Γιάννη Κωνσταντινίδη (ή Κώστα Γιαννίδη) και στίχους του Αλέκου Σακελλάριου, που έγινε γνωστό με την ερμηνεία της Δανάης Στρατηγοπούλου.
Τι και αν ήταν ένα ερωτικό τανγκό; Σε συνδυασμό με το στίχο «Θα ξανάρθεις» (ποιος θα ξανάρθει; η δημοκρατία;) και με την αριστερή ιδεολογία της ερμηνεύτριας, έκαναν το τραγούδι να «εξαφανιστεί» κατά την επταετία των συνταγματαρχών.
Το γεγονός ότι ήταν γραμμένο κάτι δεκαετίες πριν και ότι υπήρχε και με άλλους ερμηνευτές, δεν είχε περάσει από το μυαλό τους. Και μια ιστορική υπενθύμιση: Όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει το τραγούδι, το μακρινό 1934, πολλοί πίστευαν ότι αυτός που θα ξαναρχόταν ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Ένας, δίσκος + Μία παράσταση = Πολλοί πονοκέφαλοι
Ο δίσκος Ο δρόμος, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, θεωρείται ο πιο μοσχοπουλημένος στην ιστορία της εγχώριας δισκογραφίας. Κυκλοφόρησε την 1η Απριλίου 1969 και από την αρχή έκανε φοβερές πωλήσεις. Τραγουδούσαν ο Γιάννης Πουλόπουλος και η Ρένα Κουμιώτη.
Και μόνο από τους τίτλους μπορούσε να καταλάβει κανείς ότι ήταν όλο ενάντια στο καθεστώς.
Πώς όμως να «κόψει» η δικτατορία κάτι που είχε τόση επιτυχία; Στο ραδιόφωνο δεν παίζονταν τα τραγούδια, αλλά ο δίσκος πουλούσε. Και η αφορμή ήρθε, όταν έγινε παράσταση με τα τραγούδια του δίσκου.

Συγκεκριμένα ο Πλέσσας και ο θεατρικός επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης ζήτησαν από την Κατίνα Παξινού να τους παραχωρήσει το θέατρο Ρεξ τα δευτερότριτα που δεν είχαν παραστάσεις, για να ανεβάσουν εκεί το «Δρόμο».
Η σπουδαία ηθοποιός δέχτηκε, και από εκεί και πέρα το τι έγινε, το είχε αφηγηθεί ο Μίμης Πλέσσας στην αυτοβιογραφία του:
«Περισσότερο μας εμψύχωνε το γεγονός ότι οι παραστάσεις μας γέμιζαν με νέους που ακούγοντας το “Μίλα μου για τη Λευτεριά” από την Κουμιώτη έκαναν τα “μπράβο” και τα χειροκροτήματα να ξεκινάνε από το υπόγειο θέατρο και ν’ ακούγονται στην ταράτσα του “Ρεξ”. Έλα όμως που σε κάποια από τα διπλανά κτήρια υπήρχε μια υπηρεσία της χούντας που δεχόταν τα παράπονα από τους χαφιέδες – που δεν έλειψαν από καμιά ιστορική στιγμή αυτής της χώρας!
»Εκεί άρχισαν να φτάνουν καταγγελίες ότι επιτελούσαμε αντιστασιακό έργο. Οι κριτικοί και οι εφημερίδες η μία μετά την άλλη ξεχώριζαν και επαινούσαν την παράσταση. Την τελευταία μέρα της κυκλοφορίας της η εφημερίδα Έθνος αφιερώνει τετράστηλο με ύμνους για την παράσταση της Λευτεριάς.
»Νιώθαμε πως τα ψωμιά μας ήταν μετρημένα.
»Δεν άργησαν να έρθουν από την Προεδρία της Κυβέρνησης με το τελεσίγραφο “ή βγάζετε το τραγούδι “Μίλα μου για την Λευτεριά” ή κατεβαίνει η παράσταση”. Πήγα στην Προεδρία που ήταν στην οδό Μέρλιν (τι σύμπτωση – απέναντι από το κτήριο όπου με είχαν δείρει οι Γερμανοί). Μπήκα μέσα και ζήτησα τον αξιωματικό που υπέγραφε το χαρτί που μας είχαν στείλει. Άφησα την πίστη μου να με γεμίσει, την οργή μου να με εμψυχώσει, και κοιτάζοντάς τον στα μάτια, του είπα: “Κι ο όρκος που έδωσες, παλικάρι, για να προασπίζεις την Λευτεριά, το ότι στέκεσαι όρθιος δίπλα στην σημαία όταν ακούς τον Εθνικό Ύμνο να λέει “Χαίρε ω Χαίρε Λευτεριά” δεν σε κάνει να ντρέπεσαι γι’αυτό που έγραψες εδώ; Ζητάς να κατέβει ένα έργο επειδή κάποια στιγμή Έλληνες πατριώτες τραγουδάνε “Μίλα μου για τη Λευτεριά να μην την λησμονήσω”. Ντροπή σου”. Και προτού προλάβει να αντιδράσει, άνοιξα την πόρτα κι έφυγα.
»Βέβαια την επόμενη κιόλας απαγορεύτηκαν οι παραστάσεις. Όμως κι αν έσβησαν τα φώτα της σκηνής, η παράσταση δεν έσβησε στη μνήμη όσων την είδαν. Κι όταν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης το επέτρεψε η λογοκρισία, μαζί με το Δρόμο ολοκληρώσαμε και το δίσκο Μίλα μου για τη Λευτεριά που ήταν η φυσική του συνέχεια».
Πώς τους ξέφυγαν;
Φυσικά υπήρχαν πάρα πολλά τραγούδια με αντιχουντικό περιεχόμενο και που εξυμνούσαν την ελευθερία του ανθρώπου, που είχαν κοπεί εκείνη τη μαύρη επταετία. Απλώς κάναμε μια επιλογή με τις πιο απρόβλεπτες στα όρια της φαιδρότητας απαγορεύσεις τραγουδιών.
Στον αντίποδα υπάρχουν δύο πασίγνωστα –και διαχρονικά– δημιουργήματα που δεν είχαν πρόβλημα, αν και έβγαζαν μάτι ότι …είχαν νόημα.
Το πρώτο ήταν ο «Κουταλιανός» του Μάνου Λοΐζου/a> σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, με τη φωνή του Γιάννη Καλαϊτζή και τη νεαρή τότε Χάρις Αλεξίου, δεύτερη φωνή.
Αν και ο Παναγής Κουταλιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο, μασίστας που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, το τραγούδι παρομοίωνε ως «Κουταλιανό» τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.
«Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι […] τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος / αχ πώς την φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός» έγραψε ο στιχουργός αναφερόμενος στη σχέση του δικτάτορα με τη σύζυγό του.
Αλλά και το «Αχ, χελιδόνι μου» πάλι των ίδιων δημιουργών, αλλά τραγουδισμένο από τον Γιώργο Νταλάρα. Στίχοι όπως «Αχ, χελιδόνι μου, πώς να πετάξεις / σ’ αυτόν τον μαύρο τον ουρανό / αίμα σταλάζει το δειλινό / και πώς να κλάψεις, και πώς να κλάψεις / αχ, χελιδόνι μου» βγάζουν μάτι με το συμβολισμό τους. Αλλά ευτυχώς δεν τον κατάλαβαν οι απριλιανοί.

Σπύρος Δευτεραίος
















