«Εμείς οι παλιοί δεν βγήκαμε για να γίνουμε αυτοί που γίναμε. Εμείς βγήκαμε κατά λάθος οργανοπαίχτες. Εμείς βγήκαμε για το κέφι μας και η αγάπη που είχαμε για το μπουζούκι μας έριξε στο πάλκο». Αυτά έγραφε στην αυτοβιογραφία του Μάγκας από μικράκι ο Μιχάλης Γενίτσαρης.
Ο «τελευταίος ρεμπέτης», όπως τον έχουν αποκαλέσει, που έφυγε σαν σήμερα το 2005, σε ηλικία 88 ετών.
Τραγουδιστής, στιχουργός, αλλά κυρίως συνθέτης ο Γενίτσαρης έζησε πολύ σκληρά χρόνια. Από την φτώχεια, μέχρι το κυνήγι που βίωσαν οι ρεμπέτες, μέχρι να καταξιωθούν. Αλλά και εκεί, στην καταξίωση ο ίδιος επέλεξε να ασχοληθεί επαγγελματικά με άλλα πράγματα. Και όταν τα ρεμπέτικα επανήλθαν, γύρω στην δεκαετία του ’80, γύρισε και εκείνος στο πάλκο, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την κανονική του δουλειά. Πολυγραφότατος κυκλοφόρησε την τελευταία του δισκογραφική δουλειά το 2001, βιώνοντας τον πόνο της απώλειας της γυναίκας του. Και εκτός από τη συνεισφορά του στο τραγούδι, ο Μιχάλης Γενίτσαρης απέδειξε ότι σε όλη του την ζωή, ήταν ένας αυθεντικός μάγκας.

Η ανακάλυψη του μπουζουκιού
Γέννημα-θρέμμα του Πειραιά ή όπως έγραψε και τραγούδησε μερικά χρόνια αργότερα:
«Είμαι βέρος Πειραιώτης,
μάγκας, σοβαρός και ιππότης.
Πάντα όμορφα ξηγιέμαι
δύσκολα παραξηγιέμαι»

Μπήκε από πολύ μικρός στη βιοπάλη αφού, όπως είχε αναφέρει, δεν τα πήγαινε καλά με τα γράμματα. Στην ηλικία των 12 ετών, ο πατέρας του, τον έστειλε σε ένα φίλο του που είχε χυτήριο· «Όλη μέρα με έβαζε ο κύριος Κώστας και κοσκίνιζα χώμα για το χυτήριο και έσπαζα με μια βαριά μαντέμια για το χυτήριο». Ως μικρότερος που ήταν, το αφεντικό του τον έβαζε να καθαρίζει όταν φεύγανε οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Και μια μέρα ανακαλύπτει ότι το αφεντικό του –ο κυρ Κώστας– έπαιζε μπουζούκι. Ο μικρός καθόταν κάθε μέρα και κοίταγε. Την ίδια περίοδο είχε ανακαλύψει στο πατρικό του ένα μπαγλαμά και είχε αρχίσει να παίζει. Τον είδε λοιπόν το αφεντικό του και τον κάλεσε να παίξουν μαζί. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι την στιγμή που έκλεισε το χυτήριο.

Βρισκόμαστε στη δύσκολη δεκαετία του 1930. Και ο νεαρός Μιχάλης προσπαθεί να μπει στον κόσμο των μουσικών.
Η φυλακή και η μητέρα
Ο μεγάλος ρεμπέτης Γιώργος Μπάτης υπήρξε όχι μόνο δάσκαλος του αλλά και ο άνθρωπος που τον έβαλε στον χώρο. Ο Γιώργος Μπάτης –«ένας άνθρωπος που έκανε τον κόσμο να γελάει», όπως έλεγε ο Γενίτσαρης–, είχε ένα καφενείο-χοροδιδασκαλείο που ήταν απέναντι από το σπίτι του. Σε ηλικία 17 ετών ο Μιχάλης αγοράζει από τις οικονομίες του, το πρώτο του μπουζούκι, αξίας 75 δραχμών.
Και εκεί ξεκίνησαν οι δοσοληψίες του με την αστυνομία. Συγκεκριμένα ένας αστυφύλακας του σπάει το μπουζούκι και ο Γενίτσαρης του ορμάει και του σκίζει τον χιτώνα. Τον πιάνουνε και τον δικάζουνε να κάνει έξι μήνες στις Φυλακές Αβέρωφ.
Βγαίνοντας ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, το «Εγώ μάγκας φαινόμουνα». «Μας ξεφτίλισες, δε μπορούμε να βγούμε από την πόρτα. Δεν ντράπηκες να πας να βγάλεις πλάκα και να σε ακούει ο κόσμος;», ήταν τα πρώτα λόγια της μητέρας του στο μουσικό του ντεμπούτο. Αλλά αυτό μάλλον ήταν χάδι, σε σχέση με αυτό που έγινε αργότερα, όταν ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς κήρυξε παράνομο το ρεμπέτικο και στην ουσία, το οδήγησε στο περιθώριο.
Έρωτας και αντίσταση
Ο ίδιος δεν έκρυψε τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Και αυτό φάνηκε και στα τραγούδια του, όπως το «Ένας λεβέντης έσβησε», που αναφέρεται στον τραγικό χαμό του Άρη Βελουχιώτη.
Αλλά και το τραγούδι του θρυλικού Σαλταδόρου που έχει χαρακτηριστεί και «ύμνος της Κατοχής», το ζεϊμπέκικο «Στέλιος Καρδάρας», το οποίο έγραψε όντας συγκλονισμένος από την εκτέλεση μετά από φριχτά βασανιστήρια του ΕΛΑΣίτη σαμποτέρ, από τους ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών καταχτητών στην Κοκκινιά. Το τραγούδι ακούστηκε για πρώτη φορά στην πλατεία της Κοκκινιάς σε εκδήλωση που έκανε ο ΕΛΑΣ για να τον τιμήσει.
«Πενθοφορεί η Αγιά Σοφιά, Παλιά και Νέα Κοκκινιά,
κλάψε κι εσύ τώρα, ντουνιά, πιάσαν τον Στέλιο τα σκυλιά.
Τον πιάσαν γερμανόφιλοι και ταγματασφαλίτες
τον Στέλιο τον Καρδάρα μας, στο Ρέντη, οι αλήτες.
Δεμένο τον επήγανε προς τον Άγιο Διονύση,
δέκα ντουφέκια του ‘ριχναν, ώσπου να ξεψυχήσει.
Θεέ μου, ας προλάβαινες, να ‘κανες άλλη κρίση
, που ‘χε μανούλα κι αδελφές και έπρεπε να ζήσει.
Άδικα τον σκοτώσανε, λες κι ήτανε κατάρα,
γιατ’ ήταν στην Αντίσταση, τον Στέλιο τον Καρδάρα».
Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μόλις έβαλα μουσική και το ’παιξα λίγες φορές, το μάθανε παντού. Το μάθανε όλοι οι σαμποτέρ, οι αγωνιστές, οι αντάρτες, όλοι. Το μάθανε και ήρθανε και με πήρανε ΕΑΜίτες και αντάρτες, και με πήγανε στην πλατεία στην Κοκκινιά. Πέντε χιλιάδες κόσμος και παραπάνω μαζεύτηκε. Με βάλανε και το ’παιξα και το τραγούδησα. Πριν αρχίσω, κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του ήρωα. Όταν το τραγουδούσα όλος ο κόσμος έκλαιγε».
Εκτός όμως από ρεμπέτης και πολιτικοποιημένος ήταν και λάτρης των γυναικών. Ο έρωτάς του μάλιστα για μια πόρνη, τη Σοφία, εξελίχτηκε σε θρίλερ. Ο ίδιος διηγείται: «Έμπλεξα με μια γκόμενα που τη λέγανε Σοφία. Ήταν γυναίκα ελευθέρων ηθών. Αυτή εμένα με ξεμυάλισε και όπως ήμουνα τρελός, μαζί της απόγινα. Ένα βράδυ έρχεται στο μαγαζί ο Διαμαντής ο Χιώτης (ο πατέρας του Μανώλη Χιώτη), μαζί με έναν άλλονε (…) Μου λένε τότε ότι ο άλλος, που είχε παρέα ο Διαμαντής, είχε ένα καλό «οίκο ανοχής» στη Θήβα και ήθελε γυναίκες από δω, να τις πάει στο νταραβέρι που είχε. Με ψήσανε κι εμένα να αφήσω τη Σοφία να πάει στη Θήβα. Έπεσε όλη η σωματεμπορία πάνω μου, για να με ψήσουνε ν’ αφήσω τη Σοφία να πάει. Μου είπανε ότι κάθε εβδομάδα θα έρχεται να με βλέπει εδώ στον Πειραιά. Με πείσανε και με καταφέρανε και της είπα να πάει».

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν έτσι, καθώς ένας ενωματάρχης ερωτεύτηκε τη Σοφία στη Θήβα, αποφάσισε να την παντρευτεί και εκείνη διαμήνυσε στον Γενίτσαρη ότι δεν επρόκειτο να τον δει ξανά. Ο Γενίτσαρης δεν έχασε χρόνο και με τρεις φίλους του («λουλούδια και οι τρεις» όπως ανέφερε) πήραν ένα ταξί και πήγαν στην Θήβα προκειμένου να φέρουν πίσω τη Σοφία. Είχαν επίσης στην κατοχή τους ένα πιστόλι και μια ξιφολόχη του στρατού. Μπαίνουν μέσα στον οίκο ανοχής και ο πρώτος που βρέθηκε μπροστά τους ήταν ένας ανθυπολοχαγός. Ο Γενίτσαρης νομίζοντας ότι πάει να βγάλει πιστόλι τον μαχαιρώνει κάτω από την ελιά του ποδιού.
«Τότε έγινε το σώσε. Αποπάνω από τις σκάλες βλέπω τη Σοφία και πεντέξι από τις άλλες γυναίκες να φωνάζουνε σαν τρομαγμένα θηρία. Μόλις ανεβαίνω απάνω, βλέπω ένανε άντρα που έχει ανοίξει ένα παράθυρο από πίσω από το σπίτι, που ήτανε και πιο χαμηλά, και πηδάει έξω. Εγώ τρέχω στο παράθυρο νομίζοντας ότι είναι ο ενωματάρχης, του ρίχνω, αλλά αυτός χάθηκε· έτρεχε πολύ. Τότε γυρίζω εγώ, μαγκώνω τη Σοφία από τα μαλλιά και την τραβάω να μου πει πού είναι το δωμάτιό της. Μπαίνω σε ένα, ήταν μια ντουλάπα με καθρέφτη, σπάω τον καθρέφτη, σπάω μια κανάτα μεγάλη με μια λεκάνη. Αλλά η Σοφία φοβήθηκε και φεύγει να πάει κάτω. Τότε εγώ φωνάζω έναν φίλο να την πιάσει, και περιλαβαίνω την μαντάμα (ονόματι Μαργιώ) να μου δείξει το δωμάτιο της Σοφίας. Αυτή φοβάται να μου το δείξει, γιατί νομίζει ότι εγώ θα της κάψω τα ρούχα. Και τότες αρχινάει η ζημιά· δεν αφήνω δωμάτιο γερό. Τα ‘σπασα όλα μέσα: ντουλάπες, λαβουμάνα, ρούχα έσχιζα, και άλλα. Ώσπου μπαίνω στο δωμάτιο της μαντάμας μέσα, χωρίς να ξέρω ότι είναι το δικό της. Ορμάει κι αυτή μέσα, φοβούμενη μη της σπάσω κι αυτηνής, και πάει να μου αρπάξει την κάμα που βαστούσα στα χέρια. Τότε γίνεται το μοιραίο· της κόβω το χέρι και της αφαιράω δύο δάχτυλα. Μπήζει τις φωνές».
Η επιστροφή
Το 1952 εγκαταλείπει το πάλκο, καθώς αποφασίζει να βρει πιο σταθερά βήματα στη ζωή του. Έτσι ασχολείται από τότε με το εμπόριο λαχανικών. Και ήταν γύρω στα τέλη του ’70, αρχές ’80 που το ρεμπέτικο επέστρεψε και ο Μιχάλης Γενίτσαρης έκανε μια δεύτερη καριέρα. Που κράτησε αρκετά, αν σκεφτεί κανείς ότι και στο τηλεοπτικό Μινόρε της αυγής εμφανίστηκε, αλλά και τραγούδησε σε συναυλία στον Λυκαβηττό, το 1996. Και αυτή ήταν και μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις. Νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1992 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του.
Στις λιγοστές συνεντεύξεις που είχε δώσει, δεν είχε κρύψει ότι με την είσοδο της δεκαετίας του ’50 και την «ανακάλυψη» του ρεμπέτικου από συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, το είδος έγινε πιο ελαφρύ. Μίλαγε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τους άλλους συνθέτες της εποχής του, ενώ είχε αποκαλύψει πως και την Σωτηρία Μπέλου και την Μαρίκα Νίνου, αυτός και η ομάδα της έβγαλε πρώτος στο πάλκο και μετά ήρθε η αναγνώριση.

Στο βιβλίο του, είχε αναφερθεί και στον πρόωρα χαμένο ρεμπέτη Ανέστη Δέλια που είχε μπλέξει με μια γυναίκα που τον μύησε στις ουσίες και προσπαθώντας να τον σώσουν, ο Γενίτσαρης και οι φίλοι του, τον φύλαγαν σε ένα σπίτι με βάρδιες για να μην φύγει και ξανακυλήσει. Όμως δεν τα κατάφεραν.
Ακόμα στις συνεντεύξεις του, δεν έκρυβε την στεναχώρια του για την απώλεια της γυναίκας του Δήμητρας ενώ όταν είχε δώσει δωρεάν μια συναυλία στον Πειραιά, ο τότε δήμαρχος της πόλης του, τον ρώτησε τι θα ήθελε να του δωρίσουν για να τον ευχαριστήσουν. Τότε ο ρεμπέτης ζήτησε έναν δικό του τάφο στο κοιμητήριο της περιοχής και να είναι δίπλα στου δασκάλου του Γιώργου Μπάτη.
Όσο για την διαφορά μεταξύ ρεμπέτη και λαϊκού δημιουργού, ο ίδιος είχε πει: «Το όνομα “ρεμπέτης”, πρέπει για να είσαι ρεμπέτης, να ‘χεις ζήσει ρεμπέτης. Να ‘χεις περάσει από όλα τα καταγώγια τα παράνομα και ύστερα να πάρεις το όνομα “ρεμπέτης”».
Και ο Γενίτσαρης πέρασε από τα καταγώγια και βγήκε όχι μόνο αλώβητος, αλλά και με πολλές δημιουργικές στιγμές που έγραψαν την δική τους ιστορία. Και έζησε ζόρικα. Αλλά στο τέλος μένει η ικανοποιήση των επιτευγμάτων του. Και όπως είχε πει ο ίδιος: «Φάγαμε ξύλο για το μπουζούκι που κρατάγαμε στο χέρι και το βγάλαμε από τους ντεκέδες και από τις φυλακές…».
Σπύρος Δευτεραίος
















