Ήταν ξημερώματα 26 Φεβρουαρίου 2020 όταν έσβησε μια φωνή που για δεκαετίες γέμιζε τις αίθουσες με γέλιο. Ο Κώστας Βουτσάς, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο, έφυγε σε ηλικία 88 ετών, έπειτα από πολυήμερη νοσηλεία στο νοσοκομείο «Αττικόν», σκορπίζοντας συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα.
Γεννημένος στις 31 Δεκεμβρίου 1931, παιδί προσφυγικής οικογένειας από τους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης, μεγάλωσε με ιστορίες ξεριζωμού και βίας.
Στην καρδιά της οικογενειακής του μνήμης υπήρχε μια πράξη αντίστασης που τον σημάδεψε: ο παππούς του, Κώστας, αρνήθηκε να φορέσει φέσι, όπως επέβαλλαν οι Οθωμανοί. «Δεν βάζω φέσι! Δεν είμαι Τούρκος!» φέρεται να είπε.
Λίγο αργότερα, μια περίπολος τον εντόπισε στο δρόμο και τον εκτέλεσε. Η οικογένεια κουβάλησε αυτή την ιστορία ως πληγή – και ως περηφάνια.
Αυτή η προσφυγική ρίζα δεν έσβησε ποτέ μέσα του. Το 2017, ανεβαίνοντας στη σκηνή με τη ζίπκα για την ποντιακή επιθεώρηση Ζωή και κότα… με χαβίτς και με κορκότα, δεν έκρυβε τη συγκίνησή του.
Από τη Χαλκίδα δήλωνε με στόμφο: «Λατρεύω τους Πόντιους!», κερδίζοντας παρατεταμένο χειροκρότημα.
Μάλιστα, όταν του προσφέρθηκε μπλούζα για τη Γενοκτονία των Ποντίων –«19η Μαΐου, 353.000 ψυχές ζητούν δικαίωση»–, την φόρεσε επιτόπου. «Θα αλλάξω το όνομά μου σε Κωστίκας Βουτσίδης» είπε γελώντας, και το θέατρο σηκώθηκε όρθιο.
Η παράσταση, βασισμένη στον ποντιακό λόγο, το τραγούδι και τον χορό, του έδινε χώρο για αυτοσχεδιασμό – και εκείνος απέδειξε πως, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, «το’ χε». Δεν ήταν λίγες οι φορές που μετά το τέλος δεν τον άφηναν να φύγει από τη σκηνή, ζητώντας του να μιλήσει, να πει μια ατάκα, να τραγουδήσει.
Ο Κώστας Βουτσάς δεν ήταν μόνο ο κωμικός των επιτυχιών. Ήταν παιδί προσφύγων, φορέας μνήμης, άνθρωπος που δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε. Και ίσως γι’ αυτό το γέλιο του είχε πάντα μέσα του κάτι βαθύτερο: μια ιστορία επιβίωσης, περηφάνιας και ρίζας που δεν κόπηκε ποτέ.
















