Στους πρόποδες των Ταταούλων, στο Ντολάπντερε της Κωνσταντινούπολης, η Ευαγγελίστρια εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική ομογένεια. Δύο χρόνια μετά την επαναλειτουργία της, στις 27 Οκτωβρίου 2024, η ιστορική εκκλησία παραμένει το κέντρο μιας μικρής κοινότητας, στην οποία έχουν απομείνει μόλις πέντε με έξι ελληνικές οικογένειες.

Η αναστήλωση του ναού, που πραγματοποιήθηκε με τη χορηγία του εφοπλιστή Αθανασίου Μαρτίνου και της οικογένειάς του και εγκαινιάστηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, αποκατέστησε ένα σημαντικό μνημείο της ρωμιοσύνης στην Πόλη. Για τους κατοίκους, ωστόσο, η διατήρηση του κτιρίου δεν αρκεί. Το μεγάλο ζητούμενο είναι να συνεχίσει να υπάρχει η κοινότητα που το περιβάλλει.
Ο πρόεδρος της Κοινότητας Ευαγγελίστριας, Αλέξανδρος Μεϊντάν, ανήκει σε μία από τις οικογένειες που παραμένουν στην περιοχή εδώ και πολλές γενιές. Όπως αναφέρει, η δική του οικογένεια κατοικεί στην ίδια διεύθυνση εδώ και πέντε γενιές, ενώ συνολικά έχουν απομείνει περίπου έξι οικογένειες.

Ο ιερέας του ναού, πατέρας Φιλόθεος Κελεπούρης, με καταγωγή από τη Βέροια, βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη από το 2014 και διακονεί στην Ευαγγελίστρια εδώ και 12 χρόνια. Η παρουσία Ελλήνων επισκεπτών στις λειτουργίες αποτελεί, όπως εξηγεί, πηγή ενθάρρυνσης για τους ανθρώπους της ενορίας, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους μέσα σε μια πόλη με περισσότερους από 20 εκατομμύρια κατοίκους.
Ένας ναός που χτίστηκε με την εργασία των κατοίκων
Η ιστορία της Ευαγγελίστριας ξεκινά το 1876, όταν τέθηκαν τα θεμέλιά της στη θέση παλαιότερης ξύλινης εκκλησίας. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν τον Νοέμβριο του 1894 από τον Πατριάρχη Νεόφυτο Η΄.

Η ανέγερση του ναού στηρίχθηκε στις οικονομικές εισφορές και στην προσωπική εργασία των κατοίκων των Ταταούλων, οι οποίοι, μετά το καθημερινό τους μεροκάματο, προσέφεραν ό,τι μπορούσαν για την ολοκλήρωση του έργου. Ακόμη και ο αρχιτέκτονας Πετράκης Μεϊμαρίδης, με καταγωγή από την περιοχή, εκπόνησε αφιλοκερδώς τα σχέδια.
Η εκκλησία ξεχωρίζει για τους πέντε τρούλους της, έναν κεντρικό και τέσσερις μικρότερους, καθώς και για τα δύο καμπαναριά της. Συγκαταλέγεται στους τελευταίους ορθόδοξους ναούς της περιόδου των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ που κατασκευάστηκαν με τρούλο. Διαθέτει επίσης δύο γυναικωνίτες, καθώς είχε σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί μεγάλο αριθμό πιστών. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών ενοριτών, την παραμονή του Ευαγγελισμού η αναμονή για προσκύνημα της εικόνας της Παναγίας έφθανε ακόμη και τις δυόμισι ώρες.

Σήμερα, στις ακολουθίες συμμετέχουν εκτός από τους λιγοστούς Έλληνες της περιοχής και επισκέπτες από την Ελλάδα, Ρουμάνοι, άλλοι Ορθόδοξοι, ακόμη και Αιθίοπες χριστιανοί.
Το παλιό ελληνικό σχολείο στο επόμενο σχέδιο της κοινότητας
Μετά την αποκατάσταση της Ευαγγελίστριας, η κοινότητα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στο ιστορικό ελληνικό σχολείο που βρίσκεται απέναντι από τον ναό. Το κτίριο είχε εγκαινιαστεί επί Πατριάρχη Αθηναγόρα και αποτελεί πλέον το επόμενο μεγάλο έργο που θέλουν να προχωρήσουν οι ομογενείς.
Το σχέδιο προβλέπει την ανακαίνισή του και τη λειτουργία του ως πολιτιστικού και εκπαιδευτικού κέντρου, με μαθήματα ελληνικής και ξένων γλωσσών, μουσικής και δημιουργικές δραστηριότητες για τα παιδιά της ομογένειας.
Ο πατέρας Φιλόθεος επισημαίνει ότι για να υλοποιηθεί η προσπάθεια χρειάζεται η συνδρομή κάποιου χορηγού ή ευεργέτη, καθώς οι οικονομικές δυνατότητες της κοινότητας είναι περιορισμένες. Όπως τονίζει, οι άνθρωποί της προσπαθούν να πετύχουν πολλά, έχοντας στη διάθεσή τους ελάχιστα μέσα.
Δύο χρόνια μετά την αναστήλωση, η Ευαγγελίστρια συνεχίζει να λειτουργεί και να συγκεντρώνει γύρω της όσους διατηρούν δεσμούς με την ιστορική ενορία. Η καθημερινή προσπάθεια των λίγων οικογενειών που παραμένουν στα Ταταύλα αφορά πλέον όχι μόνο τη φροντίδα του ναού, αλλά και τη διατήρηση μιας ελληνικής παρουσίας που μετρά πολλές γενιές.

















