Ο Αχιλλέας Αλφιεράκη γεννήθηκε στο σημερινό Χάρκιβ (Χάρκοβο) της Ουκρανίας, στις 3 Ιουλίου του 1846 –21 Ιουνίου με το παλαιό ημερολόγιο. Η οικογένεια των Αλφιεράκηδων ανήκε στην ελληνική αριστοκρατία της Αζοφικής και έχει βγάλει αρκετές εξέχουσες προσωπικότητες. Ο γενάρχης της, ο Δημήτριος Αλφιεράκης από τη Μάνη, εγκαταστάθηκε στη Ρωσία μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο των ετών 1768-1774.
Πατέρας του Αχιλλέα ήταν ο ευκατάστατος γαιοκτήμονας και κρατικός λειτουργός Νικολάι Ντμίτριεβιτς Αλφιεράκη (1815-1860). Μητέρα του ήταν η Λιουμπόβ Κουζμίνιτσνα Κούζινα (1824-1906), κόρη επιφανούς οικογένειας.

Ο Αχιλλέας ήταν ένας από τα πέντε τέκνα τους. Ο πατέρας ήταν φιλότεχνος· έπαιζε βιολί, συνέλεγε έργα τέχνης και φρόντισε να προσφέρει στα παιδιά του μόρφωση και καλλιέργεια.

Ο Αχιλλέας μεγάλωσε στο Ταϊγάνιο σε ένα σπίτι με πίνακες μεγάλων ζωγράφων, πολλά βιβλία και μουσικά όργανα. Ήταν το περίφημο «Παλάτι Αλφιεράκη», χτισμένο το 1848. Διέθετε μεγάλες αίθουσες και πλούσια διακόσμηση. Με την εκπαίδευση των μικρών Αλφιεράκηδων απασχολούνταν οικοδιδάσκαλοι και μουσικοί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Αχιλλέας δέχτηκε τα πρώτα του καλλιτεχνικά ερεθίσματα.

Μεγαλώνοντας ο Αχιλλέας μετέβη στη Μόσχα για να σπουδάσει στην Ιστορικοφιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Μόσχας. Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα πιάνου και θεωρίας της μουσικής. Σύντομα όμως αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ταϊγάνιο, καθώς η οικογενειακή τους περιουσία κινδύνευε από χρέη. Ο ίδιος προσπάθησε να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση, πουλώντας τα οικογενειακά ακίνητα και λειτουργώντας ατμοκίνητο μύλο. Η απότομη «προσγείωση» του Αχιλλέα από τα έτοιμα πλούτη στη σκληρή πραγματικότητα της ζωής και των οικογενειακών βαρών ήταν η κολυμβήθρα στην οποία βαπτίστηκε ο μελλοντικός δημοτικός λειτουργός.
Ο Έλληνας δήμαρχος του Ταϊγανίου
Ο Αχιλλέας Αλφιεράκης διετέλεσε δήμαρχος της πόλης του από το 1880, όταν ήταν 34 ετών, έως και το 1888. Η διοίκησή του αποτελέσε σπουδαίο ορόσημο για την ιστορία της πόλης, καθώς αυτός πραγματοποίησε την πρώτη ανάπλαση, με λιθόστρωση δρόμων, δενδροφύτευση, δημιουργία λεωφόρων περιπάτου και λιμενικά έργα.

Δική του ιδέα ήταν η ανέγερση μνημείου του Μεγάλου Πέτρου.
Ο Έλληνας δήμαρχος εργάστηκε για τη βελτίωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και για τη σύσταση φιλανθρωπικών οργανώσεων, ιδίως για την υποστήριξη των φτωχών και ηλικιωμένων.
Το 1888 ο Αχιλλέας Αλφιεράκης παραιτείται από τη δημαρχία και μετακομίζει στην Αγία Πετρούπολη, για να εργαστεί ως προϊστάμενος της γραμματείας του υπουργού Εσωτερικών. Επιπλέον, διετέλεσε διευθυντής του Ρωσικού Τηλεγραφικού Πρακτορείου.
Ο διαπρεπής μουσικοσυνθέτης
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Αχιλλέας Αλφιεράκης ασχολούνταν με τη μουσική. Ιδίως μετά την εγκατάστασή του στην Αγία Πετρούπολη εκδόθηκαν 92 τραγούδια που συνέθεσε μεταξύ των ετών 1890-1899.
Αλληλογραφούσε συστηματικά με τον Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι. Ιδιαίτερα αγαπητές ήταν οι ρομάντσες του –λυρικά τραγούδια για φωνή με συνοδεία πιάνου. Στην εργογραφία του περιλαμβάνονται γνωστές όπερες (π.χ. «Νύχτα του Κουπάλα», «Ο βασιλιάς του δάσους» κ.ά.), ενώ στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας υπάρχουν συνθέσεις του πάνω στα ποιήματα του Βίκτορ Ουγκώ.
Η Αγλαΐα Πολυχρονίδη αποδίδει ρομάντσα του Αλφιεράκη πάνω στους στίχους του Ντ. Μερεζκόφσκι «Ω, όχι, ικετεύω μη φύγεις!»
Η πολυσχιδής προσωπικότητα
Οι ιδιότητες του Αχιλλέα Αλφιεράκη δεν περιορίζονταν σε αυτές του δημάρχου, κρατικού λειτουργού και συνθέτη. Στο Ταϊγάνιο συμμετείχε ενεργά στη λειτουργία της Μουσικοδραματικής Εταιρείας. Στην Αγία Πετρούπολη διετέλεσε κριτικός του θεάτρου. Το 1902 είχε τοποθετηθεί στη Γενική Διεύθυνση Υποθέσεων Τύπου.
Ήταν και ερασιτέχνης γελοιογράφος. Συλλογή των σχεδίων του, γνωστή ως Άλμπουμ Αλφιεράκη, διατηρείται στο τοπικό μουσείο του Ταϊγανίου. Οι γελοιογραφίες αυτές, πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτελούν μαρτυρίες για τα πρόσωπα και την κοινωνική ζωή της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Αχιλλέας Αλφιεράκης πέθανε το 1919 στην ηλικία των 73 ετών. Στοιχεία για τη σύζυγό του δεν βρέθηκαν.
Ο θάνατός του σηματοδοτεί τη λήξη της ευτυχίας των Αλφιεράκηδων, καθώς τα τρία του τέκνα –η Μάγνα, η Μαρία και ο Νικολάι– υπέστησαν φτωχοποίηση και πολιτική δίωξη από το κομμουνιστικό καθεστώς.
Και οι τρεις ήταν ζωγράφοι. Στα κρατικά αρχεία υπάρχουν καταδίκες τους σε εξορία στα βάθη της Ασίας και μετά θάνατον αθώωση, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

















