Όταν άνοιξαν οι πύλες της πρώτης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης πριν από 100 χρόνια, στις 3 Οκτωβρίου 1926, η πόλη προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές που είχαν αφήσει η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, οι πόλεμοι και η άφιξη δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΘ αποτέλεσε κάτι περισσότερο από μια εμπορική διοργάνωση. Έγινε ο χώρος όπου η Θεσσαλονίκη επιχείρησε να παρουσιάσει το νέο οικονομικό και κοινωνικό πρόσωπό της – και όπου πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία έδειξαν ότι μαζί με τις μνήμες και τα τραύματά τους είχαν φέρει γνώσεις, τέχνες και παραγωγική εμπειρία.
Ανάμεσα στους εκθέτες της πρώτης διοργάνωσης βρίσκονταν η Μέριμνα Ποντίων Κυριών, με τα περίφημα ποντιακά εργόχειρα και προικιά, και ο Νικόλαος Τοπαλίδης από τη Σάντα, ένας πρωτοπόρος εκπαιδευτικός και μελισσοκόμος που παρουσίασε στο κοινό τις δυνατότητες της σύγχρονης μελισσοκομίας.
Η πρώτη Έκθεση στο Πεδίον του Άρεως
Η ιδέα για την ίδρυση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης ανήκε στον επιστήμονα και πολιτικό Νικόλαο Γερμανό. Παρά τις δυσκολίες και τις αντιδράσεις που συνάντησε η προετοιμασία της, η πρώτη διοργάνωση εγκαινιάστηκε το πρωί της Κυριακής 3 Οκτωβρίου 1926, στο Πεδίον του Άρεως, λίγα μόλις μέτρα από τη σημερινή θέση της ΔΕΘ.
Περισσότεροι από 600 εκθέτες παρουσίασαν τα προϊόντα τους σε μια έκταση περίπου 7.000 τ.μ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής, περίπου 150.000 άνθρωποι πέρασαν από τις πύλες της Έκθεσης – αριθμός εντυπωσιακός, καθώς ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης δεν ξεπερνούσε τότε τους 180.000 κατοίκους.

Η Έκθεση δεν περιοριζόταν στα βιομηχανικά και γεωργικά προϊόντα. Στους χώρους της υπήρχαν περίπτερα οργανώσεων, συνεταιρισμών και γυναικείων σωματείων, μέσα από τα οποία αποτυπωνόταν η παραγωγική δραστηριότητα της εποχής.
Μεταξύ αυτών ήταν και τα περίπτερα προσφυγικών οργανώσεων, όπως εκείνο της Μέριμνας Ποντίων Κυριών, αλλά και της Μέριμνας Καυκασίων Γυναικών.
Τα ποντιακά προικιά στη ΔΕΘ
Η Μέριμνα Ποντίων Κυριών ιδρύθηκε στην Τραπεζούντα το 1904, με πρωτοβουλία της Βάσως Ασλανίδου και τη συνδρομή του μητροπολίτη Τραπεζούντας Κωνστάντιου Β’.
Βασικός σκοπός της ήταν η στήριξη άπορων γυναικών μέσα από την εργασία. Στα εργαστήριά της γυναίκες και κορίτσια μάθαιναν ραπτική, κέντημα και άλλες χειροτεχνικές τέχνες. Τα προϊόντα τους πωλούνταν όχι μόνο στην Τραπεζούντα, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρωσία.
Μετά τη Γενοκτονία και τον ξεριζωμό, το σωματείο ανασυστάθηκε το 1923 στη Θεσσαλονίκη, σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες Πόντιες –πολλές από αυτές χήρες ή ορφανές– αγωνίζονταν να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν από την αρχή τα νοικοκυριά τους.
Μόλις τρία χρόνια αργότερα, στην πρώτη ΔΕΘ, η Μέριμνα διέθετε δικό της χώρο, όπου παρουσίασε τα περίφημα ποντιακά προικιά και εργόχειρα. Ήταν δημιουργίες που αποτύπωναν την ιδιαίτερη αισθητική και τις τεχνικές του Πόντου, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσαν προϊόντα δουλειάς με πραγματική οικονομική αξία.

Η παρουσία της Μέριμνας στην Έκθεση είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Οι Πόντιες πρόσφυγες δεν παρουσιάζονταν μόνο ως γυναίκες που χρειάζονταν βοήθεια, αλλά ως τεχνίτριες και παραγωγοί, φορείς μιας γνώσης που μπορούσε να εξασφαλίσει εισόδημα και ανεξαρτησία.
Στα επόμενα χρόνια, η Μέριμνα συνέχισε την κοινωνική και εκπαιδευτική δράση της. Ένα μεγάλο μέρος των αντικειμένων και του αρχείου της χάθηκε ή καταστράφηκε στα χρόνια της Κατοχής. Όσα διασώθηκαν αποτελούν σήμερα πολύτιμες μαρτυρίες της ζωής στον Πόντο και της εγκατάστασης των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη.
Ο μελισσοκόμος από τη Σάντα στο περίπτερο 8
Μια διαφορετική ποντιακή ιστορία της πρώτης ΔΕΘ συνδέεται με τον Νικόλαο Τοπαλίδη, εκπαιδευτικό και μελισσοκόμο από τη Σάντα του Πόντου.
Γεννημένος το 1890, ο Τοπαλίδης εγκαταστάθηκε μετά τον ξεριζωμό στο Αετοχώρι της Αλεξανδρούπολης. Εργάστηκε ως δάσκαλος, ανέλαβε την προεδρία του τοπικού γεωργικού συνεταιρισμού και αφοσιώθηκε στη μελισσοκομία, εφαρμόζοντας σύγχρονες για την εποχή ευρωπαϊκές μεθόδους.
Η εφημερίδα Φως είχε αναφερθεί, τον Σεπτέμβριο του 1926, στην επικείμενη συμμετοχή του στην πρώτη ΔΕΘ. Στόχος του ήταν να παρουσιάσει στο κοινό κηρήθρες, μέλι, κερί, κυψέλες, εργαλεία και υλικό σχετικό με την επιστημονική μελισσοκομία.
Η παρουσίασή του στεγάστηκε στο περίπτερο 8. Ανάμεσα στα εκθέματα υπήρχαν και γυάλινες κυψέλες με ζωντανές μέλισσες, οι οποίες επέτρεπαν στους επισκέπτες να παρακολουθούν από κοντά τη λειτουργία της κυψέλης.
Ο Τοπαλίδης γνώριζε γαλλικά, παρακολουθούσε τις διεθνείς εξελίξεις του κλάδου και διατηρούσε επαφές με επιστημονικούς φορείς του εξωτερικού. Η παρουσία του στη ΔΕΘ προκάλεσε το ενδιαφέρον του Τύπου, ο οποίος έκανε λόγο για «μελισσοκομικά θαύματα».
Η δράση του δεν σταμάτησε στην Έκθεση. Αργότερα ανέλαβε καθήκοντα στο υπουργείο Γεωργίας, εξέδωσε το περιοδικό Μελισσοκομική Ελλάς και συνέβαλε στην οργάνωση και διάδοση της σύγχρονης μελισσοκομίας στη χώρα.

Παρέμεινε, παράλληλα, ενεργός στην ποντιακή κοινότητα. Το 1928 ανέλαβε την προεδρία της Ένωσης Ποντίων Έβρου, ενώ το 1975 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την προσφορά του. Πέθανε το 1987 και τάφηκε στην Καστανιά Ημαθίας, κοντά στην Παναγία Σουμελά και το Σπίτι της Σάντας.
Οι πρόσφυγες ως δημιουργοί
Οι ιστορίες της Μέριμνας Ποντίων Κυριών και του Νικόλαου Τοπαλίδη φωτίζουν μια λιγότερο γνωστή πλευρά της πρώτης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Το 1926 οι πρόσφυγες μετρούσαν ακόμη τις απώλειές τους και προσπαθούσαν να στεριώσουν στις νέες πατρίδες. Στη ΔΕΘ, όμως, παρουσιάστηκαν όχι μόνο ως πληθυσμοί που είχαν ανάγκη από περίθαλψη, αλλά ως άνθρωποι που μπορούσαν να παράγουν, να καινοτομούν και να μεταφέρουν γνώση.
Τα κεντήματα των Ποντίων γυναικών και οι κυψέλες του Σανταίου μελισσοκόμου ήταν δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας προσπάθειας: να μετατραπεί η εμπειρία που διασώθηκε από τον ξεριζωμό σε εργασία, δημιουργία και νέα ζωή.

















