pontosnews.gr
Παρασκευή, 7/08/2026
Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα
Προβολή όλων
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΝΤΟΣ
    • ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
    • ΠΑΡΑΔΟΣΗ
    • ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ
    • ΙΣΤΟΡΙΑ
    • ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
    • ΣΥΛΛΟΓΟΙ
    • ΛΕΞΙΚΟ
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • Videos
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
  • ΓΝΩΜΕΣ
    • Μάρκος Τρούλης
    • Παντελής Σαββίδης
    • Σάββας Καλεντερίδης
    • Θεόφιλος Πουταχίδης
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  • ΑΜΥΝΑ
  • ΚΟΣΜΟΣ
  • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΣΥΝΤΑΓΕΣ
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΝΤΟΣ
    • ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
    • ΠΑΡΑΔΟΣΗ
    • ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ
    • ΙΣΤΟΡΙΑ
    • ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
    • ΣΥΛΛΟΓΟΙ
    • ΛΕΞΙΚΟ
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • Videos
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
  • ΓΝΩΜΕΣ
    • Μάρκος Τρούλης
    • Παντελής Σαββίδης
    • Σάββας Καλεντερίδης
    • Θεόφιλος Πουταχίδης
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  • ΑΜΥΝΑ
  • ΚΟΣΜΟΣ
  • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΣΥΝΤΑΓΕΣ
Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα
Προβολή όλων
pontosnews.gr
Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα
Προβολή όλων

Γενοκτονία, άρνηση και δημοκρατία: Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ εξηγεί γιατί η Τουρκία δεν έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της

Η Τουρκάλα κοινωνιολόγος μιλά για τη συλλογική βία, τη μνήμη, τον εκδημοκρατισμό και το προσωπικό τίμημα της επιλογής της να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες αφηγήσεις της πατρίδας της – Στη Γεωργία Βορύλλα

7/08/2026 - 11:55πμ
Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ και το εξώφυλλο του βιβλίου της (εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ και το εξώφυλλο του βιβλίου της (εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Κοινοποίηση στο FacebookΜοιράσου το στο TwitterΜοιράσου το στο Whatsapp
Στηρίξτε το Pontos News Επιλέξτε μας ως προτιμώμενη πηγή στην Αναζήτηση Google
Προσθήκη πηγής

Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ (Fatma Müge Göçek) ζει και διδάσκει στο Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν, όμως η Τουρκία δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς της. Παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, διατηρεί επαφή με ανθρώπους στη χώρα και μιλά κάθε μέρα με την 90χρονη μητέρα της, η οποία εξακολουθεί να ζει στην Κωνσταντινούπολη. «Είναι μέρος της ζωής μου» λέει στο pontosnews.gr, παρότι η ίδια δεν έχει μπορέσει να επιστρέψει από το 2015.

Η τελευταία επίσκεψή της είχε γίνει με αφορμή ένα εργαστήριο για την αρμενοτουρκική επιστημονική έρευνα. Λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, πληροφορήθηκε ότι είχε προδώσει το έθνος – κατά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το όνομά της ήταν μεταξύ των ακαδημαϊκών που υπέγραψαν την έκκληση για ειρήνη σχετικά με το Κουρδικό. «Ήμασταν 2.200 άνθρωποι που είχαμε υπογράψει», θυμάται.

Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι υπήρχε κατάλογος 40 προσώπων υπό παρακολούθηση από το υπουργείο Δικαιοσύνης και ότι η ίδια βρισκόταν στη 14η θέση. «Δεν έχω επιστρέψει, επειδή πιθανότατα θα συλληφθώ» εξηγεί, προσθέτοντας ότι σχεδόν όλοι όσοι εργάζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται πλέον «είτε στη φυλακή είτε εκτός χώρας».

Η προσωπική της περιπέτεια, ωστόσο, δεν την οδηγεί σε μια ερμηνεία που περιορίζει το πρόβλημα στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ή στη σημερινή κυβέρνηση.

Η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν αντιμετωπίζει την άρνηση των γενοκτονιών ως βαθύτερο, δομικό φαινόμενο, το οποίο συνδέεται με τον τρόπο συγκρότησης της ίδιας της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Όπως τονίζει, η βία σε βάρος των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων δεν είναι μια σκοτεινή ιστορική παρένθεση.

Το εξώφυλλο του βιβλίου

«Όπως αναφέρω και στο βιβλίο μου Denial of Violence, θεωρώ ότι πρόκειται για μια θεμελιακή βία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Είναι μια βία με την οποία δεν έχει συμφιλιωθεί», λέει. Σε αντίθεση με χώρες που επιχείρησαν, έστω με καθυστέρηση και αντιφάσεις, να αναμετρηθούν με το παρελθόν τους, η Τουρκία εξακολουθεί να αποφεύγει αυτή τη διαδικασία. Η ίδια φέρνει ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Γερμανία.

Κατά την Γκιοτσέκ, η άρνηση συνδέεται άμεσα με τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. «Η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε ως ένα ενιαίο, εθνοτικά προσανατολισμένο κράτος» σημειώνει, προσθέτοντας ότι η κοινωνία παρέμεινε σε πολύ μεγάλο βαθμό κρατικά ελεγχόμενη.

«Γι’ αυτό δεν κατάφερε ακόμα να μετασχηματιστεί σε μια δημοκρατική χώρα. Οι εθνικιστικές αντιλήψεις, οι οποίες αποκλείουν όλους όσοι δεν είναι εθνοτικά Τούρκοι, συνεχίζονται μέχρι σήμερα».

Συνεπώς, εξηγεί, η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πλειονότητα, αφού η πλειονότητα είναι εκείνη που διαμορφώνει τους κανόνες, τις αξίες και τους νόμους. Το πραγματικό κριτήριο είναι η θέση των ανθρώπων που μετατρέπονται σε μειονότητες και περιθωριοποιούνται μέσα στην κοινωνία.

«Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεις τις μειονότητες δείχνει πόσο ισχυρή δημοκρατία διαθέτεις» υπογραμμίζει, για να καταλήξει χωρίς περιστροφές: «Αν το δούμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δυστυχώς δεν έχουμε δημοκρατία στην Τουρκία».

Αυτή η σχέση ανάμεσα στον αποκλεισμό και τη δημοκρατία αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες ολόκληρου του έργου της. Θεωρεί ότι η εξάλειψη της πολυμορφίας δεν πλήττει μόνο εκείνους που εξαναγκάζονται να φύγουν, να σωπάσουν ή να ζήσουν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αλλά φτωχαίνει και την ίδια την κοινωνία που τους απομακρύνει.

«Η πολυμορφία είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει σωστά μια δημοκρατία» λέει, προειδοποιώντας ότι όταν αυτή καταστρέφεται συστηματικά και ιδίως μέσω της βίας, το αποτέλεσμα είναι «μια φασιστική, μονοπωλιακή κυριαρχία μιας εθνότητας πάνω στις άλλες».

Όταν άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη Γενοκτονία των Αρμενίων, πολλοί στην Τουρκία τη ρωτούσαν γιατί την ενδιέφερε ένα θέμα που θεωρούσαν ξένο προς την ίδια. «Μου έλεγαν: “Τι συμβαίνει με σένα; Γιατί ενδιαφέρεσαι για τους Αρμένιους;”», θυμάται.

Η απάντησή της ήταν ότι ο τρόπος μεταχείρισης των μειονοτήτων αποτελεί το αποτύπωμα μιας ολόκληρης κοινωνίας: «Είναι η πραγματική παράμετρος που καθορίζει πόσο καλά λειτουργεί η δημοκρατία σου. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάζουμε πώς αντιμετωπίζονται οι μειονοτικοί πληθυσμοί».

Η Κωνσταντινούπολη και τα καλοκαίρια στην Πρίγκηπο

Η δική της ευαισθησία απέναντι στους αποκλεισμένους δεν προέκυψε μόνο μέσα από την ακαδημαϊκή έρευνα.

Η Γκιοτσέκ μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και περνούσε τα καλοκαίρια της στην Πρίγκηπο, τη σημερινή Μπουγιούκαντα, σε ένα περιβάλλον όπου η παρουσία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων δεν αποτελούσε μια αφηρημένη ιστορική πληροφορία, αλλά κομμάτι της καθημερινής ζωής.

«Ένα μέρος του λόγου για τον οποίο κατάφερα πιθανώς να ξεφύγω από την εθνικιστική αντίληψη είναι ότι έζησα στην Κωνσταντινούπολη. Τα καλοκαίρια βρισκόμουν στην Πρίγκηπο, όπου είχαμε ένα εξοχικό», αναφέρει.

Αργότερα, η έρευνά της θα την ανάγκαζε να δει με διαφορετικό βλέμμα ακόμη και τα σπίτια μέσα στα οποία είχε μεγαλώσει.

Τόσο η οικογενειακή κατοικία στην Κωνσταντινούπολη όσο και το σπίτι στην Πρίγκηπο ανήκαν στο παρελθόν σε Έλληνες. Ο πατέρας της είχε μεγαλώσει έχοντας πολλούς Έλληνες φίλους και, κατά το πογκρόμ του 1955, είχε προστατεύσει καταστήματα ανθρώπων που γνώριζε. Παρ’ όλα αυτά, όταν η κόρη του άρχισε να μελετά τη βία σε βάρος των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων, εκείνος την ρωτούσε γιατί επέμενε να ασχολείται με αυτά τα ζητήματα.

Η μεταξύ τους συζήτηση έφτασε κάποτε στην ίδια την οικογενειακή περιουσία. «Του είπα: “Μπαμπά, κοίτα το δικό μας ακίνητο. Σε ποιον ανήκε πριν από εμάς;”», αφηγείται. Εκείνος απάντησε ότι η οικογένεια δεν το είχε λεηλατήσει, αλλά το είχε αγοράσει σε κρατικό πλειστηριασμό. «Του είπα: “Ναι, αλλά από ποιον πήρε το κράτος αυτά τα ακίνητα;” Τότε είδα στο πρόσωπό του ότι ξαφνικά το κατάλαβε. Από εκείνη τη στιγμή δεν ξαναμίλησε γι’ αυτό».

Ο όχλος λεηλατεί κατάστημα στο Πέρα κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών του 1955, του πογκρόμ στην Κωνσταντινούπολη (φωτ.: αρχείο Fahri Çoker / Εκδόσεις Ιδρύματος Ιστορίας)

Για τη διακεκριμένη κοινωνιολόγο, αυτό το οικογενειακό στιγμιότυπο αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η κυριαρχία και η ανισότητα κανονικοποιούνται μέσα στην καθημερινή ζωή, έως ότου πάψουν να γίνονται αντιληπτές. Μόνο όταν αρχίσει κανείς να σκέφτεται κριτικά, προσθέτει, μπορεί να διακρίνει τις ανισότητες ισχύος, να αναρωτηθεί τι συνέβη στους ανθρώπους που απουσιάζουν και να δει ποιοι υπάρχουν –και ποιοι δεν υπάρχουν πια– στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε, όπως λέει, ίσως ο μοναδικός κοσμοπολίτικος χώρος που είχε απομείνει μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Μεγάλωσε δίπλα σε ανθρώπους που δεν ήταν σαν την ίδια, χωρίς όμως να τους αισθάνεται ξένους: «Ήταν μέρος της ζωής μου». Αυτή η καθημερινή συνύπαρξη, πιστεύει, είναι καθοριστική, επειδή όταν ο άλλος είναι φίλος, γείτονας ή συμμαθητής, δεν μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε έναν αφηρημένο εχθρό πάνω στον οποίο μπορεί να ασκηθεί βία.

«Όταν γνωρίζεις τους ανθρώπους στην καθημερινότητά σου, δεν μπορείς μετά να τους αποκλείσεις και να ασκήσεις βία εναντίον τους, επειδή αποτελούν μέρος της κοινωνίας μέσα στην οποία ζεις», λέει. Το αντίστροφο, όμως, είναι εξίσου αληθινό: «Αν δεν έχεις εκτεθεί ποτέ σε ανθρώπους που διαφέρουν από εσένα, είναι πολύ εύκολο να τους μετατρέψεις σε “άλλους”, να συνεχίσεις να τους αποκλείεις και να ασκήσεις βία εναντίον τους».

Ακριβώς σε αυτό το σημείο, η προσωπική της εμπειρία συναντά τη μεγάλη κοινωνιολογική ερώτηση που διαπερνά το έργο της: πώς μια κοινωνία μαθαίνει να μην βλέπει τους ανθρώπους που κάποτε αποτελούσαν οργανικό μέρος της και πώς η εξαφάνισή τους μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι φυσικό, σχεδόν αόρατο.

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις αποφάσεις του κράτους, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η επίσημη αφήγηση περνά στην οικογένεια, στην εκπαίδευση και στην καθημερινότητα, μέχρι η ιστορική βία να πάψει να αναγνωρίζεται ως βία.

Όταν η άρνηση περνά από το κράτος στην κοινωνία

Η ερώτηση που άκουγε η Γκιοτσέκ από απλούς ανθρώπους στην Τουρκία –«γιατί ασχολείσαι;»– είναι για την ίδια κομβική. Δεν προερχόταν από κυβερνητικούς αξιωματούχους ούτε από εκπροσώπους του κρατικού μηχανισμού, αλλά από την ίδια την κοινωνία, αποκαλύπτοντας ότι η άρνηση δεν επιβάλλεται μόνο από τα πάνω.

«Ας αφήσουμε στην άκρη την κυβέρνηση, τον Ερντογάν ή οποιονδήποτε άλλο. Γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να αρνείται την ιστορική αλήθεια;», θέτει το ερώτημα, για να απαντήσει ότι η κοινωνία των πολιτών στην Τουρκία παρέμεινε επί δεκαετίες σε ασφυξία.

Η κοινωνιολόγος ανατρέχει στην ιστορική διαδρομή του τουρκικού κράτους για να εξηγήσει γιατί δεν δημιουργήθηκε ποτέ ο αναγκαίος χώρος για μια ελεύθερη κοινωνική συζήτηση. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο λεγόμενος Πόλεμος της Ανεξαρτησίας, η ίδρυση της Δημοκρατίας και στη συνέχεια ο Β΄ Παγκόσμιος και ο Ψυχρός Πόλεμος διαμόρφωσαν μια αλληλουχία διαρκούς ελέγχου και κινητοποίησης γύρω από την ασφάλεια του κράτους.

«Μέχρι το 1989-1991 δεν ήταν δυνατόν για την κοινωνία να αναπνεύσει, να σταθεί στα πόδια της και να συζητήσει τι θέλει να είναι» επισημαίνει, υπογραμμίζοντας ότι ο έλεγχος δεν ασκούνταν μόνο από το κράτος, αλλά και από το στρατό.

Φωτογραφίες Τούρκων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν στη φυλακή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Εβρέν (φωτ.: EPA / Evrin Aydin / Anadolu)

Αυτή η μακρά κηδεμονία, κατά την ανάλυσή της, στέρησε από την τουρκική κοινωνία την εμπειρία της αυτοκυβέρνησης και της ουσιαστικής δημοκρατικής συμμετοχής. Η κοινωνία των πολιτών επιχείρησε επανειλημμένα να αποκτήσει αυτονομία, αλλά κάθε φορά βρέθηκε αντιμέτωπη με νέες μορφές αυταρχικού ελέγχου.

«Λένε συχνά ότι οι Τούρκοι αποτυγχάνουν πάντοτε στη δημοκρατία. Αποτυγχάνουν όμως, επειδή δεν τους δίνεται η ευκαιρία να αυτοκυβερνηθούν» δηλώνει, απορρίπτοντας την ιδέα ότι το δημοκρατικό έλλειμμα αποτελεί κάποιο έμφυτο ή αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της κοινωνίας.

Ο Ερντογάν ως συνέχεια και όχι ως εξαίρεση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ερντογάν δεν εμφανίζεται στην αφήγηση της Γκιοτσέκ ως μια ιστορική παρέκκλιση, αλλά ως συνέχεια μιας ήδη εδραιωμένης παράδοσης. «Από το 1923 έως το 2003 είχαμε αρχικά τη στρατιωτική κηδεμονία και στη συνέχεια τη σταδιακή μετάβαση σε μια πολιτική κηδεμονία. Και τώρα έχουμε τον Ερντογάν», εξηγεί.

Κατά την ίδια, ο Τούρκος πρόεδρος «δεν διαθέτει το όραμα ή την παιδεία για να σκεφτεί μια δημοκρατική Τουρκία» και γι’ αυτό συνεχίζει τους ίδιους μηχανισμούς αποκλεισμού.

Όταν στη διάρκεια της συζήτησης τίθεται το ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί η τουρκική κοινωνία «ανώριμη», η ίδια αποφεύγει αυτή τη διατύπωση. «Δεν θα το έθετα ως ανωριμότητα. Θα έλεγα ότι δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με την ιστορία της» απαντά, επιμένοντας ότι εκείνο που λείπει είναι μια πραγματική διαδικασία αναμέτρησης με το παρελθόν.

Στιγμιότυπο από την ομιλία Ερντογάν σε εκδήλωση για την 101 επέτειο της νίκης των Τούρκων κατά των Ελλήνων και των συμμαχικών δυνάμεων το 1922 (φωτ.: Twitter / RTErdogan)

Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται είναι ότι ο σημερινός Τούρκος πρόεδρος, επομένως, δεν δημιούργησε από το μηδέν ούτε τον εθνικισμό ούτε την άρνηση. Κληρονόμησε ένα κράτος που είχε μάθει να αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα ως απειλή και ενίσχυσε αυτή την παράδοση με νέους μηχανισμούς πολιτικού, εκπαιδευτικού και θεσμικού ελέγχου.

Από το «ποιοι είμαστε» στο «ποιοι δεν είμαστε»

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται, κατά την Γκιοτσέκ, ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η τουρκική εθνική ταυτότητα. Η κοινωνία δεν είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί συλλογικά «ποιοι είμαστε;» και να αναγνωρίσει τις πολλές ιστορικές και πολιτισμικές της καταβολές.

Αντί γι’ αυτό, έμαθε να ορίζεται μέσα από τον αποκλεισμό: «Οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να σκεφτούν ποιοι είμαστε και πώς ορίζουμε τον εαυτό μας. Αντί να το κάνουν αυτό, λένε: “Ποιοι δεν είμαστε;”».

Η κυρίαρχη αφήγηση, συνεχίζει, ανάγει την ταυτότητα αποκλειστικά σε μια τουρκική παράδοση με αφετηρία την Κεντρική Ασία και εγκατάσταση στη Μικρά Ασία, χωρίς να αναγνωρίζει το κόστος για τους λαούς που ζούσαν ήδη εκεί.

«Και ποιοι είναι οι γηγενείς λαοί; Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Κούρδοι και, σε έναν βαθμό, οι Ασσύριοι» λέει, επισημαίνοντας ότι η ιστορική παρουσία αυτών των κοινοτήτων δεν μπορεί να διαγραφεί χωρίς να παραμορφωθεί η ίδια η ιστορία του τόπου.

Οι Κούρδοι και η βία που δεν έπαψε

Η άρνηση του παρελθόντος δεν παραμένει κλεισμένη στα γεγονότα των αρχών του 20ού αιώνα. Η Τουρκάλα κοινωνιολόγος την βλέπει να αναπαράγεται σήμερα απέναντι στους Κούρδους, τους οποίους χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη πλέον μειονοτικοποιημένη ομάδα που έχει απομείνει στην Τουρκία.

«Η άρνηση της γενοκτονίας είναι παρούσα σήμερα στο πλαίσιο του Κουρδικού» τονίζει, συνδέοντας την προκατάληψη και τις διακρίσεις απέναντί τους με τους ίδιους μηχανισμούς που λειτούργησαν παλαιότερα σε βάρος των μη μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η ίδια χρησιμοποιεί μάλιστα τη βαριά διατύπωση της «συνεχιζόμενης γενοκτονίας» απέναντι στους Κούρδους, διευκρινίζοντας ότι η γενοκτονική βία δεν εξαντλείται στον αριθμό των νεκρών. Στην περίπτωση των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων, η αριθμητική συρρίκνωση των κοινοτήτων και το γεγονός ότι σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι άνθρωποι στην Τουρκία αποδεικνύουν, όπως λέει, τη συσσωρευμένη επίδραση των διώξεων, των διακρίσεων και της απομάκρυνσής τους από τον δημόσιο χώρο.

Διαδηλώτρια ανεμίζει σημαία με το πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ (φωτ.: EPA / Tolga Bozoglu)

Η μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο εθνικό κράτος δεν σήμανε, κατά την ανάλυσή της, απλώς μια θεσμική αλλαγή. «Αυτό που συνέβη ήταν αποκλεισμός και συστημική διάκριση» εξηγεί, προσθέτοντας ότι ακόμη και ο επίσημος, θεωρητικά πολιτειακός ορισμός του Τούρκου πολίτη υποχώρησε στην πράξη μπροστά σε μια ισχυρή εθνοτική αντίληψη που «αγγίζει τα όρια του ρατσισμού».

Η τουρκικότητα έπαψε έτσι να λειτουργεί ως κοινή πολιτική ταυτότητα και μετατράπηκε σε μέσο ιεράρχησης των ανθρώπων που ζουν στην ίδια χώρα.

Οι ίδιοι μηχανισμοί, διαφορετικοί στόχοι

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανσή της για τη συνέχεια ανάμεσα στη βία κατά των Ελλήνων, στη Γενοκτονία των Αρμενίων και στις μετέπειτα διώξεις των Κούρδων. Η Γκιοτσέκ τονίζει ότι πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο σχεδιασμό της Γενοκτονίας των Αρμενίων είχαν προηγουμένως εμπλακεί στη βία κατά των Ελλήνων, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις εκδίωξης των ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια του Αιγαίου.

«Οι άνθρωποι που το έκαναν αυτό μέσα στην Επιτροπή Ένωσης και Προόδου ήταν εκείνοι που στη συνέχεια σχεδίασαν τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Υπάρχει, λοιπόν, μια συνέχεια», υπογραμμίζει.

Οι ίδιοι μηχανισμοί και τα ίδια δίκτυα βίας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα και εναντίον των Κούρδων, δείχνοντας ότι η ατιμώρητη βία δεν εξαφανίζεται, αλλά αλλάζει στόχο. «Βλέπουμε αυτούς τους φορείς της βίας» τονίζει, περιγράφοντας μια ιστορική αλυσίδα μέσα στην οποία κάθε προηγούμενος αποκλεισμός νομιμοποιεί τον επόμενο.

Η άρνηση, με αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο την απόκρυψη όσων συνέβησαν στους Έλληνες, στους Αρμενίους ή στους Ασσυρίους, αλλά και τη διατήρηση ενός μοντέλου εξουσίας που εξακολουθεί να παράγει νέους αποκλεισμένους.

Η ιστορία που δεν αφήνει χώρο στους άλλους

Η αναπαραγωγή αυτού του μοντέλου περνά αναπόφευκτα από την εκπαίδευση. «Αν γνωρίζεις την ιστορία ενός τόπου και αναγνωρίζεις τους ανθρώπους που δημιούργησαν αυτή την ιστορία, είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπήρξαν ποτέ», σημειώνει η Γκιοτσέκ.

Στην Τουρκία όμως, η ιστορία που διδάσκεται παραμένει, όπως λέει, βαθιά εθνικιστική και παρουσιάζει τα γεγονότα αποκλειστικά από τη σκοπιά της επιβίωσης και των επιτευγμάτων των Τούρκων.

Από αυτή την αφήγηση απουσιάζουν τα βασικά ερωτήματα: ποιοι ζούσαν στη Μικρά Ασία πριν από την άφιξη των Τούρκων, τι απέγιναν αυτοί οι πληθυσμοί και ποια ήταν η συμβολή τους στην κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό. «Αν διδάσκεις την ιστορία αποκλείοντας όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική σου εθνότητα, τότε δεν υπάρχει πλέον χώρος για αυτούς ούτε στην κοινωνία ούτε στο κράτος ούτε στην κοινωνία των πολιτών», προειδοποιεί.

Γι’ αυτό και η αναγνώριση της ιστορικής βίας δεν είναι για την Γκιοτσέκ μια συμβολική παραχώρηση προς τους απογόνους των θυμάτων. Είναι η απαραίτητη αφετηρία για να πάψει μια κοινωνία να ορίζει τον εαυτό της μέσα από εκείνους που αποκλείει και να αρχίσει να αντιλαμβάνεται την πολυμορφία όχι ως κίνδυνο, αλλά ως όρο της δημοκρατίας.

Το επόμενο ερώτημα όμως, πηγαίνει ακόμη βαθύτερα: τι ακριβώς καταστρέφει μια γενοκτονία, πέρα από τα ανθρώπινα σώματα;

Μια γενοκτονία δεν καταστρέφει μόνο τα σώματα

Η Γκιοτσέκ επιχειρεί πλέον να διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνιολογία προσεγγίζει τη γενοκτονία. Στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν διδάσκει το μάθημα «Γενοκτονίες στη θεωρία και την πράξη» και, μαζί με μεταπτυχιακό φοιτητή της, εργάζεται πάνω σε ένα νέο θεωρητικό άρθρο για το πώς εκδηλώνεται και τι ακριβώς καταστρέφει η γενοκτονική βία.

«Ορίζουμε τη γενοκτονία κυρίως με αριθμητικούς όρους: πόσα σώματα σκοτώθηκαν, ποιος είναι ο αριθμός. Δεν αντιλαμβανόμαστε όμως, ότι αυτό είναι μόνο ένα μέρος της· είναι η βία εναντίον του σώματος. Υπάρχουν, επίσης, ο νους και το πνεύμα», επισημαίνει.

Μια ολοκληρωμένη θεώρηση της κοινωνικής πραγματικότητας, κατά την Γκιοτσέκ, οφείλει να εξετάσει όχι μόνο τη φυσική εξόντωση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τους άλλους και τη συλλογική τους ταυτότητα.

Ένοπλοι απομακρύνουν την πνευματική και οικονομική ελίτ του Χαρπούτ (Δυτική Αρμενία). Εκτελέστηκαν σε κοντινή τοποθεσία τον Μάιο του 1915 (πηγή: Wikipedia / Πολιτικά Αρχεία του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών)

Η γενοκτονία επιφέρει ασφαλώς τη δραματική μείωση ή την εξαφάνιση ενός πληθυσμού, αλλά η επίδρασή της δεν σταματά εκεί: «Εξαλείφεις συστηματικά τον πολιτισμό τους, τη συμβολή τους στην τουρκική κοινωνία και τη συμβολή τους στον δικό σου πολιτισμό, στη δική σου συνείδηση ως λαού».

Αυτό σημαίνει ότι η καταστροφή επιστρέφει τελικά και στην κοινωνία των θυτών. Όταν οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι και οι άλλοι πληθυσμοί διαγράφονται από την ιστορική αφήγηση, η Τουρκία δεν χάνει μόνο τις κοινότητες που έζησαν επί αιώνες στα εδάφη της. Χάνει ένα μέρος της δικής της ιστορίας, της πολιτιστικής της δημιουργίας και της συλλογικής της μνήμης.

Η άρνηση δεν προστατεύει, επομένως, την κοινωνία από ένα επώδυνο παρελθόν· την εμποδίζει να κατανοήσει ποια πραγματικά είναι.

Η ίδια έφτασε σε αυτή τη συνειδητοποίηση μέσα από μια διαδικασία αυτοκριτικής.

Μελετώντας τη θέση των Ελλήνων, των Αρμενίων, των Εβραίων, των Ασσυρίων και των Κούρδων, άρχισε να αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετική ήταν η δική τους θέση σε σύγκριση με τη δική της. «Ήμουν κατά κάποιον τρόπο μια “λευκή Τουρκάλα”. Ανήκω στην ελίτ που παρήγαγε η Δημοκρατία» αναγνωρίζει, εξηγώντας ότι η ακαδημαϊκή έρευνα την ανάγκασε να δει τα προνόμιά της, τις ανισότητες ισχύος και τους ανθρώπους που είχαν αποκλειστεί από τον δικό της κοινωνικό περίγυρο.

Η επιλογή ανάμεσα στη σιωπή και την εξορία

Η κριτική σκέψη όμως, έχει κόστος στη σημερινή Τουρκία. Οι επιστήμονες που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην κοινωνία τα εργαλεία για να αναμετρηθεί με την ιστορία της βρίσκονται, όπως λέει η Γκιοτσέκ, σε μεγάλο βαθμό εκτός χώρας.

Όσοι παραμένουν αναγκάζονται συχνά να επιλέξουν ανάμεσα στη δημόσια έκφραση και στην ασφάλεια της οικογένειας και της επαγγελματικής τους ζωής.

«Οι περισσότεροι επιστήμονες που είναι σε θέση να κάνουν αυτή τη δουλειά βρίσκονται δυστυχώς εκτός χώρας. Όταν είναι στην Τουρκία, δεν μπορούν να μιλήσουν, ιδιαίτερα αν έχουν οικογένεια και θέλουν να συνεχίσουν να ζουν εκεί. Τότε πρέπει να κάνουν μια επιλογή», αναφέρει. Η ίδια θυμάται ανθρώπους να την ρωτούν γιατί μιλούσε ανοιχτά και στη συνέχεια να την προτρέπουν να σκεφτεί τον εαυτό της και τις συνέπειες.

Η δική της επιλογή ήταν σαφής: «Θα προτιμούσα να βρίσκομαι εκτός χώρας και να μπορώ να λέω όλα όσα θέλω, παρά να βρίσκομαι μέσα στη χώρα, να μην μπορώ να μιλήσω καθόλου γι’ αυτά και να αυτολογοκρίνομαι. Δεν θέλω να αυτολογοκρίνομαι». Από το Μίσιγκαν διατηρεί επαφή με νεότερους ερευνητές και προσπαθεί να στηρίζει όσους προσεγγίζουν την ιστορία και την κοινωνία με μια περισσότερο παγκόσμια και λιγότερο εθνικιστική οπτική.

Το πρόβλημα δεν είναι, κατά την ίδια, η απουσία ανθρώπων που γνωρίζουν ή αντιλαμβάνονται τι έχει συμβεί. Είναι η έλλειψη ελεύθερων χώρων μέσα στους οποίους μπορούν να μιλήσουν, να διδάξουν και να γράψουν. «Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να συμβάλουν στη μεταμόρφωση, αρκεί να μην εκδιωχθούν από τα πανεπιστήμια και να μπορούν να γράψουν όσα πραγματικά σκέφτονται», σημειώνει, επιμένοντας ότι η εκπαίδευση αποτελεί τον σημαντικότερο όρο για οποιαδήποτε αλλαγή.

Η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Φατμά Μουγκέ Γκιοτσέκ μιλά για τους Κούρδους και τους Αρμενίους, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έως τη σύγχρονη εποχή, στην ετήσια διάλεξη του Zahra Institute στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στις 24 Μαΐου 2023 (φωτ.: University of Chicago / YouTube)

Οι δυνατότητες αυτές, ωστόσο, περιορίζονται συνεχώς. Η Γκιοτσέκ θυμάται τα τουρκικά πανεπιστήμια των δεκαετιών του 1970 και του 1980 ως θεσμούς που διέθεταν έναν βαθμό αυτονομίας. Σήμερα ακόμη και το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, όπου σπούδασε μετά το Ρόμπερτ Κόλετζ, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.

«Ο Ερντογάν διορίζει όλους τους πρυτάνεις των πανεπιστημίων. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορείς να διδάξεις ούτε την ίδια σου την ιστορία», λέει, φέρνοντας ως παράδειγμα την περιορισμένη θέση που κατέχει η βυζαντινή ιστορία στην τουρκική εκπαίδευση και την εργαλειοποίηση ακόμη και της οθωμανικής κληρονομιάς.

«Δεν είμαστε στρατιωτικό έθνος»

Η καθηγήτρια στέκεται ιδιαίτερα στην αντίληψη του «στρατιωτικού έθνους» –το περίφημο asker millet– που εξακολουθεί να προβάλλεται ως συστατικό στοιχείο της τουρκικής ταυτότητας. «Δεν είμαστε στρατιωτικό έθνος ή, τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να είμαστε. Πρέπει να είμαστε ένα δημοκρατικό έθνος, να αναγνωρίζουμε και να δημιουργούμε χώρο για όσους βρίσκονται έξω από τον στρατό», τονίζει.

Η άνοδος του Ερντογάν αρχικά φάνηκε να τερματίζει τη στρατιωτική κηδεμονία. Στη θέση της, όμως, δημιουργήθηκε μια νέα πολιτική κηδεμονία, συνοδευόμενη από μια συντηρητική και εθνικιστική ελίτ που απέκλεισε με τη σειρά της όσους είχαν προηγηθεί. Η εναλλαγή των κυρίαρχων ομάδων δεν οδήγησε σε μια κοινωνία όπου όλοι θα συμμετείχαν ισότιμα, αλλά σε μια νέα εκδοχή του ίδιου μηχανισμού αποκλεισμού.

Για να προχωρήσει η Τουρκία, υποστηρίζει, χρειάζεται μια ταυτότητα αρκετά ευρεία ώστε να περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους που ζουν ή έζησαν στα εδάφη της: τους Κούρδους και τους Σύρους, τους λίγους Έλληνες, Αρμενίους και Εβραίους που έχουν απομείνει, αλλά και όσους δεν ανταποκρίνονται στο πρότυπο του σουνίτη, ετεροκανονικού άνδρα.

«Όποιος αποκλίνει από αυτό το πρότυπο αντιμετωπίζεται ως κατώτερος» παρατηρεί, σημειώνοντας ότι μόνο ένα πραγματικά πολυφωνικό όραμα μπορεί να δημιουργήσει μια υγιή χώρα.

Η συμφιλίωση με την ιστορία αποτελεί την προϋπόθεση γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. «Ο μόνος τρόπος είναι να αναμετρηθείς με την ιστορία σου, με την ίδια την ιστορικότητά σου. Διαφορετικά προχωράς στα τυφλά, ακολουθώντας μόνο τον εαυτό σου και τα δικά σου συμφέροντα, σε βάρος όλων των άλλων», λέει.

Η ελπίδα στις νεότερες γενιές

Παρά τη σκληρή κριτική της, η Γκιοτσέκ δεν θεωρεί ότι η Τουρκία είναι καταδικασμένη να παραμείνει εγκλωβισμένη στην άρνηση. Η μεγαλύτερη ελπίδα της βρίσκεται στις νεότερες γενιές, στους ανθρώπους που έχουν ταξιδέψει, έχουν γνωρίσει άλλες κοινωνίες και, μέσα από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν μπορούν πλέον να ζουν απομονωμένοι από την παγκόσμια συζήτηση.

«Βλέπω την επόμενη γενιά πολύ πιο ανοιχτή απέναντι σε αυτά τα ζητήματα» λέει, εκτιμώντας ότι η αλλαγή είναι σε μεγάλο βαθμό γενεακή.

Οι προηγούμενες γενιές ανατράφηκαν με την ιδέα ότι για την ασφάλεια του έθνους έπρεπε να αποκλείουν τους άλλους και να θέτουν διαρκώς τα εθνοτικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα όλων των υπολοίπων. Αυτό μπορεί να αλλάξει μόνο όταν η κοινωνία αρχίσει να γιορτάζει τη διαφορετικότητα αντί να προσπαθεί να την εξαλείψει.

Μετά τη στρατιωτική και την πολιτική κηδεμονία, ελπίζει ότι μπορεί να έρθει η εποχή μιας πραγματικά αυτόνομης κοινωνίας των πολιτών, η οποία θα περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους. Δεν κρύβει, πάντως, την αμφιβολία της για το αν η ίδια θα προλάβει να δει αυτή τη μεταμόρφωση.

«Θα φτάσει ποτέ εκεί η Τουρκία; Πιστεύω ότι θα φτάσει. Θα το δω εγώ; Ελπίζω, αλλά αμφιβάλλω», καταλήγει.

Γεωργία Βορύλλα

ΚοινοποίησηTweetSend
google news

Ακολουθήστε μας στο Google News

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ο Ζαν-Λουί Ανφ μπροστά από το μνημείο που βρίσκεται στις Βρυξέλλες, στο Έτερμπεεκ, και είναι αφιερωμένο στη Γενοκτονία των Ασσυρίων (πηγή: Les Engagés)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Είναι αδικία, στην Ευρώπη να παραμένει άγνωστη η ιστορία των Ποντίων Ελλήνων» – Ένας δήμος των Βρυξελλών δείχνει το δρόμο

2/07/2026 - 8:19μμ
Σέρρα από το χορευτικό σύνολο της «Ρωμιοσύνης» (φωτ.: «Ρωμιοσύνη»)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Άγις Τουρσίδης: «Αν είσαι Έλληνας, η Σέρρα είναι αδύνατον να μην σε αγγίξει»

1/07/2026 - 5:52μμ
Ο Θοδωρής Κοτίδης και η Αγγελική Παμπουκίδου στη λίμνη Δοϊράνη του Κιλκίς, τον τόπο καταγωγής τους (φωτ.: Αρχείο Αγγελικής Παμπουκίδου & Θοδωρή Κοτίδη/ εικ.: Αλεξία Ιωαννίδου)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θοδωρής Κοτίδης και Αγγελική Παμπουκίδου: Η τέχνη μας είναι ένας μαγικός τρόπος να «αναστήσουμε» τους προγόνους μας

30/06/2026 - 10:11μμ
Η Στέλλα Παπουλίδου, μια πολυπράγμων φιλόλογος (φωτ.: Αρχείο Σ. Παπουλίδου)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Στέλλα Παπουλίδου μεταφέρει τα ποντιακά τραγούδια στη νοηματική: «Οι πατρίδες δεν είναι αλησμόνητες – είναι μέσα μας»

19/06/2026 - 3:56μμ
Ο δρ Θεμιστοκλής Κρητικάκος κατά τη διάρκεια ομιλίας (φωτ.: Αρχείο Θ. Κρητικάκου)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γενοκτονία ή εθνοκάθαρση; Ο δρ Θεμιστοκλής Κρητικάκος εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή

25/05/2026 - 2:00μμ
Ο Αλκιβιάδης Στεφανής στο Άγιον Όρος (πηγή: αρχείο Αλκιβιάδη Στεφανή)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αλκιβιάδης Στεφανής: Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τι είναι γενοκτονία – Ο Πόντος είναι το παράδειγμα

17/05/2026 - 6:59μμ
Ο Έρικ Μπόγκοσιαν φωτογραφημένος από τη Μονίκ Καρμπόνι. Στο φόντο εκθέματα στο Μουσείο Γενοκτονίας του Γερεβάν σχετικά με την «Επιχείρηση Νέμεσις» (εικ.: Γεωργία Βορύλλα)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Επιχείρηση Νέμεσις»: Ο Έρικ Μπoγκοσιάν μιλά για τη Γενοκτονία των Αρμενίων και την εκδίκηση που έγινε ιστορία

24/04/2026 - 9:30μμ
Η αυθεντική φωτογραφία της Βίλας Καπαγιαννίδη κοσμεί την είσοδο του σπιτιού του Θέμη Καπαγιαννίδη και της Ρίκης Τριανταφυλλίδου (φωτ.: Κώστας Κατσίγιαννης)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θέμης Καπαγιαννίδης: «Η Βίλα Καπαγιαννίδη ήταν το σπίτι της οικογένειάς μας στην Τραπεζούντα»

5/04/2026 - 8:16μμ
H Anfisa Roumelidi είναι μια σχεδιάστρια ρούχων που ζει στη Γερμανία και έχει τον ποντιακό πολιτισμό στην καρδιά της (φωτ.: Elias Ghanias)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Anfisa Roumelidi, φοράς το σπίτι σου; – Η ποντιακή κληρονομιά που γίνεται ρούχο και ταυτότητα

30/03/2026 - 4:07μμ
(Φωτ.: Από το προσωπικό αρχείο της Βούλας Πατουλίδου)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βούλα Πατουλίδου: Ο Πόντος είναι το πείσμα να μη λυγίζεις όταν ο άνεμος είναι κόντρα

29/03/2026 - 1:09μμ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Ναυτεμπορική TV

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ και το εξώφυλλο του βιβλίου της (εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Γενοκτονία, άρνηση και δημοκρατία: Η Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ εξηγεί γιατί η Τουρκία δεν έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της

20 δευτερόλεπτα πριν
(Φωτ.: EUROKINISSI / Μιχάλης Καραγιάννης)

Φωτιά στη Βοιωτία: Προφυλακίστηκαν ο δήμαρχος Στυλίδας και άλλοι δύο κατηγορούμενοι

30 λεπτά πριν
(Φωτ. αρχείου: EPA)

ΕΛΑΣ: Συνελήφθη στη Γερμανία 31χρονος εμπλεκόμενος στη δολοφονία Ζαμπούνη – Κινούνται οι διαδικασίες έκδοσής του στην Ελλάδα

60 λεπτά πριν
(Φωτ.: lionnews.gr)

Σέρρες: Δύο νεκροί μετά από μετωπική σύγκρουση ΙΧ με φορτηγό στην Παλαιοκώμη

1 ώρα πριν
(Φωτ.: EUROKINISSI / Μάρκος Χουζούρης)

Παγκόσμιο πρωτάθλημα στίβου Κ20: Ασημένιο μετάλλιο για τη Μητροπούλου στο μήκος

2 ώρες πριν
(Φωτ.: EPA / Rungroj Yongrit)

Ταϊλάνδη: Νεκροί και τραυματίες από πυροβολισμούς σε λύκειο

2 ώρες πριν
pontosnews.gr

Ειδήσεις και άρθρα για τον Πόντο και τη Μ. Ασία, αλλά και την επικαιρότητα στην Ελλάδα, τον Κόσμο και την Ομογένεια. Πλούσια θεματολογία ποικίλης ύλης με έμφαση σε πολιτιστικά δρώμενα.

Copyright © 2025 pontosnews.gr
Made by minoanDesign

  • TAYTOTHTA
  • ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
  • ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα
Προβολή όλων
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΝΤΟΣ
    • ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
    • ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ
    • ΙΣΤΟΡΙΑ
    • ΠΑΡΑΔΟΣΗ
    • ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
    • ΣΥΛΛΟΓΟΙ
    • ΛΕΞΙΚΟ
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • VIDEOS
  • ΚΥΠΡΟΣ
  • ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
  • ΓΝΩΜΕΣ
    • Μάρκος Τρούλης
    • Παντελής Σαββίδης
    • Σάββας Καλεντερίδης
    • Θεόφιλος Πουταχίδης
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  • ΑΜΥΝΑ
  • ΚΟΣΜΟΣ
  • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
  • ΥΓΕΙΑ
  • ΠΕΡΙΕΡΓΑ
  • ΣΥΝΤΑΓΕΣ
  • ΠΙΣΤΗ
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • ΤΑΞΙΔΙ
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
  • PONTOS BLOG

Copyright © 2024 pontosnews.gr
Made by minoanDesign