Σήμερα, Πέμπτη 9 Ιουλίου, ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χανκς γιορτάζει τα 70α γενέθλιά του. Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια και τη θριαμβευτική πορεία στο Χόλιγουντ μέχρι τη μεγάλη του αγάπη για την Ελλάδα, την ελληνική υπηκοότητα, τις επενδύσεις στην Αντίπαρο και τον δυνατό δεσμό ζωής με τη Ρίτα Γουίλσον, ο διάσημος ηθοποιός παραμένει ένας άνθρωπος που δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στις αξίες που τον διαμόρφωσαν.
Ύστερα από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες στην κορυφή του παγκόσμιου κινηματογράφου, εξακολουθεί να θεωρείται όχι μόνο ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, αλλά και ένας από τους πιο αγαπητούς ανθρώπους που γνώρισε ποτέ το Χόλιγουντ.
Δεν είναι εύκολο να διατηρήσει κανείς αυτή τη φήμη σε μια βιομηχανία που συχνά δοκιμάζει χαρακτήρες και σχέσεις. Κι όμως, ο Τομ Χανκς κατάφερε να ξεχωρίσει χωρίς σκάνδαλα, χωρίς υπερβολές και χωρίς να κυνηγήσει ποτέ τη δημοσιότητα. Η καριέρα του χτίστηκε αργά, σταθερά και με επιλογές που αντανακλούσαν τον ίδιο του τον χαρακτήρα.
Ίσως γι’ αυτό οι περισσότεροι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τον άνθρωπο από τους ήρωες που υποδύθηκε. Ο Φόρεστ Γκαμπ, ο λοχαγός Τζον Μίλερ στην ταινία Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν, ο αστροναύτης του Apollo 13, ο κυβερνήτης Σάλι Σάλενμπεργκερ στην ταινία Sully ή ακόμη και η φωνή του Γούντι στο Toy Story έχουν κάτι κοινό: όλοι είναι άνθρωποι που λειτουργούν με πυξίδα την αξιοπρέπεια, την ευθύνη και την καλοσύνη. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο.
Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι δυσκολεύεται ακόμη και να φανταστεί τον εαυτό του σε έναν πραγματικά σκοτεινό ρόλο. «Ο λόγος είναι απλός. Δεν μου προτείνουν τέτοιους χαρακτήρες, γιατί οι κακοί χρειάζονται μια δόση κακίας που δεν πιστεύω ότι μπορώ να προσποιηθώ», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στους New York Times.
Σε άλλη συνέντευξή του είχε εξηγήσει ακόμη πιο προσωπικά τι εννοεί: «Κατάλαβα εδώ και πολλά χρόνια ότι δεν προκαλώ φόβο σε κανέναν. Αυτό είναι διαφορετικό από το να είσαι απλώς ευγενικός. Ίσως να κρύβω κάποιο μυστήριο, αλλά σίγουρα όχι κακία.»
Οι λέξεις αυτές μοιάζουν να συνοψίζουν ολόκληρη την πορεία του. Γιατί ο Τομ Χανκς δεν υποδύθηκε μόνο ανθρώπους με υψηλό αίσθημα ευθύνης αλλά έδωσε την εντύπωση ότι κουβαλούσε μέσα του τα ίδια χαρακτηριστικά και εκτός κινηματογραφικού πλατό.
Όλα όμως ξεκίνησαν πολύ μακριά από τις λαμπερές αίθουσες των Όσκαρ.
Γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1956 στο Κόνκορντ της Καλιφόρνιας, σε μια οικογένεια που δεν είχε καμία σχέση με τον κόσμο της λάμψης. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μάγειρας, ενώ η μητέρα του σε νοσοκομείο. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από το διαζύγιο των γονιών του, όταν ήταν ακόμη μικρός. Οι συνεχείς μετακομίσεις και οι αλλαγές σχολείων τον έκαναν ένα εσωστρεφές παιδί, που δυσκολευόταν να δημιουργήσει σταθερές φιλίες.

Αργότερα θα περιγράψει εκείνη την περίοδο ως μια ζωή γεμάτη βαλίτσες. Κάθε νέο σπίτι σήμαινε μια νέα αρχή, και κάθε νέα αρχή απαιτούσε χρόνο για να αισθανθεί ξανά ασφαλής.
Ο νεαρός Τομ ήταν ντροπαλός, υπεύθυνος και βαθιά θρησκευόμενος. Προτιμούσε να παρατηρεί παρά να πρωταγωνιστεί, και περνούσε ατελείωτες ώρες μόνος του. Ίσως γι’ αυτό, όταν ανακάλυψε το θέατρο, ένιωσε για πρώτη φορά ότι είχε βρει έναν χώρο όπου μπορούσε να εκφράσει όσα δεν έλεγε στην καθημερινότητά του.

Ως φοιτητής πήγαινε μόνος του σε θεατρικές παραστάσεις, χωρίς παρέα και χωρίς να τον ενδιαφέρει αν αυτό φαινόταν παράξενο. Παρακολουθούσε έργα του Τένεσι Ουίλιαμς, του Ίψεν και άλλων μεγάλων συγγραφέων, απορροφώντας κάθε λεπτομέρεια. Δεν πήγαινε για διασκέδαση. Πήγαινε γιατί ήθελε να μάθει.
Σύντομα πέρασε από την πλατεία στη σκηνή. Τα μαθήματα υποκριτικής τού άνοιξαν έναν καινούργιο κόσμο και του αποκάλυψαν ότι η εσωστρέφεια που κουβαλούσε μπορούσε να μετατραπεί σε εκφραστική δύναμη. Εκεί κατάλαβε πως αυτό ήταν το μονοπάτι που ήθελε να ακολουθήσει.
Το 1979 πήρε ίσως τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής του. Άφησε πίσω του ό,τι γνώριζε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, πιστεύοντας ότι εκεί βρισκόταν το μέλλον του. Δεν είχε διασυνδέσεις, δεν προερχόταν από οικογένεια καλλιτεχνών και δεν διέθετε καμία οικονομική ασφάλεια. Είχε όμως πείσμα, υπομονή και μια βαθιά πίστη ότι η δουλειά του θα «μιλούσε» κάποτε από μόνη της.

Δεν άργησε να κάνει τα πρώτα του κινηματογραφικά βήματα και, μέσα σε λίγα χρόνια, να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο περιζήτητους πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ. Αυτό που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τότε ήταν ότι ο νεαρός συνεσταλμένος φοιτητής που πήγαινε μόνος του στο θέατρο, θα εξελισσόταν σε έναν από τους ελάχιστους ηθοποιούς που θα άφηναν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Και όσο η καριέρα του απογειωνόταν, μια άλλη ιστορία, πολύ πιο προσωπική, ετοιμαζόταν να αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Η γνωριμία του με μια Ελληνοαμερικανίδα ηθοποιό και τραγουδίστρια, τη Ρίτα Γουίλσον, δεν θα του χάριζε μόνο έναν σπουδαίο έρωτα. Θα γινόταν και η αφορμή να αποκτήσει μια βαθιά, ουσιαστική σχέση με την Ελλάδα, μια χώρα που έμελλε να αποκαλεί δεύτερη πατρίδα του.
Η γνωριμία τους δεν είχε τίποτα το κινηματογραφικό. Δεν υπήρξαν θεαματικές αφίξεις, μεγάλες δηλώσεις ή σκηνές που θα ταίριαζαν σε ρομαντική κομεντί. Ήταν δύο νέοι ηθοποιοί που συναντήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Bosom Buddies». Η Ρίτα Γουίλσον έκανε μια σύντομη εμφάνιση στη σειρά, όμως η γνωριμία αυτή έμελλε να αλλάξει τις ζωές και των δύο.

Λίγους μήνες αργότερα συνεργάστηκαν ξανά στην κωμωδία Οι εθελοντές. Αυτή τη φορά είχαν περισσότερο χρόνο μαζί και η έλξη ήταν αδύνατο να κρυφτεί. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, ο Τομ Χανκς βρισκόταν ακόμη σε έναν γάμο που είχε ουσιαστικά ολοκληρώσει τον κύκλο του. Ήταν παντρεμένος με τη συμφοιτήτριά του, Σαμάνθα Λιούις, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά.
Ο ίδιος έχει εξηγήσει πολλές φορές ότι όταν γνώρισε τη Ρίτα, ο γάμος του είχε ήδη διαλυθεί στην πράξη, παρότι το διαζύγιο δεν είχε ακόμη εκδοθεί. Η κατάσταση ήταν δύσκολη και για τους δύο, όμως κανείς τους δεν θέλησε να βιαστεί.
Χρόνια αργότερα, θυμήθηκε εκείνη την πρώτη σπίθα με έναν τρόπο που μόνο ένας πραγματικά ερωτευμένος άνθρωπος θα μπορούσε να περιγράψει:
«Η Ρίτα κι εγώ απλώς κοιταχτήκαμε και… μπαμ! Αυτό ήταν».

Η σχέση τους έγινε γνωστή το 1986, όταν εμφανίστηκαν μαζί στην πρεμιέρα μιας ταινίας, πριν ακόμη ολοκληρωθεί επίσημα το διαζύγιο του ηθοποιού. Είχαν σχολιαστεί έντονα τότε, όμως ο χρόνος έμελλε να αποδείξει ότι δεν επρόκειτο για ακόμη έναν σύντομο έρωτα του Χόλιγουντ.
Στις 30 Απριλίου 1988 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και από τότε πορεύονται μαζί, αποτελώντας ένα από τα πιο αγαπημένα και σταθερά ζευγάρια της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια τρυφερότητα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Τομ Χανκς έχει παραδεχθεί δημόσια ότι η Ρίτα υπήρξε ο άνθρωπος που του έδωσε ισορροπία, δύναμη και έμπνευση.
Όταν το 1994 παρέλαβε το δεύτερο συνεχόμενο Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, αυτή τη φορά για το Φόρεστ Γκαμπ, δεν δίστασε να αναφερθεί στη γυναίκα της ζωής του: «Βλέπω τη γυναίκα μου ως τον μεγάλο μου έρωτα και μας ενώνει ένας δεσμός που ξεπερνά λέξεις όπως σύζυγος, σύντροφος ή μητέρα. Χωρίς τη σχέση μου με τη Ρίτα, δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να συνδεθώ με όσα βίωνε ο Φόρεστ».

Ήταν μια εξομολόγηση που αποκάλυπτε πως, πίσω από τη λάμψη των βραβείων, υπήρχε ένας άνθρωπος που αναγνώριζε ότι η προσωπική ευτυχία αποτελούσε το σημαντικότερο στήριγμα της επαγγελματικής του πορείας.
Η σχέση τους δοκιμάστηκε σοβαρά το 2015, όταν η Ρίτα Γουίλσον διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού. Υποβλήθηκε σε διπλή μαστεκτομή και ακολούθησε μια δύσκολη περίοδος θεραπείας και αποκατάστασης. Ο Τομ Χανκς δεν έφυγε ούτε στιγμή από το πλευρό της.
Η ίδια έχει μιλήσει πολλές φορές για την αμέριστη στήριξη που της πρόσφερε ο σύζυγός της, λέγοντας πως αισθάνθηκε ακόμη μεγαλύτερη αγάπη και ασφάλεια μέσα από αυτή τη δύσκολη δοκιμασία. Εκείνη η περιπέτεια όχι μόνο δεν κλόνισε τον γάμο τους, αλλά, όπως έχουν παραδεχθεί και οι δύο, τους έφερε ακόμη πιο κοντά.
Έλληνας 100%
Και αν η Ρίτα Γουίλσον χάρισε στον Τομ Χανκς μια οικογένεια που άντεξε στον χρόνο, του πρόσφερε και κάτι ακόμη το ίδιο ουσιαστικό που ήταν μια δεύτερη πατρίδα. Γιατί αν υπάρχει ένας τόπος όπου ο Τομ Χανκς αφήνει πίσω του τον βραβευμένο ηθοποιό και γίνεται απλώς ο Τομ, αυτός είναι η Ελλάδα. Εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια, το όνομά του συνδέεται σχεδόν αυτονόητα με τη χώρα μας. Όχι επειδή φωτογραφίζεται στα ελληνικά νησιά ή επειδή επέλεξε να αποκτήσει εδώ κατοικία, αλλά επειδή δεν έχασε ποτέ την ευκαιρία να μιλήσει δημόσια για όσα τον έκαναν να αγαπήσει αυτόν τον τόπο.

Η αρχή έγινε μέσα από τη Ρίτα Γουίλσον. Εκείνη έφερε στο σπίτι τους τις ελληνικές παραδόσεις, τις οικογενειακές συνήθειες, τις γεύσεις, τα αρώματα και έναν τρόπο ζωής που ο Τομ Χανκς αγκάλιασε με εντυπωσιακή φυσικότητα. Σύντομα, όμως, η αγάπη για την Ελλάδα έπαψε να είναι απλώς μέρος της οικογενειακής του ζωής. Έγινε προσωπική επιλογή.
Το 1999, στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας στο Αιγαίο, γνώρισε για πρώτη φορά την Αντίπαρο.
Ήταν, όπως έχουν περιγράψει άνθρωποι του περιβάλλοντός του, ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. Η άγρια κυκλαδίτικη ομορφιά, η απλότητα του τοπίου και η ηρεμία του νησιού τον έκαναν να αισθανθεί πως είχε βρει ένα μέρος όπου μπορούσε να αποσυνδεθεί από την ένταση του Χόλιγουντ.
Δεν άργησε να αποκτήσει μια μεγάλη έκταση ανάμεσα στα Γλυφά και τη Χώρα, δημιουργώντας εκεί το προσωπικό του καταφύγιο. Ένα σπίτι που δεν προοριζόταν για κοσμικές εμφανίσεις, αλλά για οικογενειακές στιγμές, για ήσυχα καλοκαίρια και για βραδιές με φίλους γύρω από ένα τραπέζι. Ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν φιλοξενηθεί κατά καιρούς εκεί βρίσκεται και η Ελληνοκαναδή ηθοποιός Νία Βαρντάλος, με την οποία τους συνδέει στενή φιλία.
Και σαν να μην έφτανε η Αντίπαρος, λίγα χρόνια αργότερα απέκτησε ακόμη έναν αγαπημένο προορισμό. Η Πάτμος, με τη μοναδική της ατμόσφαιρα και τη βαθιά πνευματικότητα που αποπνέει, μπήκε επίσης στη ζωή του. Εκεί απέκτησε ένα πέτρινο αρχοντικό, επιβεβαιώνοντας ότι η σχέση του με την Ελλάδα δεν ήταν μια παροδική καλοκαιρινή αγάπη, αλλά μια συνειδητή επιλογή ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που μιλά για τη χώρα μας, τα λόγια του ξεχειλίζουν από θαυμασμό: «Είμαι 100% Έλληνας. Είμαι περισσότερο Έλληνας από Έλληνα επειδή είχα το καλό γούστο να νυμφευτώ Ελληνίδα. Ορισμένοι Έλληνες παντρεύονται μη Έλληνες, το πιστεύετε; Είναι ευτυχία να παντρευτείς Ελληνίδα, είναι φανταστικό».
Και σε μια άλλη εξομολόγησή του, ίσως την πιο όμορφη που έχει κάνει ποτέ για την Ελλάδα, περιγράφει αυτό που αισθάνεται κάθε φορά που επιστρέφει.

«Έχω γυρίσει όλον τον κόσμο, έχω πάει στα ομορφότερα μέρη της Γης, πουθενά δεν είναι σαν την Ελλάδα. Η γη, ο ουρανός, το νερό κάνουν καλό στην ψυχή σου. Είναι ιαματικό μέρος. Ειδικά όταν προσαρμοστείς σε αυτό το φανταστικό πρόγραμμα των Ελλήνων, να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι και να μένεις ξύπνιος και να συζητάς στην ταβέρνα μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα. Η καλύτερη ζωή που μπορεί να κάνει κάποιος».
Ίσως γι’ αυτό η απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας να μην αποτέλεσε απλώς μια τιμητική διάκριση, αλλά την επίσημη αναγνώριση μιας σχέσης που είχε ήδη χτιστεί μέσα στα χρόνια. Για τον Τομ Χανκς, η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ένας εξωτικός προορισμός διακοπών. Ήταν ο τόπος όπου μπορούσε να ζήσει χωρίς τίτλους, χωρίς βραβεία και χωρίς την πίεση της δημοσιότητας.

Την αγάπη του αυτή δεν δίστασε να τη διακηρύξει ακόμη και σε στιγμές με παγκόσμια προβολή. Παραλαμβάνοντας τιμητική διάκριση στις Χρυσές Σφαίρες, είχε δηλώσει με περηφάνια: «Είμαι Έλληνας και είναι μεγάλη μου τιμή!»
Λίγους μήνες αργότερα, μαζί με τη Ρίτα Γουίλσον, γύρισε ένα ιδιαίτερα συγκινητικό βίντεο, καλώντας ανθρώπους από κάθε γωνιά του κόσμου να επισκεφθούν την Ελλάδα, ενώ παράλληλα ενθάρρυνε τους Έλληνες να συμμετάσχουν στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Για ακόμη μία φορά, χρησιμοποίησε τη διεθνή αναγνωρισιμότητά του όχι για να προβάλει τον εαυτό του, αλλά μια χώρα που θεωρεί πλέον κομμάτι της ζωής του.
Και όταν κάποτε ρωτήθηκε τι σκοπεύει να κάνει όταν αποσυρθεί οριστικά από τον κινηματογράφο, η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική:

«Δεν είμαι εδώ για την εξουσία – αν και έχω λίγη. Δεν είμαι εδώ για τα χρήματα – αν και είμαι πλούσιος! Μπορώ να πάω στην Ελλάδα όποτε το θελήσω, για τέτοια άνεση μιλάμε…»
Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του Τομ Χανκς. Όχι τα δύο Όσκαρ, οι αμέτρητες κινηματογραφικές επιτυχίες ή η θέση του ανάμεσα στους κορυφαίους ηθοποιούς όλων των εποχών. Αλλά το γεγονός ότι κατάφερε να αποκτήσει κάτι που δεν αγοράζεται και δεν κατακτιέται με βραβεία: την ειλικρινή αγάπη ενός ολόκληρου λαού.
Κάθε καλοκαίρι που περπατά στα σοκάκια της Αντιπάρου, κάθε φορά που κάθεται σε μια ταβέρνα χωρίς να ζητά ιδιαίτερη μεταχείριση, κάθε φορά που υψώνει με περηφάνια την ελληνική σημαία ή μιλά για τη χώρα μας σαν να ήταν η γενέτειρά του, επιβεβαιώνει ότι η σχέση του με την Ελλάδα δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι βαθιά προσωπική. Και ίσως γι’ αυτό, κάθε χρόνο στις 9 Ιουλίου, οι ευχές των Ελλήνων προς τον Τομ Χανκς δεν απευθύνονται σε έναν σπουδαίο σταρ του Χόλιγουντ αλλά σε έναν άνθρωπο που, χωρίς να έχει γεννηθεί εδώ, κατάφερε να κερδίσει επάξια μια ξεχωριστή θέση στις ελληνικές καρδιές.
















