Λίγες ημέρες πριν συμπληρώσει τα 92 της χρόνια, η Μάρω Κοντού βρέθηκε στο νοσοκομείο Αττικόν, έπειτα από μια πτώση μέσα στο σπίτι της που της προκάλεσε κάταγμα στο πόδι και κάκωση στο ισχίο. Η είδηση σκόρπισε ανησυχία σε όσους την γνωρίζουν και την θαυμάζουν, ενώ δεν έλειψαν οι υπερβολές και οι ανακριβείς πληροφορίες που έσπευσαν να παρουσιάσουν μια εικόνα πολύ πιο δραματική από την πραγματικότητα.
Η ίδια όμως, πιστή στο χαρακτήρα της, αντιμετωπίζει και αυτήν τη δοκιμασία με ψυχραιμία, χιούμορ και αξιοπρέπεια.
Άλλωστε, σε μια ζωή που μετρά σχεδόν έναν αιώνα, έχει μάθει να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες. Και ίσως αυτό να είναι το μυστικό της.

Γιατί η Μάρω Κοντού δεν είναι μόνο μια σπουδαία ηθοποιός. Είναι μια γυναίκα που κουβαλά μέσα της την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Μια πρωταγωνίστρια που έζησε τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, τη λάμψη της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, τις μεγάλες θεατρικές στιγμές, τους θυελλώδεις έρωτες, τις προσωπικές απώλειες και τις κοινωνικές αλλαγές δεκαετιών.
Και σήμερα, στα 92 της, εξακολουθεί να εκπέμπει την ίδια γοητεία που έκανε κάποτε το κοινό να παρακολουθεί μαγεμένο κάθε της εμφάνιση.
Το παιδί που γνώρισε νωρίς την απώλεια
Η ζωή της δεν ξεκινά με εύκολους όρους. Γεννιέται στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, σε μια Αθήνα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Είναι ένα παιδί ζωηρό, γεμάτο φαντασία και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ο πατέρας της, έμπορος από τον Πειραιά, αγαπά τη ζωγραφική και γράφει στίχους.
Είναι ένας άνθρωπος με ευαισθησίες και καλλιτεχνική φύση.
Η μοίρα, όμως, δεν του επιτρέπει να την δει να μεγαλώνει. Πεθαίνει από φυματίωση όταν η μικρή Μάρω είναι μόλις δύο ετών. Η απώλεια αυτή αφήνει ένα κενό που την συνοδεύει για πάντα. Μεγαλώνει με τη μητέρα και τη γιαγιά της, δύο γυναίκες αυστηρές αλλά προστατευτικές, που πασχίζουν να της εξασφαλίσουν ένα ασφαλές μέλλον σε μια δύσκολη εποχή. Εκείνες ονειρεύονται μια σταθερή δουλειά. Η Μάρω ονειρεύεται τη σκηνή.
Το σημείωμα που αλλάζει τη ζωή της
Η οικογένειά της θεωρεί πως η καλύτερη λύση είναι μια θέση στην Εθνική Τράπεζα. Για μια νέα γυναίκα της δεκαετίας του ’50, μια τέτοια προοπτική ισοδυναμεί με επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ασφάλεια. Η ίδια, όμως, ασφυκτιά στην ιδέα. Έτσι, όταν φτάνει η στιγμή των εξετάσεων, αποφασίζει να πάρει την τύχη στα χέρια της. Παραδίδει στους εξεταστές ένα σημείωμα που γράφει: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ». Μια πράξη σχεδόν επαναστατική για την εποχή. Μια μικρή επανάσταση που ανοίγει το δρόμο προς τη μεγάλη της ζωή.

Η μεγάλη της αγάπη είναι ο χορός. Σπουδάζει στη σχολή της Κούλας Πράτσικα και γρήγορα ξεχωρίζει. Το ταλέντο της είναι τέτοιο που κερδίζει υποτροφία για τη σχολή της Rosalia Hladek στη Γερμανία. Για μια νεαρή κοπέλα της εποχής, επρόκειτο για τεράστια διάκριση. Όμως τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειας δεν της επιτρέπουν να ακολουθήσει αυτή την ευκαιρία. Για πολλούς θα ήταν ένα χτύπημα από το οποίο δύσκολα θα συνέρχονταν. Για τη Μάρω Κοντού., όμως, είναι απλώς μια παράκαμψη. Η ζωή ετοιμάζει ήδη το επόμενο κεφάλαιο.
Ο Δημήτρης Χορν «βλέπει» την πρωταγωνίστρια
Το 1953 συμμετέχει στις οντισιόν του Δημήτρη Ροντήρη για το Εθνικό Θέατρο και επιλέγεται. Βρίσκεται ξαφνικά δίπλα σε μορφές που αποτελούν ζωντανούς θρύλους: την Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή, την Άννα Συνοδινού. Αρχικά εμφανίζεται ως χορεύτρια.
Σύντομα, όμως, κάποιος αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο.
Ο Δημήτρης Χορν διακρίνει το ταλέντο, την εκφραστικότητα και την αβίαστη σκηνική παρουσία της. Είναι εκείνος που την ενθαρρύνει να αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο. Η συμβουλή του αποδεικνύεται καθοριστική. Χωρίς αυτήν, ίσως η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου να είχε γραφτεί διαφορετικά.
Από την Επίδαυρο στην Οδό Ονείρων
Η Μάρω Κοντού βρίσκεται στον Ιππόλυτο του Δημήτρη Ροντήρη και συμμετέχει στα πρώτα βήματα του θεσμού των Επιδαυρίων. Οι εμπειρίες αυτές την διαμορφώνουν βαθιά. Μαθαίνει πειθαρχία, σεβασμό στο κείμενο και αφοσίωση στην τέχνη.
Ακολουθούν συνεργασίες που κάθε νέα ηθοποιός θα ονειρευόταν.
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος την εντάσσει στο θίασό του. Ο Χορν της εμπιστεύεται πρωταγωνιστικούς ρόλους. Και το 1962 έρχεται μια ακόμη ιστορική στιγμή. Ο Μάνος Χατζιδάκις την θέλει στην εμβληματική Οδό Ονείρων. Η παράσταση γράφει ιστορία, και η Μάρω Κοντού γίνεται ένα από τα πρόσωπα που συνδέονται ανεξίτηλα μαζί της. Το τραγούδι «Μαύρη Φορντ» ακούγεται παντού και το όνομά της αποκτά ακόμη μεγαλύτερη λάμψη. Αρχικά ήταν ορχηστρικό κομμάτι και είχε ακουστεί στην ταινία του 1960 Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος του Γιάννη Δαλιανίδη, όμως στη συνέχεια έγινε επιτυχία με τη φωνή της αγαπημένης Μάρως.
Η χρυσή εποχή της Φίνος Φιλμ
Αν το θέατρο της χαρίζει καλλιτεχνική αναγνώριση, ο κινηματογράφος την καθιερώνει ως σταρ. Η Μάρω Κοντού ανήκει στον στενό πυρήνα των πρωταγωνιστριών που καθορίζουν τη χρυσή εποχή της Φίνος Φιλμ. Μια εποχή που το ελληνικό σινεμά γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση. Μέσα από δεκάδες ταινίες γίνεται οικείο πρόσωπο σε κάθε ελληνικό σπίτι.
Το χαμόγελό της, η φινέτσα της, η κομψότητά της και η αίσθηση ανεξαρτησίας που αποπνέει, την κάνουν να ξεχωρίζει.
Δεν είναι η κλασική ντίβα. Δεν είναι η μοιραία γυναίκα. Δεν είναι η αθώα επαρχιωτοπούλα. Η Μάρω Κοντού δημιουργεί μια δική της κατηγορία. Είναι η μοντέρνα Ελληνίδα. Δυναμική, καλλιεργημένη, γοητευτική και αυθεντική.
Ανάμεσα στις πολλές συνεργασίες της, ξεχωρίζει μία. Εκείνη με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δυο τους συμπρωταγωνιστούν σε δεκατρείς ταινίες και γίνονται ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα όλων των εποχών. Το κοινό τούς λατρεύει. Η χημεία τους μοιάζει φυσική. Οι ατάκες τους περνούν στη λαϊκή κουλτούρα. Οι ταινίες τους προβάλλονται ξανά και ξανά μέχρι σήμερα. Και κάθε φορά μοιάζουν σαν να γυρίστηκαν χθες. Αυτή είναι η δύναμη της πραγματικής διαχρονικότητας.
Η Βουγιουκλάκη, η Χρονοπούλου και μια γενιά που έγινε θρύλος
Η Μάρω Κοντού ανήκει στη γενιά των μεγάλων κυριών του ελληνικού κινηματογράφου. Την εποχή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Τζένης Καρέζη, της Ζωής Λάσκαρη, της Μαίρης Χρονοπούλου και της Ρένας Βλαχοπούλου. Κι όμως καταφέρνει να διατηρήσει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα. Δεν αντιγράφει κανέναν. Δεν ανταγωνίζεται κανέναν. Χτίζει μια προσωπική διαδρομή βασισμένη στο ταλέντο, τη συνέπεια και την αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό και η πορεία της παραμένει μοναδική.
Οι άνδρες που σημάδεψαν τη ζωή της
Πίσω από τη λαμπερή καριέρα υπάρχει πάντοτε μια γυναίκα που ερωτεύεται βαθιά. Η Μάρω Κοντού παντρεύεται τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, έναν άνθρωπο που γνωρίζει όσο λίγοι τα μυστικά της μεγάλης οθόνης. Ο γάμος τους απασχολεί έντονα τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Αργότερα ακολουθεί ο γάμος της με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Ωστόσο η ίδια έχει παραδεχτεί ότι οι μεγαλύτερες ιστορίες αγάπης δεν χωρούν πάντα σε έναν γάμο. Με τη χαρακτηριστική ειλικρίνειά της μιλά συχνά για τους έρωτες που τη σημάδεψαν.
Και δεν διστάζει να αποκαλύψει ότι ο τελευταίος μεγάλος έρωτας της ζωής της ήρθε όταν ήταν ήδη 67 ετών – μια εξομολόγηση που αποδεικνύει ότι η καρδιά δεν υπακούει σε ηλικιακά όρια.
Η Μάρω Κοντού επιλέγει να μην αποκτήσει παιδιά. Σήμερα μια τέτοια απόφαση δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Τις δεκαετίες όμως που εκείνη βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας της θεωρείται σχεδόν αδιανόητη. Η ίδια δεν κρύβεται. Δεν απολογείται. Εξηγεί ότι το θέατρο απαιτούσε ολοκληρωτική αφοσίωση. Οι περιοδείες, οι πρόβες και οι παραστάσεις δεν άφηναν χώρο για μια άλλη ζωή. Είναι μια στάση που αποκαλύπτει το χαρακτήρα της. Πάντα προτιμούσε την αλήθεια από την κοινωνική αποδοχή.
Η πολιτική, η προσφορά και η λατρεία στη ζωγραφική
Σε αντίθεση με πολλούς καλλιτέχνες που μένουν αποκλειστικά στο χώρο τους, η Μάρω Κοντού αποφασίζει να συμμετάσχει ενεργά στα κοινά. Εκλέγεται δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων. Αναλαμβάνει την προεδρία του Αθήνα 9,84. Στη συνέχεια τοποθετείται στην προεδρία του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα». Παράλληλα υπηρετεί ως βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Πρόκειται για μια λιγότερο γνωστή αλλά ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της διαδρομής της.

Λίγοι γνωρίζουν επίσης ότι πίσω από την ηθοποιό κρύβεται και μια ζωγράφος. Η ζωγραφική αποτελεί για εκείνην τρόπο έκφρασης, καταφύγιο και εσωτερική ανάγκη. Έργα της παρουσιάζονται σε ατομικές εκθέσεις και αποσπούν θετικά σχόλια. Μάλιστα πίνακάς της φιλοξενείται στο Μουσείο Βορρέ. Είναι σαν να συνεχίζει το διάλογο με τον πατέρα που έχασε τόσο νωρίς, μέσα από μια τέχνη που εκείνος αγαπούσε βαθιά.

Η σχέση της με το χρόνο
Ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα στοιχεία της Μάρως Κοντού είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το πέρασμα του χρόνου. Ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει την ηλικία της. Ποτέ δεν επέτρεψε στον φόβο της φθοράς να καθορίσει τη ζωή της. Μιλά με ειλικρίνεια για τα χρόνια που περνούν. Για τις απώλειες φίλων και αγαπημένων προσώπων. Για τις αναμνήσεις που βαραίνουν αλλά και παρηγορούν.
Ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο αγαπητή. Γιατί το κοινό βλέπει σε εκείνη κάτι σπάνιο: Την αυθεντικότητα.
Παρά το πέρασμα των δεκαετιών, η Μάρω Κοντού δεν απομακρύνεται ποτέ πραγματικά από το κοινό. Επιστρέφει στον κινηματογράφο το 2012 με το Αν του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Αργότερα γνωρίζει μια νέα γενιά θεατών μέσα από τη συμμετοχή της στη «Γη της Ελιάς». Είναι εντυπωσιακό πως άνθρωποι που δεν έχουν δει ποτέ τις κλασικές ασπρόμαυρες ταινίες όπου πρωταγωνιστούσε, αναγνωρίζουν αμέσως την αξία και το εκτόπισμά της. Η παρουσία της αρκεί για να γεμίσει μια σκηνή άλλωστε.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η γυναίκα πίσω από το μύθο
Στα 92 της χρόνια, η Μάρω Κοντού παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από μια αγαπημένη ηθοποιός: Είναι μια ολόκληρη εποχή. Το κορίτσι που αρνήθηκε μια θέση στην τράπεζα για να κυνηγήσει το όνειρό του. Η νεαρή χορεύτρια που άκουσε τη συμβουλή του Δημήτρη Χορν και άλλαξε πορεία. Η πρωταγωνίστρια που σφράγισε τη χρυσή εποχή της Φίνος Φιλμ.
Η γυναίκα που ερωτεύτηκε, τόλμησε, αμφισβήτησε, και επέλεξε να ζήσει σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες. Η καλλιτέχνιδα που δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί.
Και σήμερα, καθώς αναρρώνει από την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας της, χιλιάδες άνθρωποι στέλνουν τις ευχές τους σε μια γυναίκα που συντρόφευσε τη ζωή τους μέσα από την τέχνη της. Γιατί η Μάρω Κοντού είναι μια από τις τελευταίες ζωντανές γέφυρες που συνδέουν το σήμερα με τη χρυσή εποχή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ένα πρόσωπο που κουβαλά μέσα του μνήμες, εικόνες, τραγούδια και ιστορίες ενός ολόκληρου αιώνα. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά της. Όχι ότι έγινε σταρ. Αλλά ότι κατάφερε, μέσα από τις δεκαετίες, να παραμείνει άνθρωπος. Με την ίδια λάμψη στα μάτια. Με την ίδια ευγένεια στην ψυχή. Με την ίδια ακατάβλητη δύναμη που την έκανε να πρωταγωνιστεί όχι μόνο στη σκηνή και στην οθόνη, αλλά και στην ίδια τη ζωή.
















