Προσωπικότητες σαν τη Μέριλιν Μονρό μοιάζουν να μην ανήκουν σε καμία εποχή. Να επιβιώνουν του χρόνου, της φθοράς, ακόμη και του ίδιου τους του θανάτου. Είναι από εκείνη την «πάστα» ανθρώπων που μετατράπηκαν σε σύμβολα πριν καν προλάβουν να ζήσουν πραγματικά τη ζωή τους.
Σήμερα συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση της γυναίκας που σημάδεψε όσο λίγες τη χρυσή εποχή του αμερικανικού κινηματογράφου.
Η φιγούρα της εξακολουθεί να κυριαρχεί στη συλλογική μνήμη: το λευκό φόρεμα που ανεμίζει πάνω από τη σχάρα του μετρό, το πλατινέ ξανθό μαλλί, τα κατακόκκινα χείλη, το βλέμμα που ακροβατούσε ανάμεσα στον αισθησιασμό και στη θλίψη.

Κι όμως, πίσω από την εικόνα της απόλυτης σταρ, υπήρχε πάντα ένα κορίτσι που φοβόταν τη μοναξιά. Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς σταθερό σπίτι, χωρίς πατέρα και χωρίς την αίσθηση ότι πραγματικά ανήκει κάπου.
Γεννήθηκε ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον την 1η Ιουνίου 1926 σε νοσοκομείο του Λος Άντζελες. Η μητέρα της, Γκλάντις Περλ Μπέικερ, εργαζόταν ως κόπτρια αρνητικού φιλμ σε κινηματογραφικά εργαστήρια και αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Ο πατέρας της δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επίσημα όσο εκείνη ζούσε. Μόλις το 2022, έπειτα από τεστ DNA, επιβεβαιώθηκε πως βιολογικός της πατέρας ήταν ο Τσαρλς Στάνλεϊ Γκίφορντ, συνεργάτης της μητέρας της με τον οποίο είχε δεσμό στα μέσα της δεκαετίας του ’20.
Τα παιδικά χρόνια της εγκατάλειψης
Η ζωή της μικρής Νόρμα Τζιν δεν είχε τίποτα από τη λάμψη που αργότερα θα την περιέβαλλε. Η μητέρα της αδυνατούσε να τη μεγαλώσει και η ίδια πέρασε από ανάδοχες οικογένειες, ορφανοτροφεία και προσωρινά σπίτια, αλλάζοντας διαρκώς περιβάλλον. Γι’ αυτό και η αίσθηση της εγκατάλειψης τη συνόδευσε σε όλη της τη ζωή.
Η ίδια είχε πει κάποτε πως δεν θυμόταν ούτε μία πραγματικά ευτυχισμένη περίοδο της παιδικής της ηλικίας.
Μέχρι τα 12 της χρόνια αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξη της ετεροθαλούς αδελφής της, Μπερνίς, την οποία γνώρισε λίγο πριν ενηλικιωθεί.
Οι βιογράφοι της αναφέρουν ότι η Νόρμα Τζιν υπήρξε ένα μοναχικό παιδί, εσωστρεφές και βαθιά ανασφαλές, που αναζητούσε απεγνωσμένα αγάπη και αποδοχή. Αυτή η διαρκής ανάγκη να αγαπηθεί θα καθόριζε αργότερα σχεδόν κάθε προσωπική της σχέση.
Ο γάμος στα 16 και η πρώτη απόδραση
Το 1942, σε ηλικία μόλις 16 ετών, βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο να επιστρέψει ξανά σε ίδρυμα. Για να το αποφύγει, παντρεύτηκε τον γείτονά της, Τζέιμς Ντόχερτι. Ήταν ένας γάμος περισσότερο ανάγκης παρά έρωτα.

Η Νόρμα εγκατέλειψε το σχολείο και προσπάθησε να ζήσει μια ήρεμη, συνηθισμένη ζωή ως νοικοκυρά. Όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε τα πάντα. Ο σύζυγός της κατατάχθηκε στο Ναυτικό και εκείνη άρχισε να εργάζεται σε εργοστάσιο κατασκευής drone και πολεμικού εξοπλισμού. Κάπου εκεί γεννήθηκε η Μέριλιν Μονρό.
Το 1944 ο στρατιωτικός φωτογράφος Ντέιβιντ Κόνοβερ την εντόπισε τυχαία στο εργοστάσιο, καθώς φωτογράφιζε γυναίκες που εργάζονταν για την πολεμική βιομηχανία. Η φωτογένειά της ήταν τόσο έντονη που σχεδόν αμέσως άρχισε να δουλεύει ως μοντέλο. Μέσα σε λίγους μήνες κοσμούσε εξώφυλλα περιοδικών και διαφημίσεις. Το κορίτσι που μέχρι χθες μεγάλωνε σε ορφανοτροφεία, ανακάλυπτε για πρώτη φορά ότι μπορούσε να μαγνητίζει τα βλέμματα. Το 1946 χώρισε από τον Ντόχερτι και υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο με τη 20th Century Fox. Την ίδια χρονιά άφησε πίσω της τη Νόρμα Τζιν και υιοθέτησε το όνομα Μέριλιν Μονρό.

Η γέννηση της μεγαλύτερης σταρ του Χόλιγουντ
Τα πρώτα χρόνια στο Χόλιγουντ δεν ήταν εύκολα. Η Μέριλιν ξεκίνησε ως μοντέλο και κομπάρσος, δίνοντας μάχη για μικρούς ρόλους. Οι παραγωγοί έβλεπαν σε εκείνη ένα εντυπωσιακό πρόσωπο, όχι όμως απαραίτητα μια ηθοποιό με βάθος. Εκείνη, ωστόσο, είχε τεράστια φιλοδοξία. Δούλευε ασταμάτητα πάνω στη φωνή, στην κίνηση και στις εκφράσεις της. Άλλαξε το φυσικό καστανό χρώμα των μαλλιών της σε πλατινέ ξανθό και διαμόρφωσε προσεκτικά τη δημόσια εικόνα της.
Οι πρώτες σημαντικές εμφανίσεις της ήρθαν το 1950 στις ταινίες Η ζούγκλα της ασφάλτου του Τζον Χιούστον και Όλα για την Εύα δίπλα στην Μπέτι Ντέιβις. Το κοινό άρχισε να προσέχει εκείνη τη νεαρή γυναίκα που ακόμη και με λίγα λεπτά παρουσίας έκλεβε την οθόνη. Την ίδια περίοδο ξέσπασε σκάνδαλο όταν αποκαλύφθηκε ότι παλαιότερα είχε ποζάρει γυμνή για ημερολόγιο, φωτογραφίες που αργότερα δημοσιεύθηκαν στο Playboy. Σε μια πιο συντηρητική εποχή, πολλοί πίστεψαν ότι η καριέρα της θα καταστρεφόταν. Συνέβη, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Η Αμερική γοητεύτηκε ακόμη περισσότερο από εκείνη.
Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές
Η δεκαετία του ’50 ανήκε ολοκληρωτικά στη Μέριλιν. Το 1953 πρωταγωνίστησε στην ταινία Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές μαζί με την Τζέιν Ράσελ και δημιούργησε μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου τραγουδώντας το «Diamonds Are a Girl’s Best Friend».
Η εικόνα της με το ροζ σατέν φόρεμα, τα μακριά γάντια και το διαπεραστικό βλέμμα έγινε παγκόσμιο σημείο αναφοράς της ποπ κουλτούρας.
Ακολούθησαν τεράστιες επιτυχίες όπως το Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο και το Επτά χρόνια φαγούρα, η ταινία που χάρισε στον κόσμο την πιο διάσημη κινηματογραφική σκηνή του 20ού αιώνα: το λευκό φόρεμα που σηκώνεται από τον αέρα του μετρό κάτω από τα πόδια της. Εκείνη η εικόνα έγινε σύμβολο του αμερικανικού κινηματογραφικού ονείρου.
Η Μέριλιν είχε πλέον μετατραπεί στη μεγαλύτερη σταρ της εποχής της. Για περισσότερο από μία δεκαετία ήταν από τις πιο εμπορικές ηθοποιούς του Χόλιγουντ και οι ταινίες της απέφεραν πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια, ποσό τεράστιο για την εποχή.
Η γυναίκα που διψούσε να την πάρουν στα σοβαρά
Πίσω, όμως, από τη λάμψη υπήρχε μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση. Η Μέριλιν Μονρό κουραζόταν να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως «ξανθιά σεξοβόμβα». Ήθελε να αποδείξει πως μπορούσε να ερμηνεύσει απαιτητικούς ρόλους και να αναγνωριστεί ως πραγματική ηθοποιός.
Γι’ αυτό μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και φοίτησε στο περίφημο Actors Studio, δίπλα στον Λι Στράνσμπεργκ. Μελετούσε λογοτεχνία, ποίηση και θέατρο, κρατούσε σημειώσεις, διάβαζε Ντοστογιέφσκι και Τσέχοφ, ενώ συχνά περνούσε ώρες συζητώντας για υποκριτική.
Πολλοί αιφνιδιάζονταν όταν ανακάλυπταν ότι πίσω από τη δημόσια εικόνα υπήρχε μια γυναίκα ευφυής, καλλιεργημένη και ιδιαίτερα ευαίσθητη.
Το 1956 πρωταγωνίστησε στη Στάση του Λεωφορείου, ρόλος που της χάρισε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε ο θρίαμβος με το Μερικοί το προτιμούν καυτό δίπλα στον Τζακ Λέμον και τον Τόνι Κέρτις.
Η ερμηνεία της θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες κωμικές παρουσίες στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά. Κι όμως, ποτέ δεν προτάθηκε για Όσκαρ. Πολλοί κριτικοί θεωρούν μέχρι σήμερα ότι υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς που αδικήθηκαν από την Ακαδημία.
Ο θυελλώδης γάμος με τον Τζο ντι Μάτζιο
Το 1954 παντρεύτηκε τον θρύλο του μπέιζμπολ Τζο ντι Μάτζιο. Ήταν ίσως το πιο διάσημο ζευγάρι της Αμερικής εκείνη την εποχή. Ο Ντι Μάτζιο τη λάτρευε, αλλά δυσκολευόταν να διαχειριστεί τη δημόσια εικόνα της. Η δημοσιότητα, οι φωτογράφοι και κυρίως η εικόνα της γυναίκας που προκαλούσε παγκόσμιο θαυμασμό, τον βασάνιζαν. Η περίφημη σκηνή με το λευκό φόρεμα στο «Επτά Χρόνια Φαγούρα» φαίνεται πως στάθηκε καθοριστική. Οι καβγάδες τους έγιναν έντονοι και ο γάμος κατέρρευσε μέσα σε μόλις εννέα μήνες. Ωστόσο, ο Τζο ντι Μάτζιο δεν έπαψε ποτέ να τη νοιάζεται. Μετά τον θάνατό της έστελνε τριαντάφυλλα στον τάφο της τρεις φορές την εβδομάδα για σχεδόν είκοσι χρόνια.

Ο Άρθουρ Μίλερ και το όνειρο μιας διαφορετικής ζωής
Το 1956 παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ. Η σχέση τους έμοιαζε με προσπάθεια φυγής από τη χολιγουντιανή εικόνα που την καταδίωκε. Κοντά στον Μίλερ πίστεψε ότι θα μπορούσε να ζήσει πιο ήρεμα, να γίνει μητέρα και να αποκτήσει τη σταθερότητα που ποτέ δεν είχε. Όμως η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια.
Οι αλλεπάλληλες αποβολές την συνέτριψαν ψυχολογικά. Η εξάρτησή της από τα χάπια γινόταν όλο και πιο έντονη, ενώ οι κρίσεις άγχους και αϋπνίας πολλαπλασιάζονταν. Το 1960 πρωταγωνίστησε στην ταινία Οι Αταίριαστοι, σε σενάριο γραμμένο από τον ίδιο τον Μίλερ ειδικά για εκείνη. Η ταινία αποδείχθηκε σχεδόν προφητική. Ο ίδιος είχε πει: «Πρόκειται για την αδυναμία των ανθρώπων να δημιουργήσουν σταθερές και ασφαλείς σχέσεις. Πρόκειται για την τραγωδία του χωρισμού». Όταν η ταινία προβλήθηκε, ο γάμος τους είχε ήδη διαλυθεί.
Οι Κένεντι και οι θεωρίες που δεν έσβησαν ποτέ
Το όνομά της συνδέθηκε όσο κανενός άλλου σταρ με την πολιτική εξουσία της εποχής. Η σχέση της με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζον Κένεντι υπήρξε αντικείμενο αμέτρητων συζητήσεων, δημοσιευμάτων και θεωριών. Η αισθησιακή εμφάνισή της στο Madison Square Garden στις 19 Μαΐου 1962, όταν τραγούδησε το «Happy Birthday, Mr. President» φορώντας το θρυλικό διάφανο φόρεμα με τα κρύσταλλα, πέρασε στην ιστορία.
Η σκηνή έμοιαζε σχεδόν κινηματογραφική. Ολόκληρη η Αμερική μιλούσε γι’ αυτήν.
Οι φήμες ότι διατηρούσε σχέση και με τον Ρόμπερτ Κένεντι φούντωσαν ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατό της, δημιουργώντας έναν τεράστιο κύκλο θεωριών συνωμοσίας που παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα.
Η κατάρρευση
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η ψυχική της κατάσταση είχε επιβαρυνθεί δραματικά. Υπέφερε από αϋπνίες, κατάθλιψη και εξάρτηση από βαρβιτουρικά. Συχνά έφτανε αργά στα γυρίσματα, ξεχνούσε ατάκες και δυσκολευόταν να λειτουργήσει. Το 1961 εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική, εμπειρία που τη διέλυσε συναισθηματικά.
Το 1962 η 20th Century Fox την απέλυσε από την ταινία Κάτι πρέπει να δώσεις, λόγω καθυστερήσεων και απουσιών. Η αποζημίωσή της έφτασε τα 200.000 δολάρια, όμως εκείνη βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στη μοναξιά. Στους τελευταίους μήνες της ζωής της περνούσε ατελείωτες ώρες μόνη στο σπίτι της στο Μπρέντγουντ, μιλώντας συχνά στο τηλέφωνο μέχρι τα ξημερώματα, παλεύοντας με φόβους, αϋπνίες και εσωτερικά σκοτάδια.
Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1962 η Μέριλιν Μονρό άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία μόλις 36 ετών.
Βρέθηκε νεκρή λίγες ώρες αργότερα από την οικονόμο της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, κρατώντας το ακουστικό του τηλεφώνου. Δίπλα της υπήρχε άδειο φιαλίδιο υπνωτικών χαπιών. Η ιατροδικαστική έκθεση κατέληξε σε θάνατο από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών και χαρακτήρισε την υπόθεση «πιθανή αυτοκτονία».

Όμως το μυστήριο δεν έσβησε ποτέ. Οι θεωρίες για δολοφονία, πολιτικές παρεμβάσεις και συγκάλυψη συνεχίζουν μέχρι σήμερα να τροφοδοτούν βιβλία, ντοκιμαντέρ και έρευνες. Ο Τζο Ντι Μάτζιο κατηγόρησε ανοιχτά το Χόλιγουντ και τους Κένεντι, ενώ ο Άρθουρ Μίλερ δήλωνε πως δεν πίστεψε ποτέ ότι αυτοκτόνησε. Λίγο πριν από το τέλος της, η ίδια είχε πει: «Θα ήταν μια ανακούφιση εάν τελείωνε. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε έναν αγώνα δρόμου, να φτάνεις κάπου κι έπειτα να ξαναρχίζεις από την αρχή».
Έναν αιώνα μετά
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, η Μέριλιν Μονρό παραμένει παρούσα παντού. Στη μόδα, στη μουσική, στη φωτογραφία, στον κινηματογράφο, στην τέχνη. Από τους πίνακες του Άντι Γουόρχολ μέχρι τις σύγχρονες καμπάνιες μόδας, το πρόσωπό της εξακολουθεί να λειτουργεί σαν παγκόσμιο σύμβολο επιθυμίας αλλά και εύθραυστης ομορφιάς μαζί. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει στην έκτη θέση ανάμεσα στις μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών.
Ίσως γιατί η ιστορία της αγγίζει κάτι βαθύτερο από τη διασημότητα.
Η Μέριλιν Μονρό υπήρξε το κορίτσι που έψαχνε διαρκώς αγάπη μέσα σε έναν κόσμο που τη λάτρευε ως εικόνα αλλά δυσκολευόταν να δει τον άνθρωπο πίσω από αυτήν. Και κάπως έτσι, η Νόρμα Τζιν από τα ορφανοτροφεία του Λος Άντζελες κατέληξε να γίνει το πιο φωτεινό και πιο μελαγχολικό πρόσωπο του αμερικανικού ονείρου.
















