Η Δέσμενα (ή Δέσμαινα), γνωστή σήμερα ως Söğüteli Köyü, ήταν ελληνικός οικισμός στην περιφέρεια Χαλδίας στον Πόντο όπου κάποτε ζούσαν εκατοντάδες Έλληνες. Το πνιγμένο στο πράσινο χωριό, την άνοιξη και το καλοκαίρι, βρίσκεται στα ορεινά της περιφέρειας Κιουρτούν, στο νομό της Αργυρούπολης, πολύ κοντά στα σύνορα με τον νομό Κερασούντας, σε υψόμετρο που ξεπερνά τα 2.300 μέτρα. Λόγω του μεγάλου υψομέτρου, τις ώρες του ηλιοβασιλέματος, όταν ο ουρανός βάφεται κόκκινος και η γραμμή του ορίζοντα ενώνεται με τα βουνά, μπορεί κανείς να απολαύσει απίστευτες εικόνες γύρω από το οροπέδιο Kazıkbeli, γνωστό παρχάρι της περιοχής.
Πριν από την Ανταλλαγή πληθυσμών, η Δέσμενα ήταν αμιγώς ελληνικό χωριό, ο πληθυσμός του οποίου έφτανε τους 700 κατοίκους ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι ζουν εκεί 170 άνθρωποι.
Η κοινότητα διέθετε τετρατάξιο δημοτικό σχολείο και οι κάτοικοι εκκλησιάζονταν στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο οικισμός διαδραμάτιζε διοικητικό και θρησκευτικό ρόλο στην ευρύτερη περιφέρεια, καθώς κατά καιρούς διατελούσε έδρα του εξάρχου της μητροπόλεως Χαλδίας.

Κατά τη διάρκεια των οθωμανικών χρόνων, η δημογραφική και θρησκευτική σύνθεση της περιοχής αλλοιώθηκε όταν στο χωριό εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι.
Οι νέοι έποικοι κατέλαβαν τον ιστορικό χριστιανικό ναό της Αγίας Σοφίας που υπήρχε στον οικισμό και τον μετέτρεψαν σε ισλαμικό τέμενος.

Στη σύγχρονη τουρκική ειδησεογραφία και τοπική βιβλιογραφία, στην περιοχή της Δέσμενας και των γύρω μαχαλάδων μνημονεύονται τόσο ένα τζαμί, μάλλον ο ναός της Αγίας Σοφίας, όσο και τα ερείπια παλαιών χριστιανικών ναών.
Τα ερείπια λέγεται ότι ανήκουν σε ναό της Παναγίας που βρίσκεται στη συνοικία Yaylalı (Orta Mahalle) της Δέσμενας.


Οι συνθήκες αυτές οδήγησαν σε σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμών. Το 1740 καταγράφεται ένα από τα πλέον καθοριστικά κύματα εσωτερικής μετανάστευσης. Κάτοικοι από τη Δέσμενα, μαζί με οικογένειες από ακόμα πέντε χωριά της περιφέρειας του Κιουρτούν, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μετακινηθούν προς τα ορεινά της Πουλαντζάκης και των Κοτυώρων.
Εκεί, κοντά στο οροπέδιο Τσάμπασι, έχτισαν το χωριό Σεμέν. Το Σεμέν εξελίχθηκε στη συνέχεια σε κεντρικό πυρήνα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης συστάδας δέκα ελληνικών οικισμών στον νομό Κοτυώρων.
Οι Δεσμενέτ’ διακρίθηκαν για τη δυναμική τους παρουσία και την κοινωνική τους δραστηριότητα. Εκτός από την ίδρυση του Σεμέν, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση και οργάνωση του ελληνισμού της περιοχής. Συγκεκριμένα, συμμετείχαν ενεργά στην ίδρυση της ελληνικής κοινότητας στην πόλη των Κοτυώρων, καθώς και στη δημιουργία των ελληνικών κοινοτήτων στο Απές, τη Φάτσα και το Κιρίκ.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης για την υποχρεωτική Ανταλλαγή πληθυσμών, οι εναπομείναντες Έλληνες κάτοικοι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Αρκετές οικογένειες προσφύγων από τη Δέσμενα μετακινήθηκαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Γερακαριό του νομού Κιλκίς, μεταφέροντας τις παραδόσεις και τα έθιμα της γενέτειράς τους στην μητέρα πατρίδα.

















