Νοέμβριος 1932: Ξεσπά ο Μεγάλος Λιμός της Ουκρανίας. Εκατομμύρια αγρότες έμελλε να πεθάνουν από την πείνα κατά τους επόμενους μήνες, από αυτό που ο ιστορικός του Yale Τίμοθι Σνάιντερ (Timothy Snyder) έχει χαρακτηρίσει «σαφώς προμελετημένη μαζική δολοφονία».
Οι Ουκρανοί τον ονομάζουν Χολοντομόρ, από τις λέξεις «holod» (πείνα) και «mor» (όλεθρος, εξόντωση).
Η σταλινικής έμπνευσης τραγωδία κορυφώθηκε στα τέλη της άνοιξης του 1933. Ήταν μέρος ενός ευρύτερου λιμού (1931-1934) που προκάλεσε επίσης μαζική πείνα σε σιτοπαραγωγές περιοχές της Σοβιετικής Ρωσίας και του Σοβιετικού Καζακστάν. Ωστόσο, στην Ουκρανία τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα, εξαιτίας μιας σειράς πολιτικών αποφάσεων που στόχευαν αποκλειστικά να πλήξουν την ουκρανική ταυτότητα.
Η ιστορία πίσω από το δράμα
Μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων, το 1917, η Ουκρανία για μικρό χρονικό διάστημα αποτέλεσε ελεύθερο κράτος. Ο Κόκκινος Στρατός λίγο αργότερα εισέβαλε στη χώρα και την προσάρτησε στη Σοβιετική Ένωση. Ακόμη και τότε, ο Λένιν και αργότερα ο Στάλιν ήταν επιφυλακτικοί με τον ουκρανικό λαό. Θεωρούσαν τους Ουκρανούς απίστευτα αλαζόνες, και οι αγρότες ήταν ανένδοτοι να συνεργαστούν στο πενταετές σχέδιο του Στάλιν για την εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης.

Για να το πετύχει, ο Σοβιετικός ηγέτης ακολούθησε την πολιτική της κολεκτιβοποίησης της γεωργίας. Διέταξε να κατασχεθούν όλα τα σιτηρά προϊόντα από τους αγρούς και τις αποθήκες και στη συνέχεια όλα τα μη σιτηρά προϊόντα και τα ζώα. Οι εύποροι αγρότες έπρεπε να παραδώσουν την καλλιεργήσιμη γη τους και να εργαστούν σε μεγαλύτερες συλλογικές γεωργικές εκτάσεις.
Η κολεκτιβοποίηση οδήγησε σε πτώση της παραγωγής, αποδιοργάνωση της αγροτικής οικονομίας και σε πρωτοφανείς ελλείψεις τροφίμων. Πυροδότησε επίσης μια σειρά αγροτικών εξεγέρσεων, συμπεριλαμβανομένων των ένοπλων εξεγέρσεων σε ορισμένες περιοχές της Ουκρανίας.

Η αναταραχή και οι εξεγέρσεις ανησύχησαν τον Στάλιν, επειδή εκτυλίσσονταν σε επαρχίες που μια δεκαετία νωρίτερα είχαν πολεμήσει ενάντια στον Κόκκινο Στρατό στη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου. Τον ανησύχησε επίσης η αντίσταση στην κρατική αγροτική πολιτική μέσα στις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας. «Αν δεν κάνουμε τώρα προσπάθεια να βελτιώσουμε την κατάσταση στην Ουκρανία», έγραψε στον σύντροφο και πιστό οπαδό του Λάζαρ Καγκάνοβιτς τον Αύγουστο του 1932· «μπορεί να την χάσουμε».
Εκείνο το φθινόπωρο το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΣΕ πήρε μια σειρά αποφάσεις που διεύρυναν και βάθυναν το λιμό στην ουκρανική ύπαιθρο.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1932 εφαρμόστηκε ο νόμος του Στάλιν «για τα 5 καλαμπόκια» (Law of Five Ears of Grain), όπως είναι διεθνώς γνωστός. Όσοι έπαιρναν έστω και μια χούφτα καλαμπόκι, τιμωρούνταν με θάνατο. Με το νόμο αυτόν εκτελέστηκαν 6.000 άτομα, και εκατοντάδες φυλακίστηκαν.
Χωριά και ολόκληρες πόλεις στην Ουκρανία μπήκαν σε μαύρες λίστες και δεν επιτρεπόταν να λαμβάνουν τρόφιμα, ενώ απαγορεύτηκε στους αγρότες να εγκαταλείπουν το ουκρανικό έδαφος προς αναζήτηση τροφής. Παρά την αυξανόμενη πείνα, τα αιτήματα για αποστολή τροφίμων στις λιμοκτονούσες περιοχές δεν ικανοποιούνταν στην ολότητά τους.

Η κρίση έφτασε στο αποκορύφωμά της το χειμώνα του 1932, όταν οργανωμένες ομάδες ένστολων λεηλάτησαν τα σπίτια των αγροτών και πήραν ό,τι φαγώσιμο υπήρχε – από σοδειές και προσωπικές προμήθειες μέχρι τα οικόσιτα ζώα. Οπλισμένοι σοβιετικοί στρατιώτες φρουρούσαν τις αποθήκες, γεμάτες με σιτηρά, τις οποίες απελπισμένοι άνθρωποι ήθελαν να κλέψουν.
Οι άντρες έγιναν κλέφτες και οι γυναίκες στράφηκαν στην πορνεία.
Η πείνα και ο φόβος οδήγησαν σε αποτρόπαιες ενέργειες. Η ασιτία ήταν τόσο δραματική που πέθαινε ο κόσμος στους δρόμους και κανένας δεν έδινε σημασία – ήταν καθημερινό φαινόμενο. Εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από την πείνα μέσα σε ένα χρόνο και άλλοι τόσοι από ασθένειες που προσέβαλλαν το αποδυναμωμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ακραία φαινόμενα κανιβαλισμού – Χιλιάδες καταδίκες
Η ασιτία όμως έβγαλε τα πιο ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα. Οι Ουκρανοί στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου, ακόμη και μεταξύ των μελών των οικογενειών τους. Ένας πατέρας δεν άντεξε το κλάμα των τριών παιδιών του που ζητούσαν επίμονα φαΐ και τα σκότωσε, σπάζοντας τα κεφάλια τους στον τοίχο. Παρόμοια ενέργεια έκανε ακόμη ένας τρελαμένος πατέρας ο οποίος έβαλε φωτιά το σπίτι και έπνιξε τα παιδιά του.
Σε ένα χωριό, η αστυνομία συνέλαβε έναν άντρα ο οποίος τρελάθηκε μετά το θάνατο της γυναίκας του. Ένας γείτονας τον ρώτησε πώς κατάφερε να φαίνεται λιγότερο υποσιτισμένος από τους υπόλοιπους. Η απάντηση του χωρικού ήταν:
«Έφαγα τα παιδιά μου, και αν τολμήσεις να πεις τίποτα, θα φάω κι εσένα».
Μια επιζήσασα του λιμού, η Νίνα Πόποβιτς, περιέγραψε τα γεγονότα:
Ήταν τρομακτικά χρόνια. Οι μητέρες έκοβαν κομμάτια τα παιδιά τους, τα έριχναν σε κατσαρόλες να τα μαγειρέψουν και τα έτρωγαν. Η μητέρα μου πήγε σε ένα χωράφι, όπου υπήρχαν μερικά άλογα και έφερε πίσω το κεφάλι ενός αλόγου – άλλες πέντε γυναίκες έπεσαν πάνω του και άρχισαν να το δαγκώνουν. Ήταν φριχτό!
Οι άνθρωποι πέθαιναν στο δρόμο, κι αν τους τρυπούσες, το αίμα τους ήταν σαν νερό.
Θυμάμαι τα πάντα στο χωριό, όπως για παράδειγμα τη στιγμή που έβγαλαν τους σταυρούς από τις εκκλησίες. Δύο μέλη της Κομσομόλ [Κομμουνιστικής Νεολαίας] έβγαλαν τους σταυρούς, τους έθαψαν δύο μέτρα κάτω από το έδαφος. Ηλικιωμένες γυναίκες πήγαιναν και φιλούσαν αυτό το κομμάτι γης. Μετά, γέμισαν την ξύλινη εκκλησία με άχυρα. Τη νύχτα, ποντίκια μπήκαν από τους τοίχους, αφήνοντας τρύπες, από τις οποίες οι γυναίκες γέμιζαν τους κουβάδες τους με άχυρο. Η Κομσομόλ πήρε τα άχυρα από την εκκλησία και μετά από αυτό ήταν άδεια.

Πέθαναν τόσοι άνθρωποι στο χωριό, που αναγκάστηκαν να σταματήσουν να βάζουν σταυρούς στο νεκροταφείο. Το χειμώνα μια ηλικιωμένη πήρε έναν σταυρό από το νεκροταφείο για τον χρησιμοποιήσει για προσάναμμα στο σπίτι της, για να μην παγώσουν τα παιδιά της.
Τα κρούσματα κανιβαλισμού γρήγορα εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα, και η σοβιετική κυβέρνηση τοποθέτησε πινακίδες υπενθυμίζοντας στους υποσιτισμένους κατοίκους ότι το να τρως τα ίδια σου τα παιδιά είναι βάρβαρη πράξη. Συνολικά συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν 2.500 άνθρωποι που είχαν στραφεί στον κανιβαλισμό.
Μεταξύ 1931 και 1934 τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Σοβιετική Ένωση, εξαιτίας του λιμού και των πολιτικών επιλογών του Στάλιν.
Από αυτούς τα 3,9 εκατομμύρια ήταν Ουκρανοί, σύμφωνα με μελέτη που διεξήχθη από ομάδα Ουκρανών δημογράφων. Τα αστυνομικά αρχεία βρίθουν περιγραφών για περιπτώσεις κανιβαλισμού, κλοπών, λιντσαρίσματος και άλλων ανόμων πράξεων.
Μαζικοί τάφοι σκάφτηκαν σε όλη την ύπαιθρο για να ταφούν τα εκατομμύρια των θυμάτων. Η πείνα επηρέασε επίσης τον αστικό πληθυσμό, αν και πολλοί ήταν σε θέση να επιβιώσουν χάρη στα δελτία τροφίμων. Ωστόσο, τα πτώματα ήταν σε κοινή θέα στους δρόμους των μεγαλυτέρων πόλεων της Ουκρανίας.

Η επίσημη πολιτική της ουκρανοποίησης, η οποία είχε ενθαρρύνει τη χρήση της ουκρανικής γλώσσας, ουσιαστικά σταμάτησε.
Επιπλέον, όσοι συνδέονταν με τη βραχύβια Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας που είχε ανακηρυχθεί τον Ιούνιο του 1917 στον απόηχο της Φεβρουαριανής Επανάστασης του ίδιου χρόνου –αλλά διαλύθηκε μετά την κατάκτηση του ουκρανικού εδάφους από τους Μπολσεβίκους– υποβλήθηκαν σε βίαια αντίποινα.

Όλοι όσοι στοχοποιήθηκαν κινδύνευαν να φυλακιστούν, να σταλούν στα γκουλάγκ ή να εκτελεστούν. Ένα από τα υψηλόβαθμα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας, ο Μίκολα Σκρίπνικ, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να συρθεί στις δίκες-παρωδία του Στάλιν.
Και μετά σιωπή…
Οι Σοβιετικοί γραφειοκράτες αποσιωπούσαν σκόπιμα τα νέα του λιμού, και στελέχη του ΚΚΣΕ δεν τον ανέφεραν δημόσια. Οι Δυτικοί δημοσιογράφοι με έδρα τη Μόσχα έλαβαν οδηγίες να μην γράφουν γι’ αυτόν.
Ο ίδιος ο Στάλιν έφτασε στο σημείο να εξαφανίσει τα αποτελέσματα μιας απογραφής που έγινε το 1937. Οι επικεφαλής αυτής της απογραφής συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν, επειδή τα στοιχεία αποκάλυπταν τον αποδεκατισμό του πληθυσμού της Ουκρανίας.
Αν και ο λιμός συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Ουκρανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε ξανά ταμπού κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων. Η πρώτη δημόσια αναφορά στη Σοβιετική Ένωση για το λιμό έγινε το 1986 από τον Ουκρανό ποιητή Ιβάν Ντρατς, στον απόηχο της καταστροφής του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ, αναφέροντάς τον ως παράδειγμα για το πόσο επιζήμια μπορεί να είναι η επίσημη σιωπή.

Λόγων των εκατομμυρίων θυμάτων και της σιωπής του Κρεμλίνου για περισσότερο από μισό αιώνα, ο λιμός παίζει μεγάλο ρόλο στη συλλογική μνήμη της Ουκρανίας – ιδιαίτερα μετά την ανεξαρτησία της το 1991. Μνημεία για τον εορτασμό του Χολοντομόρ έχουν στηθεί από την ουκρανική κυβέρνηση, καθώς και από την ουκρανική διασπορά.
Η Ημέρα Μνήμης του Χολοντομόρ τιμάται κάθε χρόνο το τελευταίο Σάββατο του Νοεμβρίου.
Το 2022 το Ευρωκοινοβούλιο αναγνώρισε σχεδόν ομόφωνα τον Χολοντομόρ ως γενοκτονία.
Ο φωτογράφος της τραγωδίας
Τις μακάβριες εικόνες εκείνου του χειμώνα έφερε κρυφά στη δημοσιότητα ο Αυστριακός Αλεξάντερ Βίνερμπεργκερ, ο οποίος με μια μηχανή Leica II κατέγραψε κρυφά περίπου 100 φωτογραφίες στους δρόμους του Χάρκοβο, απεικονίζοντας θύματα της πείνας, πεθαμένα παιδιά, μαζικούς τάφους και ενδεή άτομα.
Κατάφερε να βγάλει τα αρνητικά από τη Σοβιετική Ένωση κρυφά, στέλνοντάς τα μέσω διπλωματικής αλληλογραφίας στην Αυστρία το 1934.
Για πολλά χρονια οι φωτογραφίες του δημοσιεύονταν χωρίς αναγραφή του ονόματός του, κυρίως για την προστασία του από το σοβιετικό καθεστώς.
Στο βίντεο που ακολουθεί, η δισέγγονή του μιλά για τα γεγονότα, αλλά και για τη δράση του προπάππου της:

















