Στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», όπου λειτουργούσε το Γενικό Στρατηγείο, ο Ιωάννης Μεταξάς ενημέρωνε εμπιστευτικά τους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων. Ήταν 30 Οκτωβρίου 1940. Δύο ημέρες νωρίτερα είχε απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο και η Ελλάδα βρισκόταν πλέον σε πόλεμο.

Κάποια στιγμή ρώτησε αν ανάμεσα στους παρισταμένους υπήρχε ακόμη κάποιος αδιάλλακτος αντιβενιζελικός. Ένας δημοσιογράφος απάντησε καταφατικά. Τότε ο Μεταξάς εξήγησε ότι η πολιτική που ακολουθούσε μετά την ιταλική επίθεση ήταν:
«η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου».
Η αναφορά βρίσκεται στη σελίδα 361 της έντυπης έκδοσης των Λόγων και Σκέψεών του. Ο παλιός αντίπαλος του Βενιζέλου επικαλούνταν τώρα το όνομά του για να εξηγήσει μια κρίσιμη επιλογή: τη σύνδεση της ελληνικής τύχης με τη Βρετανία.
Η σύγκρουση που είχε χωρίσει την Ελλάδα
Για να γίνει αντιληπτό το βάρος αυτής της αναφοράς, χρειάζεται μια επιστροφή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1915 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριζε τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ, επιδιώκοντας να συνδέσει τις ελληνικές διεκδικήσεις με την επικράτηση της Βρετανίας, της Γαλλίας και των συμμάχων τους.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στην ουδετερότητα, ενώ ο Μεταξάς, προσηλωμένος στην εκτίμηση της γερμανικής στρατιωτικής υπεροχής, βρισκόταν απέναντι στη βενιζελική επιλογή. Η αντιπαράθεση εξελίχθηκε στον Εθνικό Διχασμό, με δύο κυβερνήσεις και δύο αντίθετους διεθνείς προσανατολισμούς.
Το 1917, μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, η χώρα μπήκε ενωμένη στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Στη διαδρομή αυτής της σύγκρουσης εντάσσονταν και οι διαφωνίες για τη Μικρά Ασία. Ο Μεταξάς είχε εκφράσει σοβαρές στρατιωτικές επιφυλάξεις και το 1921 αρνήθηκε να αναλάβει την αρχιστρατηγία εκεί.
Έτσι, η επίκληση του Βενιζέλου το 1940 αφορούσε συγκεκριμένα τη συμπόρευση με τη μεγάλη θαλάσσια δύναμη της Μεσογείου. Δεν αποτελούσε συνολική αναθεώρηση της μεταξύ τους αντιπαράθεσης.
Η γεωγραφία πίσω από τη βρετανική επιλογή
Το φαινομενικό παράδοξο είναι γνωστό: Πώς ένας δικτάτορας με γερμανική στρατιωτική παιδεία και ένα καθεστώς που δανειζόταν φασιστικά πρότυπα κατέληξε να πολεμά την Ιταλία του Μουσολίνι;
Στην εξωτερική πολιτική του Μεταξά βάραιναν η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η βρετανική ναυτική ισχύς και η ανάγκη προστασίας απέναντι στις απειλές της εποχής. Για μια χώρα με εκτεταμένες ακτές, νησιά και θαλάσσιες επικοινωνίες, η στάση του Λονδίνου αποτελούσε βασικό παράγοντα ασφάλειας.
Σημαντικός ήταν και ο ρόλος του Γεωργίου Β’. Ο βασιλιάς διατηρούσε στενή σύνδεση με τη Βρετανία, ενώ η βρετανική υποστήριξη προς το καθεστώς ενίσχυε τον προσανατολισμό της Αθήνας.
Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρούσε ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με τη ναζιστική Γερμανία. Οι οικονομικές σχέσεις και οι ιδεολογικές συγγένειες συνυπήρχαν με μια διαφορετική στρατηγική επιλογή. Η βρετανική κοινοβουλευτική δημοκρατία στήριζε μια ελληνική δικτατορία, η οποία αναζητούσε στο Λονδίνο προστασία απέναντι σε μια άλλη δικτατορία.
Η συμμαχία που είχε ζητήσει από το 1938
Η προσέγγιση με τη Βρετανία είχε προηγηθεί της ιταλικής εισβολής. Όπως τεκμηριώνει ο ιστορικός Ιωάννης Κολιόπουλος, ήδη από το 1936 ο Μεταξάς διαβεβαίωνε τη βρετανική κυβέρνηση ότι η Ελλάδα θα ακολουθούσε τη βρετανική κατεύθυνση στις μεσογειακές υποθέσεις.
Στις 3 Οκτωβρίου 1938, μιλώντας στον Βρετανό πρεσβευτή Σίντνεϊ Ουότερλοου, προχώρησε περισσότερο: ζήτησε συμμαχία με τη Βρετανία. Το επιχείρημά του ήταν συγκεκριμένο. Σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, τα ελληνικά νησιά και λιμάνια θα ήταν αναγκαία για τον βρετανικό στόλο και την αεροπορία. Μια συμφωνία θα επέτρεπε να οργανωθεί εγκαίρως η αμυντική συνεργασία.
Το Λονδίνο απέρριψε την πρόταση. Η Ελλάδα θεωρούνταν στρατηγικά χρήσιμη, αλλά η βρετανική πλευρά εκτιμούσε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει τις επιδιωκόμενες διευκολύνσεις χωρίς να αναλάβει τις υποχρεώσεις μιας συμμαχίας.
Εδώ βρισκόταν και μια ουσιαστική ασυμμετρία: η Αθήνα προσδοκούσε προστασία, ενώ το Λονδίνο υπολόγιζε τη χρησιμότητα της ελληνικής θέσης με βάση τις δικές του στρατιωτικές δυνατότητες και προτεραιότητες. Η βρετανική επιλογή του Μεταξά ήταν σαφής· η έκταση της βοήθειας που μπορούσε να εξασφαλίσει παρέμενε διαφορετικό ζήτημα.
Η Ιταλία φτάνει στα ελληνικά σύνορα
Τον Απρίλιο του 1939 η ιταλική εισβολή στην Αλβανία άλλαξε τα δεδομένα. Η στρατιωτική παρουσία της Ρώμης έφτανε πλέον δίπλα στην Ελλάδα, εντείνοντας την ανησυχία για τις προθέσεις του Μουσολίνι.
Στις 13 Απριλίου 1939, ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν ανακοίνωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι, εάν απειλούνταν σαφώς η ελληνική ανεξαρτησία και η ελληνική κυβέρνηση έκρινε αναγκαίο να αντισταθεί με τις εθνικές της δυνάμεις, η Βρετανία θα της παρείχε όση υποστήριξη μπορούσε. Αντίστοιχη δήλωση έκανε και η Γαλλία.
Η ασφάλεια της Ελλάδας είχε πλέον ενταχθεί δημόσια στους βρετανικούς υπολογισμούς για τη διατήρηση των ισορροπιών στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.
Τι σήμαινε η επίκληση του Βενιζέλου
Στην ενημέρωση της 30ής Οκτωβρίου, ο Μεταξάς παρουσίαζε και τους κινδύνους της αντίθετης επιλογής. Κατά τη δική του εκτίμηση, η προσχώρηση στον Άξονα θα μπορούσε να φέρει εδαφικές απώλειες, βρετανική επέμβαση στα νησιά και νέα διάσπαση της χώρας.
Η ομιλία ήταν ταυτόχρονα μια αιτιολόγηση της δικής του πολιτικής προς έναν Τύπο που βρισκόταν υπό λογοκρισία.
Στο εσωτερικό άλλωστε, παρέμενε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, με κατάργηση των κοινοβουλευτικών ελευθεριών, διώξεις και εξορίες πολιτικών αντιπάλων. Η συνεργασία με τη Βρετανία δεν άλλαζε το χαρακτήρα του καθεστώτος.

Εντούτοις, η αναφορά στον Βενιζέλο αποκαλύπτει μια ουσιαστική μετατόπιση. Ο Μεταξάς του Εθνικού Διχασμού είχε αντιταχθεί στη σύνδεση της Ελλάδας με την Αντάντ. Ο Μεταξάς του 1940 είχε επιλέξει τη Βρετανία, αναγνωρίζοντας το βάρος της στη Μεσόγειο και τους περιορισμούς της ελληνικής θέσης.
Βλέπουμε δηλαδή ότι πίσω από την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου υπήρχε μια πορεία ετών, μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο ευρωπαϊκό συσχετισμό. Και για να την εξηγήσει στους δημοσιογράφους, ο παλιός αντιβενιζελικός κατέφυγε στο όνομα του μεγάλου αντιπάλου του.

















