Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ς’. »Να σας πιστέψω πώς μπορώ, ακούγοντας τα λόγια σας; Aβάσιμα μου φαίνονται.
»Αν είχε έρθει ο Λυτρωτής, θα γύρευε άμεσα να δει, αμέσως θα καλούσε, κείνον που Τον υπηρετεί.
»Αν πράγματι ξημέρωσε, αν έχει λάμψει η ημέρα, στην ώρα του θα βλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει ‒ παράκαιρα δεν γίνεται η αυγούλα να φωτίσει.
»Αν όντως είχε εμφανιστεί τριγύρω ο Ποιμένας, λέτε πως δεν θα φώναζε τ’ αρνί να πάει κοντά Του;
»Σ’ ανάλογη περίπτωση, κάποτε είχε ρωτήσει: “Πού έχετε αποθέσει τον Λάζαρο, για πείτε μου”;
»Τώρα πώς και δεν ρώτησε: “Πού ’χετε αφήσει τον Θωμά, δεν είναι εδώ μαζί σας;”.
»Λέτε πως ξέχασε, λοιπόν, κείνον που ήθελε να πάει μαζί Του να πεθάνει;
»Δεν σας πιστεύω – κι άπιστος, έτσι θα παραμείνω, μέχρι ο ίδιος να Τον δω.
»Αν δω με τα ματάκια μου, λοιπόν, και Τον αγγίξω, θα σας πιστέψω και θα πω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
ζ’. Αυτά τα λόγια τότε στους αδερφούς του έλεγε ο Θωμάς, και παραχρήμα
ο Σωτήρας εμφανίστηκε και στάθηκε μπροστά τους. Των φοβισμένων θάρρος
και παρρησία άμεμπτη όσων τραπήκαν σε φυγή κι όσων έχουν δειλιάσει, υπάρχει Αυτός που ήρθε
κι ανάμεσά τους βρέθηκε κι οι Μαθητές Τον βλέπαν· πώς ήρθε δεν κατάλαβαν ‒ οι πόρτες όλες σφαλιστές και κλειδαμπαρωμένες.
Και σαν Τον είδε ο Θωμάς έσκυψε το κεφάλι
και έλεγε από μέσα του, απ’ της ψυχής τα βάθη: «Και τώρα τι θα κάνω εγώ;
»Πώς τώρα θ’ απολογηθώ σ’ αυτούς που πριν δεν πίστεψα;
»Και τι να πω στον Πέτρο; Μα και στους άλλους τι θα πω;
»Αυτούς που πριν κατέκρινα, πώς τώρα θα τους πείσω ότι εννοώ αυτό που λέω, αν τώρα θα φωνάξω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”.
η’. »Τι ήθελα και μιλούσα; Είθε να σιώπαγα κι εγώ όπως εσιώπησε ο Ιησούς τότε που δικαζόταν.
»Αλλά έλα που με κέντρισε να πω αυτά που είπα, το ότι είχαν όλοι τους τέτοια χαρά μεγάλη.
»Τα λόγια αυτά που κραύγαζαν μες στη χαρά τους όλοι, αυτά είναι που με τσίγκλησαν:
»“Πράγματι, είδαμε ζωντανό Αυτόν που είχε πεθάνει, καθώς έτσι επέτρεψε ο Ίδιος Του να γίνει”.
»Βλέπω τον Πέτρο, το λοιπόν, που είχε αρνηθεί τον Κύριο, να ’χει χαρά μεγάλη.
»Το ίδιο κι οι υπόλοιποι, που σκόρπισαν και φύγανε μαζί του να κρυφτούνε σαν γίναν τα δραματικά πρόσφατα γεγονότα· μες στη χαρά ήταν κι αυτοί!
»Ζήλεψα, τι να κάνω; Ήθελα κάπως και εγώ να μπω σε τούτον το χορό τον γιορτινό που είχαν.
»Από το ζήλο τον πολύ κι απ’ τον πολύ τον πόθο είπα αυτά τα πράγματα.
»Ιησού μου, μη με ψέξεις, αλλά να με καλοδεχτείς, καθώς θα Σου φωνάζω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”.
θ’. »Δούλοι του ίδιου Κύριου κι αδέρφια στ’ όνομά Του· κι όμως, τα λόγια τους με έριξαν σ’ ένα βαθύ σκοτάδι και την ψυχή μου κάλυψαν με της νυχτιάς το πέπλο.
»Γιατί όχι, δεν την φώτισαν την έρμη την ψυχή μου και δεν ανάψαν μέσα της
»εκείνη τη λαμπάδα που ανάβουνε τα θαύματα ‒ αυτήν που τώρα βλέπω εδώ, ανέλπιστα τελείως.
»Ορίστε! Βλέπω τον Χριστό και πάλι εδώ μπροστά μας! Πώς μπήκε; ‒ οι πόρτες όλες σφαλιστές και κλειδαμπαρωμένες.
»Αν είχα μάθει ότι και πριν τους εμφανίστηκε έτσι,
»τα λόγια τους θα πίστευα, δεν θα τ’ αμφισβητούσα. Είχα παράδειγμα γι’ αυτό που το έχω καταλάβει. Δεν είναι αδύνατο γι’ Αυτόν, το έχει ξανακάνει. Λέτε να μη γνωρίζω
»πώς έγινε η είσοδος μα και η έξοδός Του, απ’ της Μαρίας την κοιλιά;
»Μα αυτοί δεν μου είπαν τίποτα, δεν μου ’παν λεπτομέρειες, μόνο ότι Τον είδαν.
»Κι αν δεν το δει κανείς αυτό με τα ίδια του τα μάτια, πώς να μπορέσει να το πει και πώς να μολογήσει:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”;».
ι’. Αυτά τα λόγια έλεγε στον εαυτό του ο Δίδυμος, και μ’ έναν τρόπο πλάγιο και στον Θεό μας τα έλεγε ‒ γιατί, όποιος τέτοιο διάλογο μες στην ψυχή του ανοίγει, προς τον Θεό απευθύνεται, αυτή είναι η αλήθεια.
Έτσι, Αυτός που εξερευνά ως της ψυχής τα βάθη, βλέποντας να έχει ο Θωμάς
συντετριμμένη την καρδιά, όπως παλιά ο Τελώνης,
βαθιά συμπόνια ένιωσε γι’ αυτόν κι έτσι του είπε: «Φέρε εδώ το χέρι σου. Ψηλάφησε, ορίστε!
»Για πες μου ολιγόπιστε: προς τι λοιπόν ο δισταγμός και οι επιφυλάξεις;
»Σαν ποιο απ’ όσα έκανα σου φάνηκε απίστευτο;
»Η σταύρωση, ο θάνατος ή η ανάστασή μου;
»Ως πότε θα μ’ αμφισβητείς;
»Αυτόν που λαχταρούσες να δεις αυτοπροσώπως ‒ορίστε!‒ δες Με το λοιπόν, και φώναξέ το όσο μπορείς:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”.
ια’. »Για λίγο μες στον τάφο έπεσα και κοιμήθηκα τρεις μέρες όλες κι όλες, κι ύστερα πάλι ζωντανός σηκώθηκα απ’ τον ύπνο.
»Για σε ‒και για όλους σαν και σε‒ μέσα σε μνήμα κλείστηκα κι έμεινα ξαπλωμένος.
»Κι εσύ; Αντί για ευχαριστία, το μόνο που μού πρόσφερες ήτανε απιστία.
»Γιατί όλα όσα είπες στους αδελφούς σου, τ’ άκουσα».
Μ’ αυτά που άκουσε ο Θωμάς μαζεύτηκε απ’ το φόβο του και να φωνάζει άρχισε:
«Σωτήρα, μη με ψέγεις! Δεν έπαψα ούτε μια στιγμή σε Σένα να πιστεύω.
»Τον Πέτρο και τους άλλους είναι που δυσκολεύομαι κάπως να τους πιστέψω.
»Βεβαίως και τους ξέρω· ψέματα τούτοι δεν θα πουν,
»αλλ’ απ’ την άλλη, όμως, την ώρα που ήρθε το κακό, του πειρασμού την ώρα, φοβήθηκαν να Σου το πουν κι έτσι να διαλαλήσουν:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
ιβ’. Βλέποντας τότε τον Θωμά να θέλει από πάνω του της απιστίας τη βαριά μομφή ν’ αποτινάξει,
Αυτός που όλα τα βλέπει έτσι του αποκρίθηκε:
«Την ώρα αυτή που ανέφερες, κι εσύ μαζί τους ήσουν.
»Όλοι σας με αφήσατε μονάχος να υποφέρω.
»Ήτανε ώρες δύσκολες, Δίδυμε, μην το ψάχνεις και μην κατηγορείς κανέναν σας, δεν φταίτε.
»Ό,τι συνέβη τότε, έχει από πριν προφητευθεί· το γράφει μέσα η Γραφή εκεί που αναφέρει: “Θα χτυπήσω τον Ποιμένα
»”και τα πρόβατα της ποίμνης θα σκορπίσουν τρομαγμένα”.
»Αυτά που είπα σκέψου τα, βάλε τα στο μυαλό σου· κι αυτά που είπες του λόγου σου, κοίτα να κάνεις πράξη.
»Εμέ να ψηλαφήσεις, είπες πως θέλεις· το λοιπόν; Έλα να ψηλαφήσεις, και όπως θα με ψηλαφείς να λες και να ομολογείς:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
















