Η Αθήνα κινείται, αλλά κινείται ακόμη με τη νευρικότητα μιας χώρας που φοβάται να δείξει ότι αντιδρά. Ενημερώνει εταίρους, προσφεύγει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο, προβάλλει τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και επιχειρεί να καταστήσει ευρωπαϊκό πρόβλημα την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική. Ορθώς.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι εσωτερικό τουρκικό αφήγημα. Είναι σχέδιο αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, άρα και ευρωπαϊκού θαλάσσιου χώρου.
Η ελληνική αντίδραση παραμένει συχνά διαχειριστική. Η Τουρκία παράγει χάρτες, καλλιεργεί θεωρίες «γκρίζων ζωνών», μιλά για νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας, απειλεί με casus belli και τώρα επιχειρεί να δώσει στις θαλάσσιες αξιώσεις της νομοθετική μορφή. Η Αθήνα απαντά με ανακοινώσεις, ενημερώσεις και επίκληση των «ήρεμων νερών». Όμως τα ήρεμα νερά δεν είναι πολιτική όταν η άλλη πλευρά ναρκοθετεί τον βυθό. Είναι αυταπάτη.
Η ελληνική φοβία εμφανίζεται άλλοτε ως κατευνασμός, άλλοτε ως δισταγμός άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων, άλλοτε ως προσπάθεια να μη «θυμώσει» η Άγκυρα, άλλοτε ως βολική ερμηνεία ότι όλα γίνονται για εσωτερική κατανάλωση στην Τουρκία. Βεβαίως χρειάζεται ψυχραιμία. Αλλά ψυχραιμία δεν σημαίνει ακινησία.
Στρατηγική δεν σημαίνει να περιμένεις την επόμενη τουρκική κίνηση για να την καταγγείλεις.
Σημαίνει να θέτεις εσύ το πλαίσιο: σεβασμός του διεθνούς δικαίου, αναγνώριση της κυριαρχίας των νησιών, οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ ως μόνη πραγματική διαφορά.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι αμυντικό δόγμα. Είναι αναθεωρητική αξίωση ισχύος. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, παρουσιάζει την Ελλάδα ως δύναμη που δήθεν «εγκλωβίζει» την Τουρκία στις μικρασιατικές ακτές και επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία σε εργαλείο πίεσης. Πρόκειται για αντιστροφή της πραγματικότητας. Η Ελλάδα δεν απειλεί την Τουρκία. Η Τουρκία είναι εκείνη που αμφισβητεί, πιέζει, νομοθετεί μονομερώς και επιχειρεί να υποκαταστήσει το διεθνές δίκαιο με εσωτερικό πολιτικό αφήγημα.
Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη το ερώτημα είναι: Ποια Ευρώπη; Χθες, σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη του Συλλόγου Αποφοίτων του ΑΠΘ, με τον Μαργαρίτη Σχοινά, την Άννα Διαμαντοπούλου και τον πρώην πρωθυπουργό Ιωάννη Σαρμά, η εικόνα ήταν αποκαλυπτική. Όλοι τους φιλοευρωπαίοι, όλοι τους άνθρωποι που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική, αλλά όλοι –σε διαφορετικούς τόνους– από πολύ συγκρατημένα αισιόδοξοι έως βαθιά ανήσυχοι για το μέλλον της Ευρώπης. Και πώς να μην είναι;
Τι Ευρώπη είναι αυτή που, την κρίσιμη στιγμή για ένα κράτος-μέλος της, αντί να διαμορφώσει συνεκτική πολιτική υπεράσπισης των ευρωπαϊκών συνόρων και του ευρωπαϊκού δικαίου, σπεύδει να αγκαλιάσει την Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο;
Τι Ευρώπη είναι αυτή που μιλά για αρχές, αξίες, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά όταν πρόκειται για την Άγκυρα ανακαλύπτει ξαφνικά τον «ρεαλισμό»;
Η ευθύνη βαραίνει κυρίως τη Γερμανία. Το Βερολίνο βλέπει την Τουρκία ως αναγκαίο στρατηγικό εταίρο για την ασφάλεια, τη μετανάστευση, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την αμυντική βιομηχανία. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε πρόσφατα ότι πρέπει να ενισχυθούν οι στρατηγικές σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας και ότι η Γερμανία υποστηρίζει να ληφθεί υπόψη η Τουρκία στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αμυντικών και βιομηχανικών πολιτικών. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει επίσης χαρακτηρίσει την Τουρκία στενό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή όμως δεν είναι ευρωπαϊκή πολιτική αρχών. Είναι πολιτική συναλλαγής. Η Τουρκία θεωρείται χρήσιμη και γι’ αυτό η Ευρώπη κάνει ότι δεν βλέπει. Δεν βλέπει την απειλή κατά της Ελλάδας. Δεν βλέπει την κατοχή στην Κύπρο. Δεν βλέπει τη συστηματική πίεση στο Αιγαίο. Δεν βλέπει την εσωτερική αυταρχική διολίσθηση της Τουρκίας. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταγράψει σοβαρές ανησυχίες για συνεχιζόμενη επιδείνωση των δημοκρατικών προτύπων, του κράτους δικαίου, της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Τουρκία.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας είναι ουσιαστικά παγωμένες από το 2018 λόγω της επιδείνωσης του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας, ενώ ζητά από την Άγκυρα να απέχει από ενέργειες που παραβιάζουν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών. Και όμως, την ίδια ώρα, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συζητούν στενότερη συνεργασία μαζί της σαν να πρόκειται για μια κανονική φιλελεύθερη δημοκρατία.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να επικαλείται το διεθνές δίκαιο στην Ουκρανία και να το σχετικοποιεί στο Αιγαίο.
Δεν μπορεί να μιλά για ανθρώπινα δικαιώματα στη θεωρία και να κλείνει τα μάτια στην πράξη. Δεν μπορεί να ζητά από την Ελλάδα ευρωπαϊκή πειθαρχία και ταυτόχρονα να αφήνει την Άγκυρα να μετατρέπει την αναθεώρηση σε κανονικότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται αυτοπεποίθηση, χωρίς λεονταρισμούς αλλά με σχέδιο και καθαρή ευρωπαϊκή απαίτηση. Και η Ευρώπη πρέπει επιτέλους να απαντήσει: είναι κοινότητα δικαίου ή αγορά συμφερόντων; Διότι απέναντι στη «Γαλάζια Πατρίδα» δεν δοκιμάζεται μόνο η Αθήνα. Δοκιμάζεται η αξιοπιστία ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
















