Από την Κίο της Μικράς Ασίας έως τη Νέα Κίο της Αργολίδας, ένα από τα πιο εντυπωσιακά πασχαλινά έθιμα της προσφυγικής μνήμης ζωντάνεψε και φέτος: η καύση του Βαραββά, την ώρα που η περιφορά του Επιταφίου κορυφώνεται, μέσα σε ένα σκηνικό με πολύχρωμα βεγγαλικά και φλόγες που φωτίζουν τον ουρανό.
Πρόκειται για ένα έθιμο μοναδικό στο είδος του, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και διατηρείται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, περνώντας από γενιά σε γενιά και κρατώντας ζωντανή τη μνήμη των αλησμόνητων πατρίδων.
Ο Βαραββάς –ένα μεγάλο ομοίωμα ανθρώπου– αρχίζει να κατασκευάζεται ήδη από τη Μεγάλη Πέμπτη. Στη Νέα Κίο, υπάλληλοι του Δήμου Άργους-Μυκηνών μαζί με εθελοντές στήνουν ένα ικρίωμα ύψους περίπου 8 μέτρων στην αυλή του σχολείου, όπου τοποθετείται το ομοίωμα, έτοιμο να παραδοθεί στις φλόγες τη νύχτα της κορύφωσης.

Η ιστορική ρίζα του εθίμου αποτυπώνεται και στο δίτομο έργο Κιανά του Ευρυσθένη Λασκαρίδη, όπου αναφέρεται ότι η καύση του Βαραββά «επικρατούσε από παλαιοτάτην εποχήν». Σύμφωνα με τις καταγραφές, για την κατασκευή χρησιμοποιούσαν ξερά χόρτα (ρούμια), τα οποία μετέφεραν από τα βουνά με γαϊδούρια, ενώ ο πάσσαλος έπρεπε να εξευρεθεί «διά κλοπής», είτε από ερειπωμένα σπίτια είτε από νταλιάνια.
Η προετοιμασία δεν ήταν χωρίς… ανταγωνισμό. Υπό τον φόβο ότι παιδιά από άλλες ενορίες θα επιχειρούσαν να κάψουν πρόωρα το ομοίωμα, ο αρχηγός της ομάδας όριζε σκοπούς από τους πιο δυνατούς και θαρραλέους νέους, ώστε να το φυλάνε μέχρι την κρίσιμη στιγμή.
Η κορύφωση ερχόταν όταν η περιφορά του Επιταφίου έφτανε στο σημείο όπου βρισκόταν ο Βαραββάς. Τότε, με το σύνθημα του αρχηγού, χιλιάδες αναμμένα κεριά πλησίαζαν το ομοίωμα και του έδιναν φωτιά. Οι φλόγες, λόγω του μεγέθους του, υψώνονταν εντυπωσιακά, ενώ οι σπίθες δημιουργούσαν ένα φαντασμαγορικό θέαμα, που παραμένει μέχρι σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της πασχαλινής εμπειρίας στη Νέα Κίο.
















