Ύστερα από πέντε και πλέον εβδομάδες συγκρούσεων, το κρίσιμο ερώτημα στον πόλεμο του Ιράν είναι αν διαφαίνεται κάποιο τέλος – εντύπωση που είχε δημιουργηθεί πριν από το διάγγελμα Τραμπ.
Οι τελευταίες εξελίξεις δεν είναι ενθαρρυντικές. Δείχνουν ότι η σύγκρουση μετατρέπεται σε αγώνα φθοράς με τρία μέτωπα: την καταστροφή υποδομών μέσα στο Ιράν, την ασφάλεια των ενεργειακών ροών στον Κόλπο και την πολιτική αντοχή των κυβερνήσεων που έχουν εμπλακεί.
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τις επιθετικές δηλώσεις περί «γρήγορου τέλους», καμία πλευρά δεν έχει παρουσιάσει ακόμη ένα πειστικό σχέδιο εξόδου. Ποιες είναι οι ενδείξεις γι’ αυτήν τη διαπίστωση;
Η πρώτη ένδειξη είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας των στόχων. Η Ουάσινγκτον έχει κλιμακώσει τις απειλές κατά ιρανικών υποδομών, φτάνοντας να μιλά για γέφυρες, ηλεκτρικά δίκτυα και ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ η Τεχεράνη απαντά χτυπώντας ή απειλώντας στόχους στον ευρύτερο Κόλπο, από διυλιστήρια έως μονάδες αφαλάτωσης. Όταν ένας πόλεμος περνά από καθαρά στρατιωτικούς στόχους σε κρίσιμες υποδομές, συνήθως σημαίνει δύο πράγματα: ότι η γρήγορη νίκη δεν ήρθε και ότι η πίεση μεταφέρεται πλέον στην καθημερινότητα των κοινωνιών και στο οικονομικό κόστος.
Η δεύτερη –και ίσως σοβαρότερη– ένδειξη είναι το Στενό του Ορμούζ. Οι διεθνείς πηγές συμφωνούν ότι η θαλάσσια αυτή αρτηρία, απ’ όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, έχει μετατραπεί σε κεντρικό μοχλό πίεσης της Τεχεράνης. Η ναυσιπλοΐα έχει μειωθεί δραματικά –περίπου κατά 90%–, ενώ δεκάδες χώρες συζητούν τρόπους επαναφοράς της ασφαλούς διέλευσης χωρίς να είναι βέβαιο ότι θέλουν να μπουν σε ευθεία στρατιωτική αναμέτρηση.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Ορμούζ είναι σήμερα το πραγματικό κέντρο βάρους του πολέμου: όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και οικονομικά και διπλωματικά.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η διεθνής διπλωματία ενεργοποιήθηκε, έστω αργά και αντιφατικά. Η Κίνα ζητά κατάπαυση του πυρός και προστασία της ναυσιπλοΐας, οι G7 ζητούν να σταματήσουν οι επιθέσεις σε αμάχους και υποδομές, ενώ στο παρασκήνιο κατατίθενται ιδέες για συμβιβασμό.
Μέχρι στιγμής η εικόνα δεν δημιουργεί αισιοδοξία.
Το πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι ότι ούτε οι σύμμαχοί της ομονοούν. Μέρος των αραβικών κρατών του Κόλπου –κυρίως Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και Μπαχρέιν– ζητά όχι απλώς να τελειώσει ο πόλεμος, αλλά να βγει από αυτόν ένα Ιράν αισθητά πιο αδύναμο σε πυραύλους, drones και δυνατότητα απειλής του Ορμούζ. Άλλα κράτη, όπως το Ομάν και το Κατάρ, δείχνουν να προτιμούν ταχύτερη αποκλιμάκωση.
Αυτή η διάσταση είναι κρίσιμη: δυσκολεύει έναν συμβιβασμό, γιατί οι ελάχιστοι όροι που θα έκαναν αποδεκτή μια εκεχειρία δεν είναι οι ίδιοι για όλους τους συμμάχους των ΗΠΑ. Πέρα από το γεγονός, βέβαια, ότι διακυβεύεται και το κύρος των ΗΠΑ το οποίο έχει ήδη τρωθεί.
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι αν ο πόλεμος μπορεί να περάσει σε χερσαία φάση. Εδώ οι πιο σοβαρές αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι μια εισβολή –ή ακόμη και η κατάληψη κρίσιμων ιρανικών θέσεων, όπως το Χαργκ–, θα είχε πολύ μεγάλο ρίσκο με αβέβαιο αποτέλεσμα.
Μια τέτοια κίνηση θα εξέθετε αμερικανικά στρατεύματα σε σοβαρό κίνδυνο, ενώ το Ιράν ήδη προετοιμάζεται για ενδεχόμενο χερσαίου πολέμου με ασύμμετρη άμυνα, οχυρώσεις και μαζική κινητοποίηση. Η πιο πιθανή τροχιά, επομένως, δεν είναι μια εισβολή, αλλά περισσότερα αεροπορικά πλήγματα, θαλάσσια πίεση, επιθέσεις μέσω συμμάχων και διαρκής φθορά.
Το βασικό ερώτημα παραμένει: πού οδηγείται ο πόλεμος;
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι μια αμερικανοϊσραηλινή νίκη, ούτε άμεση ιρανική υποχώρηση. Είναι παράταση της καταστροφής για να βελτιωθεί η διαπραγματευτική θέση κάθε πλευράς πριν από έναν αναγκαστικό συμβιβασμό.
Το αν αυτός ο συμβιβασμός θα έρθει σε λίγες εβδομάδες ή μετά από ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη, θα εξαρτηθεί από το αν το Ορμούζ ξανανοίξει γρήγορα και αν η Ουάσινγκτον αποκτήσει σαφή πολιτικό στόχο πέρα από τη στρατιωτική τιμωρία.
















