Ηλεία – 1960: Ήταν μια από εκείνες τις ιστορίες που γεννιούνται σε μικρούς τόπους και μοιάζουν να μην ξεφεύγουν ποτέ από τα όριά τους. Κι όμως, αυτή η ιστορία δεν έμεινε εκεί. Πέρασε από στόμα σε στόμα, από καφενείο σε καφενείο, από μαρτυρία σε αφήγηση, μέχρι που βρήκε τον δρόμο της προς την ποίηση και τη μουσική.
Έτσι γεννήθηκε «Ο Γιάννης ο φονιάς», το τραγούδι που ηχογραφήθηκε το 1976, με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά, και κυκλοφόρησε στον δίσκο Αθανασία. Ένας δίσκος που θεωρείται μέχρι σήμερα από τους σημαντικότερους της ελληνικής δισκογραφίας και γνώρισε μεγάλη επιτυχία αμέσως μετά την κυκλοφορία του. Το τραγούδι, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική σύλληψη αλλά η μελοποίηση μιας πραγματικής τραγωδίας.

Σύμφωνα με τις περισσότερες καταγραφές και δημοσιογραφικές αναφορές της εποχής –αν και υπάρχουν αποκλίσεις σε λεπτομέρειες– το τραγούδι βασίζεται σε μια γυναικοκτονία που συγκλόνισε την Ηλεία στις αρχές της δεκαετίας του 1960.
Το χωριό, οι άνθρωποι και οι ψίθυροι
Η ιστορία εκτυλίσσεται –σύμφωνα με μια από τις επικρατέστερες εκδοχές– σε ένα χωριό της Ηλείας με το όνομα Πόθος. Εκεί ζούσε ένας άνδρας περίπου 40 ετών, γνωστός στις αφηγήσεις είτε ως Θόδωρος είτε, σε άλλες παραλλαγές, ως «Γιάννης» (αν και το πραγματικό του όνομα φέρεται να ήταν διαφορετικό).
Η σύζυγός του, η Δήμητρα –ή Δέσποινα, σύμφωνα με άλλη εκδοχή– ήταν περίπου 36 ετών. Μαζί είχαν αποκτήσει επτά παιδιά και ζούσαν μέσα στα στενά κοινωνικά πλαίσια της ελληνικής επαρχίας της εποχής.
Ο ίδιος εργαζόταν ως αγρότης και παράλληλα έπαιζε λαούτο σε πανηγύρια, προσπαθώντας να συμπληρώσει το εισόδημά του. Δίπλα του, σχεδόν πάντα, βρισκόταν ένας στενός του φίλος, μουσικός κι εκείνος, που έπαιζε βιολί. Οι δυο τους είχαν φτιάξει μια μικρή κομπανία και γύριζαν τα πανηγύρια της περιοχής.
Η γυναίκα του, από την άλλη, περιγράφεται στα δημοσιεύματα της εποχής ως όμορφη και έντονη προσωπικότητα. Παράλληλα όμως, οι ίδιες πηγές –που πρέπει να διαβάζονται με προσοχή λόγω των κοινωνικών αντιλήψεων της εποχής– της απέδιδαν φήμες περί εξωσυζυγικών ερωτικών σχέσεων. Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί πόσα από αυτά ήταν πραγματικότητα και πόσα προϊόν κουτσομπολιού.
Η νύχτα που άλλαξε τα πάντα
Τα ξημερώματα της 1ης Αυγούστου 1960 –μια ημερομηνία που αναφέρεται στις περισσότερες εκδοχές– συνέβη το γεγονός που θα οδηγούσε στην τραγωδία.
Μετά από ένα πανηγύρι, οι δύο φίλοι επέστρεψαν. Ο δράστης, σε κατάσταση μέθης σύμφωνα με κάποιες πηγές, βρέθηκε στο σπίτι του και πήρε στα χέρια του το βιολί του φίλου του. Εκεί –σε μια λεπτομέρεια που εμφανίζεται σε αρκετές αφηγήσεις αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί απόλυτα– εντόπισε ένα πορτοφόλι κρυμμένο μέσα στο όργανο.
Μέσα σε αυτό υπήρχαν δεκάδες ερωτικές επιστολές. Διαβάζοντάς τες, φέρεται να διαπίστωσε ότι αφορούσαν τη σύζυγό του και τον στενό του φίλο. Σε άλλες εκδοχές, η αποκάλυψη έγινε με διαφορετικό τρόπο (π.χ. μέσα από γράμματα που βρέθηκαν στο σπίτι). Το κοινό σημείο όλων των αφηγήσεων είναι ότι η υποψία ή η βεβαιότητα της απιστίας στάθηκε η αφορμή.
Ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση. Η γυναίκα αρχικά αρνήθηκε, στη συνέχεια όμως –σύμφωνα με τις πιο διαδεδομένες εκδοχές– παραδέχτηκε τη σχέση και δήλωσε στον σύζυγό της ότι ήθελε να φύγει.
Έγκλημα μπροστά στα παιδιά
Εκείνη τη στιγμή, ο άνδρας άρπαξε ένα μαχαίρι. Τη χτύπησε επανειλημμένα –επτά φορές, όπως αναφέρεται στις περισσότερες καταγραφές– στο στήθος και την κοιλιά.
Το πιο τραγικό στοιχείο, που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις αφηγήσεις, είναι ότι το έγκλημα έγινε μπροστά στα παιδιά τους. Επτά και αυτά στον αριθμό, σαν να έδινε μία μαχαιριά στην άπιστη σύζυγο για κάθε ένα από τα παιδιά τους.
Στη συνέχεια, πέταξε το σώμα της στην αυλή και, σύμφωνα με μαρτυρίες, απείλησε τα παιδιά να μην τολμήσουν να τη μετακινήσουν. Έπειτα εγκατέλειψε το σπίτι και κατέφυγε στα γύρω χωράφια ή δάση. Το επόμενο πρωί παραδόθηκε στις Αρχές.

Η δίκη και η κοινωνική στάση
Στη δίκη που ακολούθησε στο Κακουργιοδικείο της Πάτρας, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε την πράξη του. Δήλωσε ότι ενήργησε λόγω της «ατίμωσης» που είχε νιώσει.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, πολλοί συγχωριανοί του εμφανίστηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης, υποστηρίζοντας τον χαρακτήρα του και κατηγορώντας τη σύζυγό του. Αυτή η στάση αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, όπου τα λεγόμενα «εγκλήματα τιμής» αντιμετωπίζονταν με επιείκεια.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο, αλλά δεν του επέβαλε ποινή, αναγνωρίζοντας ότι είχε δράσει «εν βρασμώ ψυχής».
Η απόφαση αυτή –αν και καταγεγραμμένη σε αρκετές πηγές– αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νομικής και κοινωνικής αντίληψης της εποχής και βέβαια δεν μπορεί να εξεταστεί με τα σημερινά δεδομένα. Ο δράστης επέστρεψε στο χωριό του, όπου –σύμφωνα με μαρτυρίες– έγινε δεκτός χωρίς κοινωνικό στιγματισμό, ακόμη και με τιμές.
Η τραγική συνέχεια: Το «Φροσί»
Η ιστορία δεν τελειώνει με τη δίκη. Δύο χρόνια αργότερα, η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, η Φρόσω –γνωστή στο τραγούδι ως «Φροσί»– αυτοκτόνησε σε ηλικία περίπου 18 ετών. Οι λόγοι δεν μπορούν να αποδοθούν με βεβαιότητα, όμως συνδέονται ευθέως, σύμφωνα με τις αφηγήσεις, με το τραύμα που άφησε το έγκλημα και τις κοινωνικές συνθήκες που ακολούθησαν. Το γεγονός αυτό δεν περιλαμβάνεται άμεσα στους στίχους, αλλά θεωρείται από πολλούς το πιο τραγικό κεφάλαιο της υπόθεσης.
Η ιστορία έφτασε στον Νίκο Γκάτσο μέσα από προφορικές αφηγήσεις – πιθανότατα μέσω του δημοσιογράφου και παραγωγού της ΕΡΑ Γιώργου Μητρόπουλου, του οποίου ο πατέρας φέρεται να γνώριζε τον πραγματικό δράστη.

Σε συνέντευξή του στον Εθνικό Κήρυκα ο Μητρόπουλος είχε αναφέρει για την ιστορία που έκρυβε το συγκεκριμένο τραγούδι:
«Καθώς σερβίριζα τον καφέ του (σ.σ. στον Νίκο Γκάτσο), συχνά με ρωτούσε για τον τόπο μου κι εγώ του αράδιαζα ιστορίες θρυλούμμενες αλλά και πραγματικές. Μια μέρα του αφηγήθηκα μια σύγχρονη τραγωδία, ένα έγκλημα τιμής που συνέβη στο χωριό μου και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι η μητέρα μου να μου κλείσει με το χέρι της τα μάτια και να με κλειδώσει στο σπίτι. Δεν τον έλεγαν Γιάννη, αλλά θα ακολουθήσω την ονοματοδοσία του ποιητή στους πρωταγωνιστές του δράματος. Ο Γιάννης, λοιπόν, και το Φροσί. Ο Γιάννης είχε κλέψει από έρωτα τη γυναίκα του και είχαν 7 παιδιά, έξι αγόρια και μία κόρη, το Φροσί […]
»1960, Καλοκαίρι, ο Γιάννης σε ένα γλέντι στο καφενείο του χωριού και μέσω μιας άτυχης στιγμής, ανακαλύπτει πως ο κολλητός του διατηρεί σχέση με τη γυναίκα του. Το κακό δεν άργησε να συμβεί. Ο Γιάννης πάνω στη ροδαυγή σκότωσε τη γυναίκα του και πήγε φυλακή, όμως αθωώθηκε γιατί ήταν ”εν βρασμώ ψυχής” και όταν η είδηση έφτασε στο χωριό, το χωριό πανηγύρισε. Οι ίδιοι άνθρωποι που στην αντίθετη περίπτωση θα τον εξοστράκιζαν, του όπλισαν και το χέρι, γιατί αυτό επέβαλε η ”βεντέτα” του χωριού.
»Ο Γιάννης ήταν αδερφός του παππού μου και μετά την αθώωσή του, τον υποδέχτηκαν στη σάλα του πατρικού μου μαζί με τα παιδιά του, όλοι οι συγγενείς. Λίγους μήνες μετά, το κακό δίπλωσε. Το Φροσί, μην αντέχοντας το χαμό της μάνας της, αυτοκτόνησε στα δεκαοκτώ της. Έκτοτε ο παππούς Γιάννης καθόταν στην αυλή, με το βλέμμα απλανές προς το δάσος. Η κατά Γκάτσο ιστορία του “Γιάννη του Φονιά”, δεν είναι άλλη από αυτή τη σύγχρονη τραγωδία, που οι λεπτομέρειές της είχαν εξάψει το ενδιαφέρον του ποιητή».
Οι στίχοι
Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς
κι ενός Μεσολογγίτη,
προχτές την Κυριακή μετά τη φυλακή
επέρασ’ απ’ το σπίτι.
Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα,
μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Μονάχα το Φροσί, με δάκρυ θαλασσί
στα μάτια τα μεγάλα,
του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά
και βγήκε από τη σάλα.
Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει,
κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη.
Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς
με του καημού τ’ αγκάθι,
θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά
και τ’ όνειρο που εχάθη.
Οι άλλες δύο εκδοχές για την ιστορία πίσω από το τραγούδι
Ο Νίκος Γκάτσος κράτησε μέχρι το τέλος μια σιωπή σχεδόν προκλητική γύρω από την πηγή έμπνευσης του «Γιάννη του φονιά». Δεν επιβεβαίωσε ποτέ ποια από τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν ήταν αληθινή – ή εάν υπήρχε πράγματι μία και μοναδική αλήθεια. Έτσι, με τα χρόνια, διαμορφώθηκαν άλλες δύο βασικές αφηγήσεις.
Η πρώτη μεταφέρει το γεγονός σε μια σκοτεινή μετεμφυλιακή Ελλάδα του ’50, σε ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, όπου ένας έφηβος, μόλις δεκαπέντε ετών, φέρεται να οδηγήθηκε σε μια ακραία πράξη, σκοτώνοντας τη μητέρα του και τον άνδρα που θεωρούσε υπεύθυνο για τη διάλυση της οικογένειάς του αφού ήταν εραστής της.
Η δεύτερη εκδοχή, που αποδίδεται σε μαρτυρίες από τον κύκλο του Μάνου Λοΐζου, δίνει μια εντελώς διαφορετική, σχεδόν τραγικά «ηρωική» διάσταση.
Ο Γιάννης δεν υπήρξε δολοφόνος, αλλά ένας άνθρωπος που επέλεξε να φορτωθεί ένα έγκλημα που δεν διέπραξε ποτέ.
Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, ο πραγματικός δράστης ήταν ο αδελφός του, οικογενειάρχης με παιδιά, και ο Γιάννης πήρε την ευθύνη για να προστατεύσει τόσο τα ανίψια του όσο και τη συνοχή της οικογένειας, θυσιάζοντας τη δική του ζωή και το μέλλον του.
Φυσικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο καμία από αυτές τις ιστορίες να μην ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα και το τραγούδι να αποτελεί μια σύνθεση εμπειριών, μνήμης και φαντασίας. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι πως ο Γκάτσος δεν ενδιαφέρθηκε να αποδώσει ένα αστυνομικό γεγονός, αλλά να δημιουργήσει μια πυκνή, σχεδόν θεατρική στιγμή: έναν κλειστό χώρο, λίγους ανθρώπους, μια τελετουργική σιωπή και ένα έγκλημα που βαραίνει την ατμόσφαιρα χωρίς να κατονομάζεται – μια σκηνή λιτή και υπαινικτική, που θυμίζει την υπαρξιακή ένταση των έργων του Σάμιουελ Μπέκετ.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι υπάρχει και ρεμπέτικο τραγούδι με παρόμοια θεματική από τον Μάρκο Βαμβακάρη, ωστόσο η εκδοχή που καθιερώθηκε ευρύτερα είναι αυτή του 1976.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















