Ο θάνατος του Αλέξανδρου Τζώνη, την 1η Μαρτίου στο Παρίσι σε ηλικία 89 ετών, φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια ιστορία που για δεκαετίες έμενε στο περιθώριο: τις παράγκες της προσφυγιάς.
Ο σημαντικός αρχιτέκτονας και στοχαστής αφιέρωσε πάνω από μισό αιώνα, μαζί με τη σύντροφό του Liane Lefaivre, στη μελέτη αυτού του «αθέατου» κόσμου – των πρόχειρων καταλυμάτων όπου δεν στεγάστηκε μόνο η φτώχεια, αλλά το τραύμα, η μνήμη και η επίμονη προσπάθεια μιας ολόκληρης κοινωνίας να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Η άφιξη περίπου 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων μετά το 1922 δεν ήταν απλώς μια πληθυσμιακή μεταβολή. Ήταν μια ριζική ανατροπή. Ένα μικρό, εξαντλημένο κράτος κλήθηκε να εντάξει ανθρώπους που είχαν χάσει τα πάντα – πατρίδα, περιουσία, κοινωνική θέση. Και έπρεπε, πρώτα απ’ όλα, να τους στεγάσει.
Η πραγματικότητα ήταν οδυνηρή. Σχολεία, εκκλησίες, αποθήκες γέμισαν ασφυκτικά. Σύντομα όμως η ευθύνη πέρασε στους ίδιους τους πρόσφυγες. Έχτισαν μόνοι τους, όπως μπορούσαν, εκεί όπου υπήρχε χώρος.
Έτσι γεννήθηκαν οι παραγκουπόλεις.
Η αρχιτεκτονική της ανάγκης
Όπως σε πολλές περιοχές της Αθήνας, στις όχθες του Ιλισού, στα Ιλίσια, στην Καισαριανή, στον Βύρωνα, στον Ασύρματο, ξεπήδησαν μικρά σπίτια φτιαγμένα απ’ ό,τι περίσσευε. Τενεκέδες, ξύλα, κομμάτια από κατεστραμμένα αντικείμενα, υλικά που άλλοι είχαν πετάξει.
Δεν ήταν απλώς φτωχικές κατασκευές, αλλά μια πράξη επιβίωσης. Και μαζί, μια μορφή ευρηματικής αρχιτεκτονικής που δεν σχεδιάστηκε σε γραφεία, αλλά μέσα στην ανάγκη – και αυτό ακριβώς ενέπνευσε τον Αλέξανδρο Τζώνη που μεγάλωσε κοντά στις προσφυγικές συνοικίες, εκεί όπου ανασυστάθηκε μια κοινωνία και η προσφυγική ταυτότητα μετασχηματίστηκε.

Πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, τον Καύκασο έφεραν μαζί τους γλώσσες, τραγούδια, συνήθειες, τρόπους ζωής. «Άκουγες ποντιακά, αρμενικά, τουρκικά, ρωσικά, μαζί με μια λόγια ελληνική που πάλευε να σταθεί» είχε περιγράψει.
Από ανάγκη σε «στίγμα»
Και όμως, όσο η χώρα προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί, οι ίδιες αυτές γειτονιές άρχισαν να θεωρούνται πρόβλημα. Η μεταπολεμική Ελλάδα ήθελε να δείξει ένα άλλο πρόσωπο. Τουριστικό, καθαρό, «ευρωπαϊκό». Οι παράγκες δεν χωρούσαν σε αυτή την εικόνα – έτσι από λύση έγιναν ντροπή.
Ο τεχνικός κόσμος μιλούσε για «εξάλειψη», τα σχέδια αστικής ανάπτυξης προέβλεπαν κατεδαφίσεις, και το κράτος –συχνά αμήχανα– επέλεγε να τις κρύβει αντί να τις κατανοεί.
Το σινεμά όμως δεν σιώπησε. Η Μαγική πόλη του Νίκου Κούνδουρου και η Συνοικία το όνειρο του Αλέκου Αλεξανδράκη κατέγραψαν τη ζωή στις παραγκουπόλεις με τρόπο σχεδόν ντοκιμαντερίστικο.
Και ακριβώς γι’ αυτό έγιναν άβολες, καθώς θύμιζαν ότι πίσω από την εικόνα της «αναπτυσσόμενης» Ελλάδας υπήρχε μια άλλη πραγματικότητα που δεν είχε εξαφανιστεί. Ήταν μια… προσωρινότητα που κράτησε μισό αιώνα – ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1970, χιλιάδες οικογένειες ζούσαν σε παραπήγματα.

Το βλέμμα του Τζώνη
Ο Αλέξανδρος Τζώνης στάθηκε απέναντι σε αυτή τη λήθη, μιας και δεν είδε τις παράγκες ως πρόβλημα προς εξαφάνιση, αλλά ως φαινόμενο που έπρεπε να κατανοηθεί – ως αρχιτεκτονική της ανάγκης, ως κοινωνικό σύστημα, ως πολιτισμικό ίχνος.
Τις φωτογράφισε, τις σχεδίασε, τις ανέλυσε. Μαζί με τη Liane Lefaivre τις ανέδειξαν ως παραδείγματα δημιουργικής νοημοσύνης, βασισμένης στην αλληλοβοήθεια.
Ο αρχιτέκτονας γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στις όχθες του Ιλισού, κοντά στις προσφυγικές συνοικίες των Ιλισίων και των Κουντουριώτικων. Εκεί αρχίζει η «Μικρή Ιστορία» του Αλέκου και αργότερα της Liane.
Μικρό παιδί ακόμη, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, περιπλανήθηκε για πρώτη φορά ανάμεσα στα μικρά σπίτια, στριμωγμένα δίπλα στο ποτάμι, τόσο διαφορετικά από τη δική του γειτονιά.

Δεν ξέχασε τα ονόματα των προσφύγων που γέμιζαν τους δρόμους: Χρύσα, Αργυρώ, Κατίγκω, Μαριάνθη, Ελευθερία, Έλλη, Αφροδίτη. Άκουγε γύρω του λέξεις κιρκασιακές, αρμενικές, τουρκικές, ρωσικές, μαζί με λόγια ελληνικά.
Όταν ρώτησε, του είπαν πως αυτά τα σπίτια ήταν οι «παράγκες».
«Θυμάμαι ακόμη πόσο γοητεύτηκα από το μέγεθος και την ευρηματικότητα της κατασκευής τους. Παραπήγματα από τενεκέδες, σπασμένα κοφίνια και άλλα υλικά από τα σκουπίδια. Ανάμεσά τους δέντρα, γλάστρες από κονσερβοκούτια, κλουβιά με καναρίνια, στενά δρομάκια γεμάτα παιδιά της ηλικίας μου».
Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να τις φωτογραφίζει με την παλιά Contax του πατέρα του. Αργότερα τις κατέγραφε με σχέδια και υδατογραφίες.
Στα χρόνια του Πολυτεχνείου και αργότερα στο Yale και το Harvard, προσπάθησε να τις μελετήσει σε βάθος, ως κατασκευές αλλά και ως κοινωνικά καταφύγια.
Μαζί με τη Liane Lefaivre συνέχισαν για δεκαετίες να τεκμηριώνουν και να ερευνούν τις παράγκες, βλέποντάς τες ως εκφράσεις δημιουργικής νοημοσύνης, γεννημένες μέσα από την ανάγκη, την αλληλεγγύη και την επιμονή για ζωή.







![Το Συνέδριο του Βερολίνου [13 Ιουλίου 1878], σε πίνακα του Anton von Werner. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναδιαμόρφωσαν τους όρους της ειρήνης, αφήνοντας τους Αρμένιους εκτός αίθουσας και εκτός προστασίας (πηγή: Wikipedia)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/synedrio-verolinoy-360x180.jpg)








