Το εκτενέστατο άρθρο με τίτλο Τουρκοελληνικά Ζητήματα: Τι Λέει το Διεθνές Δίκαιο;, που δημοσίευσε ο πρέσβης ε.τ. Selim Kuneralp και δημοσιεύθηκε στον τουρκικό ιστότοπο Medyascope, τις 20 Φεβρουαρίου, με αφορμή την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στην Άγκυρα, αποτελεί από μόνο του την καλύτερη απάντηση στην πολυσέλιδη επιστολή που κατέθεσε ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, πρέσβης Ahmet Yıldız.
Σημειώνεται ότι στην εν λόγω επιστολή ο Τούρκος πρέσβης καταγγέλλει ως παράνομες τις απολύτως νόμιμες με βάση το Δίκαιο των Θαλασσών ενέργειες της Ελλάδος, της Κύπρου και της Αιγύπτου στις θαλάσσιες ζώνες της ανατολικής Μεσογείου, επικαλούμενος ένα «πλάσμα δικαίου» που έχει δημιουργήσει η Άγκυρα με διάφορες παράνομες, μονομερείς και άκυρες ενέργειες, όπως η υπογραφή του τουρκολυβικού μνημονίου, η παράνομη οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με το ψευδοκράτος, η παράνομη μονομερής οριοθέτηση της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, με γνωστοποίηση των συντεταγμένων στον ΟΗΕ και ο παραλογισμός της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ο Σελίμ Κουνεράλπ, που είναι γνωστός για τις φιλοευρωπαϊκές του θέσεις, σε ένα σημείο του μακροσκεολούς άρθρου του λέει:
«Για πολλά χρόνια, οι διαδοχικές κυβερνήσεις στην Τουρκία διεκδικούν ορισμένα δικαιώματα με μονομερή ερμηνεία της Συνθήκης της Λοζάνης του 1923. Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, ερμηνεύει την ίδια Συνθήκη διαφορετικά, λέγοντας ότι οι απαντήσεις στις απαιτήσεις που θέτει η Τουρκία βρίσκονται ήδη στη Συνθήκη και ότι τα θέματα προς διαπραγμάτευση είναι πολύ περιορισμένα. Πράγματι, ο Μητσοτάκης, λίγο πριν από την επίσκεψή του στην Άγκυρα, επανέλαβε ότι το μόνο θέμα προς διαπραγμάτευση στο Αιγαίο είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών.
»Ωστόσο, οι τουρκικές κυβερνήσεις έχουν διαφορετική άποψη. Σύμφωνα με αυτές, υπάρχουν και διαφορετικά ζητήματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και το καθεστώς των νησιών των οποίων η ιδιοκτησία, όπως ισχυρίζονται, δεν καθορίστηκε στη Λοζάνη. Σε αυτήν την περίπτωση, ίσως θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη Λοζάνη, με έναν τρόπο που λίγοι άνθρωποι έχουν κάνει. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με το Άρθρο 14, το οποίο σπάνια αναφέρεται στην Τουρκία. Αυτό το άρθρο αφορά την Ίμβρο και την Τένεδο, νησιά που χάθηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους αλλά επέστρεψαν στην Τουρκία στη Λοζάνη μετά από 10 χρόνια ελληνικής κυριαρχίας. Επειδή ο πληθυσμός τους ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνικός εκείνη την εποχή και εξαιρούνταν από την Ανταλλαγή πληθυσμών, το άρθρο ορίζει ότι στα νησιά παραχωρήθηκε αυτονομία, που σημαίνει το δικαίωμα στην αυτοδιοίκηση.
»Η ασφάλεια θα παρεχόταν από αστυνομική δύναμη αποτελούμενη από νησιώτες και υπαγόμενη στη διοίκηση του νησιού. Φυσικά, αυτό το άρθρο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Τα επόμενα χρόνια, τα νησιά χρησιμοποιήθηκαν ως ένα είδος υπαίθριας φυλακής, αναγκάζοντας έτσι τον ελληνικό πληθυσμό να μεταναστεύσει. Σήμερα, έχουν απομείνει μόνο περίπου 300-400 Έλληνες στην Ίμβρο και 20-30 στην Τένεδο. Φυσικά, η εφαρμογή του Άρθρου 14 είναι εκτός συζήτησης…»
Στη συνέχεια ο Σελίμ Κουνεράλπ προχωράει σε μια αναφορά, που αφήνει έκπληκτο τον αναγνώστη, αφού στην ουσία καταγγέλλει την ελληνική πλευρά γιατί δεν απαιτεί την εφαρμογή του άρθρου 14, που αφορά τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Συγκεκριμένα γράφει:
«Κατά την περίοδο ανανεωμένης αισιοδοξίας στις τουρκο-ελληνικές σχέσεις μετά τη Λοζάνη, δεν έχω ακούσει για καμία ελληνική κυβέρνηση, η οποία είχε ήδη περάσει αρκετά ταραγμένα χρόνια, να πιέζει για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.»
Στη συνέχεια, προχωρά στο θέμα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών που θέτει η Τουρκία, σημειώνοντας τα εξής:
«Το Άρθρο 13, το οποίο σήμερα ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους, αφορά την άμυνα των νησιών του βόρειου Αιγαίου, Λέσβου, Σάμου, Χίου και Ικαρίας. Επί χρόνια, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι ο εξοπλισμός αυτών των νησιών αντίκειται στη Συνθήκη της Λοζάνης. Ωστόσο, το Άρθρο 13 δεν χρησιμοποιεί τη λέξη “αφοπλισμός”. Ορίζει ότι δεν θα κατασκευαστούν ναυτικές βάσεις ή οχυρώσεις σε αυτά τα τέσσερα νησιά, ότι ο αριθμός των στρατιωτών που θα σταθμεύουν στα νησιά θα περιορίζεται σε εκείνους οι οποίοι υπηρετούν το στρατιωτικό τους καθήκον από τον τοπικό πληθυσμό και ότι μπορεί να σταθμεύσει εκεί μια πρόσθετη δύναμη ασφαλείας ανάλογη με τον αριθμό των χωροφυλάκων και της Αστυνομίας στην ελληνική επικράτεια. Δεδομένου ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένος αριθμός και δεν προβλέπεται μηχανισμός ελέγχου, το άρθρο αυτό υπόκειται φυσικά σε ερμηνεία. Παρόμοιοι περιορισμοί δεν υπάρχουν για τα άλλα νησιά του βόρειου Αιγαίου.»
Αφού ακυρώνει τα επιχειρήματα της Τουρκίας, που απαιτεί πλήρη αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του βορείου Αιγαίου, προχωρά στα Δωδεκάνησα:
«Η κατάσταση είναι διαφορετική για τα Δωδεκάνησα. Όπως είναι γνωστό, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη της Λοζάνης, αυτά τα νησιά βρίσκονταν υπό ιταλική κυριαρχία για 11-12 χρόνια και η Τουρκία αποδέχτηκε αυτήν την κυριαρχία στη Συνθήκη. Το Άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων, το οποίο όριζε την παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όριζε επίσης την αποστρατιωτικοποίηση αυτών των νησιών. Φαίνεται ότι το άρθρο αυτό συμπεριλήφθηκε στο κείμενο κατόπιν πιέσεων της χώρας μας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική, οι οποίες ήταν μεταξύ των υπογραφόντων της Συνθήκης των Παρισίων, η Τουρκία δεν συμμετείχε στον πόλεμο και ως εκ τούτου δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης. Το κατά πόσον δικαιώματα και ευθύνες μπορούν να προκύψουν από μια συνθήκη στην οποία κάποιος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα.»
Όμως τα… καλύτερα ο συνταξιούχος Τούρκος διπλωμάτης τα αφήνει για τη συνέχεια, αφού ακυρώνει στην ουσία τα επιχειρήματα της Τουρκίας για τα Ίμια και για το θέμα των «152 νησιών αδιευκρίνιστης κυριαρχίας». Για το θέμα αυτό λέει:
«Το Άρθρο 12 της Συνθήκης… αναφέρει ότι η Τουρκία θα κατέχει νησιά σε απόσταση μικρότερη των 3 μιλίων από τις ακτές της Ανατολίας. Το Άρθρο 15, που αφορά τα Δωδεκάνησα, τα απαριθμεί όλα ονομαστικά και αναφέρει ότι οι νησίδες που συνδέονται με αυτά βρίσκονται υπό ιταλική κυριαρχία. Δεδομένου ότι οι νησίδες Καρντάκ απέχουν 3,8 μίλια από τις ακτές της Ανατολίας, σύμφωνα με τη Λοζάνη, θα έπρεπε να είχαν περάσει στην Ιταλία και, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων, θα έπρεπε να είχαν περάσει από την Ιταλία στην Ελλάδα. Αυτά τα ζητήματα θα επιβεβαιώνονταν και θα διευκρινίζονταν σε μια συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα με την Ιταλία το 1932, με βάση τη Λοζάνη. Αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή η συμφωνία δεν υποβλήθηκε στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση για επικύρωση και ως εκ τούτου είναι άκυρη, η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1933 δυστυχώς διαψεύδει αυτή την άποψη. Πράγματι, ακόμη και 72 χρόνια μετά τη Λοζάνη, καμία κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Ατατούρκ και του Ινονού, που κυβέρνησαν τη χώρα μας μέχρι την κρίση του Καρντάκ το 1995, δεν εξέφρασε την άποψη ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας των νησιών δεν επιλύθηκε στη Λοζάνη.»
Στη συνέχεια αναφέρεται στο θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, λέγοντας ότι «σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται πολλοί, δεν υπάρχει ούτε ένα άρθρο, ούτε λέξη, σχετικά με το Πατριαρχείο στη Λοζάνη. Επομένως, είναι αδύνατο να ισχυριστεί κανείς ότι ο Οικουμενικός τίτλος του Πατριαρχείου είναι αντίθετος με τη Λοζάνη» και πιο κάτω, τινάζει στον αέρα τον την πολιτική της Άγκυρας για τους «Τούρκους» της Δυτικής Θράκης, λέγοντας ότι «οι Έλληνες αξιωματούχοι, ακόμη και αν δεν μας αρέσει, ενεργούν σύμφωνα με το Άρθρο 45 της Λοζάνης όταν αναφέρονται στη μειονότητά μας στη Δυτική Θράκη ως μουσουλμανική.»
Εκεί που ο Τούρκος συνταξιούχος διπλωμάτης δίνει… ρέστα, είναι στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αναφέροντας τα εξής:
«Σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, αυτό το “δόγμα”, που αναφέρεται ως “Γαλάζια Πατρίδα”, το οποίο, όταν απεικονίζεται σε χάρτη, αγνοεί τα νησιά Κρήτη, Ρόδο και Κύπρο, δυστυχώς θα θεωρηθεί άκυρο. Πράγματι, όταν η χώρα μας επιχείρησε να διεξάγει έρευνα στα αμφισβητούμενα ύδατα της Ανατολικής Μεσογείου το 2017-2018 με βάση αυτή τη θέση, ακολούθησε μια μικρή αναταραχή, οι σχέσεις με την ΕΕ υπέστησαν νέο πλήγμα και άρχισαν να εφαρμόζονται ορισμένες κυρώσεις. Από το 2020 και μετά, οι κυρώσεις άρχισαν σταδιακά να αίρονται, με βάση την απόσυρση ερευνητικών σκαφών και την υπόσχεση ότι πιθανότατα δεν θα επέστρεφαν. Μάλιστα, η πρόσφατη επανέναρξη της δανειοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προς τη χώρα μας μετά από αρκετά χρόνια είναι αποτέλεσμα αυτού. Πρόσφατα, η ελληνική κυβέρνηση…Το γεγονός ότι η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία εξερεύνησης με αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία, η οποία καλύπτει την περιοχή νότια της Κρήτης, αντιμετωπίστηκε με σιωπή στη χώρα μας. Εκτός από μια αντιφατική δήλωση από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, δεν έχω δει καμία άλλη αντίδραση. Αυτό είναι ένα νέο σημάδι ότι η “Γαλάζια Πατρίδα” βυθίζεται τώρα στα βαθιά νερά της Μεσογείου.
»Όπως φαίνεται, η εμπιστοσύνη στο διεθνές δίκαιο δεν είναι τόσο εύκολη. Στην πραγματικότητα, τα δικαστήρια είναι αυτά που αποφασίζουν τι βασίζεται στο δίκαιο. Η προσφυγή στα δικαστήρια για τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου είναι αναμφίβολα ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί μια οριστική και τελική λύση. Ωστόσο, η σημερινή κυβέρνηση και οι προκάτοχοί της, γνωρίζοντας ότι τα δικαστήρια θα έφερναν μια λύση πολύ κατώτερη των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν, ειδικά όσον αφορά τη “Γαλάζια Πατρίδα“, το απέφευγαν πάντα αυτό. Η οδός της πολιτικής πίεσης ήταν πάντα προτιμότερη. Ωστόσο, η άσκηση τέτοιας πίεσης στην Ελλάδα, ειδικά μετά την ένταξή της στην ΕΕ, έχει γίνει αρκετά δύσκολη.»
Μελετώντας κανείς ολόκληρο το κείμενο του Σελίμ Κουνεράλπ, δικαίως προβληματίζεται, από το γεγονός ότι ένας Τούρκος συνταξιούχος διπλωμάτης καταδεικνύει με ξεκάθαρο τρόπο το πόσο εκτός προνοιών του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών είναι οι τουρκικές θέσεις και διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδος, τη στιγμή που υπάρχουν Έλληνες ακαδημαϊκοί, που αν δεν τις δικαιώνουν, δείχνουν ακατανόητη… κατανόηση.
















